«ΜΑΡΙΑ ΣΤΙΟΥΑΡΤ» του ΦΡΗΝΤΡΙΧ ΣΙΛΛΕΡ
Σε Μετάφραση Γιώργου Δεπάστα
Σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη
Στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας
Ο Σίλλερ με τον Γκαίτε, αυτοί οι δύο δημιουργοί του «κλασσικισμού της
Βαϊμάρης», χρησιμοποιούν την Ιστορία «ποιητική αδεία». Λάτρεις της σύμβασης
της Αρχαίας τραγωδίας, υιοθέτησαν την λογική της με στόχο το δράμα να
μετουσιώνει την συνηθισμένη εμπειρία σε ιδανική αλήθεια.
Η « Μαρία Στιούαρτ» στέκει εδώ και δύο αιώνες μια ζωντανή πρόκληση για
τους ανθρώπους του θεάτρου και οι δύο ιστορικές γυναικείες μορφές του, η
Μαρία Στιούαρτ και η Ελισάβετ γοητεύουν πάντα τις πρωταγωνίστριες
ηθοποιούς.
Αναμενόμενο βέβαια για ένα δράμα που εμπεριέχει όλη τη σκέψη της
Αναγέννησης.
Ενας βασιλικός φόνος γίνεται η αφορμή για να τεθούν τα παλιά ζητήματα της
Αρχαίας τραγωδίας με νέο τρόπο και σε ένα νέο ιστορικό περιβάλλον. Το
πρόβλημα της ηθικής και της πολιτικής, η ιστορική αναγκαιότητα, η έννοια
του «ψυχικού μεγαλείου», η στάση της προσωπικότητας απέναντι στο
αναπόφευκτο, η σύγκρουση της ηθικής ακεραιότητας με την διατήρηση της
πολιτικής εξουσίας. Και πάντα με παρόν το αίτημα της δικαιοσύνης.
Ολο το έργο είναι δομημένο σα μια μεγάλη Δίκη. Η σκηνή δεν είναι τίποτε
άλλο παρά αίθουσα Δικαστηρίου.
Το θεατρικό του εύρημα στηρίζεται σε μια ιστορική παραδοχή. Η Ελισάβετ έχει
αποφασίσει να βασιλεύσει στη βάση της νομιμότητας, την οποία σε κάθε
ευκαιρία επικαλείται, επομένως της χρειάζεται όλη η νομιμοφάνεια για να
προχωρήσει στο προαποφασισμένο. Το φόνο της Μαρίας.
Δημιουργείται έτσι ένας καμβάς όπου τα πρόσωπα θα υποδυθούν τον
κατηγορούμενο, τους μάρτυρες, τους δικαστές, τους κατηγόρους, τους
υπερασπιστές, ακόμα και το κοινό. Ένα ζωντανό Πολιτικό Δικαστήριο.
Ολοι αυτοί θα εξαντλήσουν όλα τα όπλα της ρητορικής σκέψης.
Ο Νίκος Μαστοράκης είχε την καθόλα λειτουργική ιδέα ν’ αποφύγει μια μίμηση
κλασσικίζουσας παράστασης. Τα κοστούμια των ηθοποιών είναι σύγχρονα , οι
άντρες μοιάζουν όλοι δημόσιοι υπάλληλοι της εξουσίας , ενώ το κοστούμι της
Μαρίας είναι διαχρονικό, χωρίς ειδιαίτερα στοιχεία. Και μόνο η μορφή της
Ελισάβετ προβάλλει πλήρως στην ιστορικότητά της. Σαν άψυχο πορτραίτο ή
απολίθωμα εξουσίας με όλα τα πολυτελή διακριτικά της.
Βέβαια η παράσταση από τη μια πλευρά σωστά στήθηκε στο ύφος και τις
δυνατότητες της σκηνής του θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας, αλλά αυτό στάθηκε
ταυτόχρονα και η αδυναμία της. Το θεατρικό δικαστήριο που στήθηκε αλλά
και ο όγκος της Ελισάβετ – Εξουσίας, χρειαζόταν απόσταση και χώρο για να
λειτουργήσει. Και αυτό έλειψε.
Παρόλα αυτά ο λόγος των ηθοποιών έφτανε με σαφήνεια στους θεατές όπως
άλλωστε και όλο το σχήμα της παράστασης.
Η Ρένη Πιττακή μια εξωτερικά εύθραυστη αλλά ουσιαστικά παντοδύναμη Μαρία
και η Μπέττυ Αρβανίτη, συμπαγής, άκαμπτη και εγκεφαλική Ελισάβετ.
Αξια να σημειωθεί η ερμηνεία του Δημοσθένη Παπαδόπουλου στο ρόλο του
Μόρτιμερ. Σύγχρονο ψυχογράφημα του φανατικού, που καλύπτει τις ψυχωσικές
του εμμονές με την πολιτική δράση.
ΑΘΗΝΑ 6-2-04
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ