«ΜΑΚΜΠΕΤ» του Ευγένιου Ιονέσκο σε Μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ και
Σκηνοθεσία Φώτη Μακρή, στο Studio Μαυρομιχάλη
Ο Ιονέσκο γράφει τον «Μακμπέθ» στην τελευταία του δραματουργική περίοδο,
το 1972, έχοντας αφήσει πίσω του Θέατρο του Πραλόγου που σφράγισε τον 20ο
αιώνα με έργα σαν την Φαλακρή τραγουδίστρια.
Ο «Μακμπέθ» ανήκει περισσότερο στα πολιτικά , με την ευρύτερη έννοια έργα
του και γράφεται σε μία περίοδο που ο συγγραφέας έχει μια ολοκληρωμένη
άποψη για την ιστορία του αιώνα του, με τις επαναστάσεις, τους δύο
παγκόσμιους πολέμους, τη βία αλλά και τη φύση της εξουσίας.
Στο έργο αυτό λοιπόν συνομιλεί με τον Σαίξπηρ και το γνωστό του δράμα,
τον Μάκβεθ, υπό το φως της ανάλυσης του Γιαν Κοττ που χαρακτήριζε την
συγκεκριμένη τραγωδία ως μια τραγωδία του τρόμου, όπου η Ιστορία – ο
κύκλος των φόνων_ δεν παρουσιάζεται ως μηχανισμός αλλά «έχει κάτι από την
τρομακτική αναπαραγωγικότητα του εφιάλτη».
Όλα τα πρόσωπα επιδίδονται σε έναν ανελέητο αγώνα για την κατάκτηση της
εξουσίας, με έναν παράλογο τρόπο, επιβεβαιώνοντας ότι κάθε μορφή
εξουσίας, ανεξάρτητα από προθέσεις και ιδεολογίες, επιβιώνει μόνο με τη
βία την οποία αναπαράγει στο διηνεκές. Αποτέλεσμα είναι να μην επέρχεται
ποτέ ισορροπία, η τάξη που διασαλεύεται επανέρχεται με μια μορφή
καινούργιας βίαιης εξουσίας που θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την
εκ νέου διασάλευσή της κοκ.
Οι μάζες παρακολουθούν και στοιχίζονται τυχαία με τον νικητή ή τον
ηττημένο, υφιστάμενες πάντα τα ολέθρια αποτελέσματα των συγκρούσεων.
Η μετάφραση του Ερρίκου Μπελλιέ μας πρόσφερε ένα σπαρταριστό σύγχρονο
κείμενο που μιλούσε στην καρδιά του σήμερα.
Η παράσταση που έστησε ο Φώτης Μακρής, απέπνεε κάτι από τη θεατρική
πρωτοπορία της δεκαετίας του 1970. Πάντως κινήθηκε επιτυχώς και με
εσωτερικό ρυθμό σαν μια γκροτέσκα χορογραφία, αξιοποιώντας τους έξι
ηθοποιούς του (του ιδίου συμπεριλαμβανομένου στο ρόλο του Μακμπέθ) στους
20 ρόλους του έργου.
Στο σύνολο συνέβαλε και η μουσική επιμέλεια του Νίκου Βίτη που έχοντας
στόχο να αποδομήσει και το τελευταίο ίχνος σοβαρότητας ή δραματικής
ταύτισης, περιελάμβανε από ελαφρολαϊκά τραγούδια ( απολαυστικό το
«Νάτανε το 21»), μέχρι το γνωστό φτηνορόκ Hell’s bell των ΑCDC που
χρησιμοποιείται εμβληματικά από αναρχικές ομάδες ακόμα και ως ηχητική
υπόκρουση σε ποδοσφαιρικούς αγώνες.