ΜΕΔΟΥΣΑ 11

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ
«ΜΕΔΟΥΣΑ» – Σχέδια και αυτοσχεδιασμοί για σχεδίες και ναυάγια» Με αφορμή
έναν πίνακα

Δεν ξέρω αν είναι η συγκυρία ή η ιστορική στιγμή, αλλά δεν είναι τυχαίο που
«τα ναυάγια» αποτελούν φέτος προσφιλές θέμα για τους καλλιτέχνες της
σκηνής. Μετά το ρομαντικό «ναυάγιο της σοσιαλιστικής ουτοπίας» της Αριάν
Μνουσκίν, ο Θωμάς Μοσχόπουλος τοποθετεί μπροστά μας τον γνωστό πίνακα του
Τεοντόρ Ζερικό «Η σχεδία της Μέδουσας» που εμπνεύστηκε ο ζωγράφος από το
ναυάγιο της φρεγάτας «Μέδουσα» το 1816 και μας καλεί να τον αντιμετωπίσουμε
από πρωτόγνωρες πλευρές.
Σημειωτέον δε ότι στην εποχή του ο πίνακας αποτέλεσε πρόκληση για την υψηλή
κοινωνία της Γαλλίας και δημιούργησε θόρυβο, γιατί σωστά αυτή η κοινωνική
τάξη είδε σ’ αυτόν τον αντικατοπτρισμό του εαυτού της.
Τι συναισθήματα μπορεί να ξυπνήσει στο θεατή η θέαση ενός πίνακα με
φρικώδες θέμα, είτε τον δει μέσα στο οικείο πλαίσιο μιας γκαλερί, είτε
μέσω μιας θεατρικής παράστασης;
Ο σκηνοθέτης φτιάχνει μια θεατρική περφόρμανς, συνδέοντας το ιστορικό
γεγονός με τη σκέψη του Σοπενάουερ.
Με δεκαεπτά καλλιτέχνες, πολλοί από τους οποίους είναι παλιοί του
συνεργάτες, όπως οι ηθοποιοί Αννα Μάσχα, Μαρία Σκουλά, Αργύρης Ξάφης, Αννα
Καλαϊτζίδου, Κώστας Μπερικόπουλος και είκοσι πέντε εθελοντές, ανέπτυξε μια
γιγαντιαία σύλληψη του θέματός του, που απλωνόταν σε έναν από τους
χαοτικούς χώρους των κτιρίων της Πειραιώς, όπου σε κάθε ένα από τα τρία
μέρη της παράστασης οι θεατές μετακινούνταν και καλούνταν να αντιμετωπίσουν
τον πίνακα από διαφορετική οπτική.
Το πρώτο μέρος «Το ταξίδι», αφηγείται την ιστορία του πλοίου μέχρι να
ναυαγήσει, καθώς και το όλο ιστορικοπολιτικό πλαίσιο της Γαλλίας της
Παλινόρθωσης. Το δεύτερο μέρος το «Πάθος», αναπαριστά την ίδια την τραγωδία
του «ναυαγίου» με επίκληση όμως του «εσχατολογικού βιβλικού» πλαισίου (ο
άνθρωπος μόνος απέναντι στο Θεό που απουσιάζει) και το τρίτο μέρος «η
ανθρώπινη σονάτα» μας αφηγείται γεγονότα και ανθρώπινες ιστορίες για τον
ίδιο το δημιουργό, τον Ζερικώ, κατά την περίοδο που ζωγράφιζε τον πίνακα.
Προφανώς ο σκηνοθέτης θέλησε να δει τον πίνακα ως μία αλληγορία θα λέγαμε
για το ηθικοπολιτικό ναυάγιο μιας κοινωνίας στην οποία επιβεβαιώνεται ο
άγριος κανόνας της επιβίωσης με όλα τα μέσα , όπου ο άνθρωπος είναι έτοιμος
να ξεπεράσει τα όποια πολιτισμικά του όρια και να ενδώσει στα ανθρωποφαγικά
του ένστικτα.
Όλα αυτά όμως αναπτύχθηκαν με μια απίστευτη φλυαρία, άνισα και παράταιρα,
εφόσον εμπλέκονταν διαφορετικά είδη, φόρμες και αισθητικές αντιλήψεις.
Το ίδιο το πραγματικό γεγονός που ενέπνευσε τον πίνακα, το γεγονός δηλαδή
ότι από τους 400 επιβάτες διασώθηκαν μόνο οι ανώτερες τάξεις και οι
υπόλοιποι 176 πετάχτηκαν με μια σχεδία στη θάλασσα από τους οποίους
διασώθηκαν μόνον 15, αφού προηγουμένως είχε διαπραχθεί η ανόσια πράξη της
ανθρωποφαγίας, ήταν όχι μόνο τραγικό αλλά φρικώδες για την ίδια την
ανθρώπινη φύση.
Ομως το μουσικοθεατρικό θέαμα που εκτυλίχθηκε μπροστά μας, δεν κατάφερε
στοιχειωδώς να διερευνήσει αυτήν την κύρια πλευρά, θέτοντας τα φιλοσοφικά
ερωτήματα, αλλά αντίθετα κινήθηκε χωρίς πυξίδα στα θολά νερά μιας άνευρης
καλλιτεχνικότητας.
Είναι αλήθεια ότι πλέον οι σκηνοθέτες μας που κινήθηκαν με άνεση τα
προηγούμενα χρόνια στο ναρκισσιστικό θεατρικό μας τοπίο, στέκονται πλέον
αμήχανα μπροστά στις πραγματικές καταρρεύσεις του καιρού μας.

ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ