ΜΑΙΡΟΥΛΑ09

M.A.I.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α της Λένας Κιτσοπούλου, από το Εθνικό Θέατρο στο «Σύγχρονο
Θέατρο Αθήνας»

Μην. Απελπίζεσαι. Ισοπεδώσου. Ρίσκαρε. Ολοκληρωτικό. Υπνο. Λυτρώσου.
Αυτοκτόνα.
Τελικά η κάθε γενιά έχει την καταδική της Κατάθλιψη. Ιδίως οι γυναίκες γύρω
στα σαράντα που απελπίζονται και για λογαριασμό των ανδρών. Κάποτε οι
γυναίκες αυτοκτονούσαν από έρωτα, ακριβέστερα για έναν ανολοκλήρωτο έρωτα,
έναν εμποδισμένο έρωτα. Σήμερα μπορεί ν’ αυτοκτονήσουν απλά γιατί τελείωσαν
οι έρωτες.
Τα αρχικά του τίτλου αποκαλύπτουν το τέλος του έργου και την τελευταία
φιλοσοφία της ηρωίδας, παίζοντας ταυτόχρονα με μία Μαιρούλα, ή Μαίρη, ή
Μαρία, δηλαδή ένα τυχαίο δείγμα μιας γυναίκας στο κατώφλι των 40, μάλλον
της μεσαίας τάξης, χωρίς ιδιαίτερα βιοποριστικά προβλήματα, χωρίς μια
τραγωδία να την σημαδεύει, με έναν μάλλον συμπαθητικό εραστή με μία μάλλον
συμπαθητική ζωή, που πρέπει μάλλον να ωριμάσει, μάλλον να εγκαταλείψει την
τραβηγμένη της εφηβία, μάλλον να συμβιβαστεί με την ιδέα της ζωής χωρίς
εξιδανικεύσεις, να συμπορευτεί με τους άλλους.
Κι όμως η «Μαιρούλα» φρικάρει στη σκέψη της αρρώστειας, του θανάτου, των
γηρατειών, του μεταλλαγμένου κόσμου που την περιβάλλει, στην έλλειψη ενός
συνταρακτικού συναισθήματος, της καθηλωτικής καθημερινότητας, της
ματαιότητας της ίδιας της ύπαρξης. Ταυτόχρονα χαστουκίζει τον εαυτό της για
τις ίδιες της τις σκέψεις, δεν μπορεί να παρουσιάσει στον εαυτόν της τους
λόγους μιας «αξιοπρεπούς κατάθλιψης», μετανιώνει αλλά αργά για την
αυτοκτονία της, μιας και στον άλλο κόσμο επαναλαμβάνει τον εαυτόν της και
τους φόβους της, κάνοντας παρέα με έναν Καριωτάκη μεταμφιεσμένο σε
Τσιτσάνη.
Το μεγάλο ατού της παράστασης είναι η πρωταγωνίστριά του Μαρία Πρωτόπαπα.
Ένα σπάνιο είδος ηθοποιού που καταφέρνει κάθε φορά να μας εκπλήσσει.
Σίγουρα χωρίς αυτήν η παράσταση ίσως να μην έστεκε και τόσο,ισορροπώντας
ανάμεσα στην τραγωδία και το γκροτέσκο.
Γιατί ο ναρκισσισμός της συγγραφέως έθετε συνεχώς σε κίνδυνο το εγχείρημα
ξεχειλώνοντας την οικονομία του κειμένου και της. Το πιο περιττό ήταν το
δεύτερο μέρος καθώς και η βιντεοσκοπημένη παρουσία της στην έναρξη του
έργου. Πέραν όμως αυτών η παράσταση προκαλούσε τα κλισέ της σύγχρονης
σκέψης και της politically corect συμπεριφοράς.