ΜΑΡΑΝ ΑΘΑ’10

«ΜΑΡΑΝ ΑΘΑ» του Θωμά Ψύρρα, σε Διασκευή και Σκηνοθεσία του Δήμου Αβδελιώδη,
στο Θέατρο «Μεταξουργείο»

Συστήνω ανεπιφύλακτα σε όλους να προφτάσουν να δουν στο Θέατρο
«Μεταξουργείο» την Γιασεμή Κηλαϊδόνη που για δεύτερη συνεχή χρονιά,
επιτυγχάνει έναν υποκριτικό άθλο υποδυόμενη ή μάλλον δίνοντας σκηνική
υπόσταση στα πρόσωπα της μνήμης ή τα φαντάσματα ενός ετοιμοθάνατου 90χρονου
μοναχού, που αποφασίζει μετά από 65 χρόνια ηθελημένης σιωπής να μας
αφηγηθεί τα πεπραγμένα της ζωής του, τα ιερά και ανόσια του βίου του
ανθρώπου, την σκληρή τιμωρία που υπέστη από την εκκλησιαστική εξουσία γιατί
γεύτηκε τον απαγορευμένο καρπό. Ηλθε σε επαφή με τον γυναικείο κόσμο και
γητεύτηκε απ’ αυτόν. Αντί για το δίλλημα «ο Θεός ή η Αγάπη» ο σοφός
καλόγηρος θα απαντήσει «Ο Θεός είναι Αγάπη».
Συγκλονιστικό βέβαια είναι το ίδιο το κείμενο του συγγραφέα και το γλωσσικό
του ιδίωμα, ο πυκνός λόγος και η φόρμα που φαίνεται ότι έρχεται κατ’
ευθείαν από τις σελίδες του Παπαδιαμάντη, τις λαϊκές εικόνες του Κόντογλου,
τους Βίους Αγίων, τα συναξάρια και την Παλαιά Διαθήκη, ενώ είναι εμφανής η
σύνδεση με την αρχαία τραγωδία, τις Βάκχες και τον πλατωνικό έρωτα. Ο ήρωάς
του είναι ένας παραβάτης, ένας αμαρτωλός που πολύ ηγάπησε. Αυτή η καταγωγή
όμως φαίνεται φυσική εφόσον τα δρώμενα εντάσσονται στο χώρο του
κοινόχρηστου μύθου, ήτοι συνέβησαν «κάποτε», άρα συμβαίνουν εσαεί. Το έργο
καλεί σε μια συμφιλίωση του «αρσενικού» και του «θηλυκού», στην απαλλαγή
του αρχέγονου φόβου ευνουχισμού του αρσενικού από το θηλυκό.
Η Γιασεμή Κηλαϊδόνη εκπλήσσει με τη δυνατότητά της να μεταφέρει αυτόν το
αρχετυπικό λόγο δίνοντάς του υλική υπόσταση, παρά το νεαρό της ηλικίας της,
λες και φέρει στο DNA της την ιστορική σύνδεση που αντικαθιστά το βίωμα. Η
ίδια δεν ηθογραφεί, ούτε ενσαρκώνει ρόλους αλλά γίνεται για μας τους θεατές
φορέας μύησης στο ανείπωτο.
Δεν είναι τυχαίο που ο Αβδελιώδης επικοινώνησε βαθειά με το έργο και
διασκευάζοντας λίγες μόνο σελίδες του για το θέατρο έτσι ώστε να μας
ποτίσει με όλους τους χυμούς του. Ο ίδιος έχει εμποτιστεί με το ήθος της
λαϊκής φόρμας του Καραγκιόζη, την αφαίρεση στο σχήμα και την απόλυτη
λιτότητα όλων των προφορικών και γραπτών παραδόσεων, της λαϊκής κουλτούρας.
Επιμένει να μας συνδέει με όλη την πίσω γραμμή για να μην χαθεί το νήμα.
Να σημειώσουμε τη συνδρομή της ατμοσφαιρικής μουσικής του Βαγγέλη Γιαννάκη
και τη λιτότητα του σκηνικού της Μαρίας Πασσαλή. Η εμφάνιση όμως στο φως
των γυναικείων αγαλμάτων του βάθους της σκηνής, αφαίρεσε την έως τότε
γοητεία της ασάφειας και την αίσθηση του ονείρου που είχε επιτευχθεί.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ