Η ΨΕΥΤΟΫΠΗΡΕΤΡΙΑ του ΜΑΡΙΒΩ
Από το ΔΗΠΕΘΕ ΠΑΤΡΑΣ
Σε Σκηνοθεσία ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
O Bασίλης Παπαβασιλείου είναι ένας διανοούμενος του θεάτρου μας. Κάποιες
στιγμές θα μπορούσε να τον θεωρήσει κανείς και εστέτ. Μα πάνω απ’ όλα, είτε
το θέλει είτε όχι, είναι ένας θεατρίνος. Παρότι η μεγάλη θωρητική θεατρική
γνώση θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι θα τον απομάκρυνε από το ένστικτο
του ηθοποιού, διαπιστώνουμε συνεχώς με τις ερμηνείες του, ότι συμβαίνει
ακριβώς το αντίθετο. Το ένστικτο του ηθοποιού έρχεται στην επιφάνεια
επεξεργασμένο και τον καθοδηγεί και στις σκηνοθετικές του εργασίες.
Φέτος τον παρακολουθήσαμε να ασχολείται δύο φορές με τον Μαριβώ.
Σκηνοθέτησε τους «Καλόπιστους θεατρίνους» στην Πειραματική Σκηνή του
Εθνικού θεάτρου στο πλαίσιο της σύνθεσης «Κατά λάθος πρόβες» και την
«Ψευτοϋπηρέτρια» στο ΔΗΠΕΘΕ ΠΑΤΡΑΣ. Σ’ αυτό το δεύτερο δε, κρατά και τον
ρόλο του Τριβλέν, ενός Αρλεκίνου δημιουργημένου αλά Μαριβώ.
Πιστεύω ότι αυτή η επιλογή, το πλησίασμα δηλαδή του «ηθοποιού» και του
«θεάτρου» από τα μέσα, σαν ένα παιγνίδι «ζωής και θεάτρου»,
«πραγματικότητας και αναπαράστασης» , «μεταμόρφωσης και αποκάλυψης»,
«αλήθειας και ψέμματος», «προδοσίας και προσποίησης» και μάλιστα με την
αναγεννησιακή χαρούμενη ελαφράδα (παρόλη τη γλυκόπικρη αίσθηση που αφήνουν
στο τέλος) των κωμωδιών του Μαριβώ, δεν είναι τυχαία. Συνδέεται αντίθετα με
την ενασχόλισή του με την ίδια την έννοια της θεατρικότητας.
Ο Μαριβώ, που στον καιρό του θεωρείτο γενικά «δεύτερος», βρήκε τη λάμψη της
σκηνής και τη θέση που του αρμόζει , μόλις τον 20ο αιώνα. Οι «κωμωδίες
συναισθημάτων» ή «κωμωδίες της καρδιάς» όπως εύστοχα χαρακτηρίστηκαν από
τους μελετητές τα έργα του συγγραφέα, αντιμετωπίστηκαν στη σύχρονη επιοχή
ως κάτι σημαντικότερο, από απλές ρωμαντικές κωμωδίες της αναγέννησης.
Πέρα από την καταγεγραμμένη ως «Μαριβωντάζ» ενδιαφέρουσα καινούργια γλώσσα
που εισήγαγε στο θέατρο του καιρού του (ο λόγος δεν είναι το μέσο της
δράσης διά της γλώσσας, αλλά αυτή καθ’ εαυτή η δράση), εκείνο που σήμερα
συγκινεί περισσότερο, είναι αυτό που ο Μπέρναρτ Ντορτ ορίζει ως «την
ουτοπία μιας απόλυτα ελεύθερης ζωής που όμως την κατατάσσει στα έθιμα της
κοιωνίας». Με άλλα λόγια το παιγνίδι του θεάτρου δεν κάνει τίποτε άλλο παρά
να ξορκίζει το φόβο του θανάτου, με το να μπάζει και τους θεατές μέσα στην
ουτοπική εμπειρία της αιώνιας νιότης και της μυθικής ελευθερίας που όλοι
ονειρευόμαστε και ταυτίζεται μόνο με την εφηβεία του ανθρώπου. Και
ταυτόχρονα με το να τους επανεντάσσει στην κοινωνική τάξη της πραγματικής
ενήλικης ζωής. Εξ ού και το πικρό τέλος όπου συνήθως όλα αποκαλύπτονται, οι
μάσκες πέφτουν και «κάθε κατεργάρης στον πάγκο» του.
Η παράσταση που έστησε ο Παπαβασιλείου, πέρα από την γοητευτική, σχεδόν
ερωτική, δική του ερμηνεία, έμοιαζε να έχει συνείδηση ακριβώς όλων των
παραπάνω.
Λιτή, γραμμική, με επίκεντρο τις ερμηνείες των ηθοποιών και τον
αυτοσχεδιασμό της ίντριγκας, σχεδόν «άδεια» από περιβάλλοντα χώρο, διαυγής
στο νόημα και τις προθέσεις.
Ενας καλοδουλεμένος θίασος έξυπνων ηθοποιών υπό την μπακέτα του ίδιου του
σκηνοθέτη, απέδωσε τ’ αναμενόμενα. Ευχάριστη έκπληξη η μεταμόρφωση της
Αθηνάς Μαξίμου σε Ιππότη και η κρυμμένη κωμική στόφα της Αλεξάνδρας
Σακελλαροπούλου. Στους άλλους ρόλους οι Γιάννης Χαρίσης, Χρόνης Παυλίδης
και Χρήστος Λούλης συμπληρώνουν εύστοχα την ορχήστρα.
Τέλος όλο το λεκτικό παιγνίδι θα είχε μείνει στον αέρα χωρίς την ευφρόσυνη
μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη που κέντισε το κείμενο με λεπτοβελονιά στην
κυριολεξία.
ΑΘΗΝΑ 5-5-04
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ