«ΜΕΦΙΣΤΟ» των Αριάν Μνουσκίν -Κλάους Μαν, σε Μετάφραση Λουίζας Μητσάκου,
Δραματουργική επεξεργασία- Σκηνοθεσία-Σκηνικά – Κοστούμια, Νίκου Μαστοράκη.
Μια παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου στο Ανακαινισμένο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά
Το μακρινό 1982, φοιτητές ακόμα, μείναμε άναυδοι από μια υπέροχη ταινία του
Istvan Szabo που μετέφερε στην οθόνη το εμβληματικό έργο του Κλαους Μαν
(γιού του Τόμας Μαν) «ΜΕΦΙΣΤΟ». Εμπνευσμένος από το μύθο του Φάουστ αλλά
και του Μεφιστοφελή, μας μετέφερε στο Βερολίνο της δεκαετίας του 1930, όπου
ένας ματαιόδοξος ηθοποιός, ο Χέφγκεν, πουλάει την ψυχή του στο
«Μεφιστοφελή» δηλαδή τον Γκαίρινγκ, τον υπουργό πολιτισμού και προπαγάνδας
του Χίτλερ, προκειμένου απρόσκοπτα να συνεχίζει να δουλεύει στο θέατρο,
ανεβάζοντας χωρίς λογοκρισία κλασσικά κείμενα και μάλιστα γίνεται και
Διευθυντής σε κρατικό θέατρο. Παρότι ο ίδιος φαινομενικά φιλελεύθερος και
συμπαθών τους κομμουνιστές, προβάλλει την δικαιολογία ότι με την «καθαρή
του τέχνη» θα πολεμήσει από τα μέσα το ναζισμό. Η εμφάνιση του ίδιου του
«σατανά» ( Γκαίμπελς) στην αίθουσα του θεάτρου, δείχνει τα όρια της
συμφωνίας. Ο καλλιτέχνης εμπλέκεται όλο και περισσότερο στα γρανάζια της
εξουσίας, γίνεται πειθήνιο όργανό της. Ενας αξιολύπητος μα και επικίνδυνος
άνθρωπος και όχι απλά ένας γερμανός πολίτης που έτυχε να ζει στην περίοδο
του Ναζισμού.
Το μυθιστόρημα καθώς και η ταινία αποτελούν μια εξαιρετική ερμηνεία για το
ίδιο το φασιστικό φαινόμενο, τις κοινωνικοπολιτικές αιτίες εμφάνισής του,
τη σχέση εξουσίας και τέχνης, πολιτικής και ηθικής καθώς και το ρόλο των
ίδιων των ανθρώπων. Γραμμένο το 1936, αναπαριστά τις δεκαετίες του ΄20 και
του 30, αυτές που εκκόλαψαν το αυγό του φιδιού.
Στο ίδιο αυτό έργο στηρίχθηκε και η διασκευή για το θέατρο του Φλαμανδρού
Τομ Λανουά με τον τίτλο «Τρίπτυχο της εξουσίας-Μέρος Α’, Μεφίστο για πάντα»
που είχαμε δει το 2009 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, σε μια ευφάνταστη
σκηνοθεσία του Γκυ Κασσίερς.
Αυτό το έργο διασκεύασε ελεύθερα και η Αριάν Μνουσκίν, με τη γνωστή της
σκηνική χειροποίητη φόρμα, κάνοντάς το ευρύτερα γνωστό τη δεκαετία του
1960, μερικά χρόνια μετά τη δικαστική απαγόρευση της κυκλοφορίας του έργου
στη Γερμανία, εξ αιτίας της μήνυσης που κατέθεσε ο θετός γιός του ηθοποιού
Γκούσταφ Γκρύντγκενς, ο οποίος αποτελούσε και το πραγματικό πρόσωπο –
αναφοράς για τον συγγραφέα.
Βέβαια η Μνουσκίν φωτίζει με το δικό της τρόπο τα πρόσωπα, αναδεικνύει τις
ιδεολογικές συγκρούσεις του αντιφασιστικού στρατοπέδου, το χάσμα ανάμεσα
στους φιλελεύθερους ακόμα και σοσιαλιστές ή κομμουνιστές διανοούμενους και
καλλιτέχνες, με τις λαϊκές τάξεις που όλο και περισσότερο αναμένουν τον
Μεσσία- Χίτλερ να τους σώσει. Αναδεικνύει επίσης την ηθική κατάπτωση, τις
μειονότητες, το ρατσισμό, την ομοφοβία, τον σταδιακό εκφασισμό των λαϊκών
τάξεων. Οι αντιστοιχίες με το σήμερα γίνονται όλο και πιο ανατριχιαστικές.
Η παράσταση του Χατζόπουλου αποτελεί διασκευή της προαναφερόμενης διασκευής
της Μνουσκίν και παρόλο που δεν έχουμε παρακολουθήσει την παράσταση της
Γαλλίδας σκηνοθέτιδας αλλά γνωρίζουμε τη φόρμα της, αναγνωρίσαμε και στην
εκδοχή του Χατζόπουλου τα στοιχεία αυτά. Το «θέατρο εν θεάτρω», την
αφήγηση, το στυλ «καμπαρέ», την αποστασιοποίηση. Αρκετές οι εξωκειμενικές
παρεμβάσεις του σκηνοθέτη, με γόνιμη την ζωντανή μουσική από το πιάνο της
Λήδας Μανιατάκου, το δραματικό σατυρικό τραγούδι της Γιούλικα Σκαφιδά και
τα τζαζ τραγούδια της Δανάης Κατσαμένη.
Όμως παρόλες τις καλές στιγμές, η σκηνοθεσία είχε κάτι το στατικό, μια
αμηχανία απέναντι στο αυτοσχεδιαστικό θέατρο της Μνουσκίν που δεν μπορούσε
να αναπαραστήσει και που δεν κάλυψε με επάρκεια ο καλός θίασος (Βίκυ
Βολιώτη, Μαρία Ζορμπά, Υβόνη Μαλτέζου, Μαρίνα Ασλάνογλου, Μηνάς
Χατζησάββας, Νίκος Ψαρράς, Αλέξανδρος Λογοθέτης, Ενκε Φεζολλάρι). Δεν
δημιούργησε δηλαδή εκείνη τη μαγεία που δικαιολογεί μια τρίωρη παράσταση.
Τέλος δεν μας έπεισε για τη σταδιακή του μετάλλαξη ο Θάνος Τοκάκης στο ρόλο
του Χέφγκεν.
Ισως είναι άδικο, αλλά δεν μπορώ να βγάλω από το νου μου τον Κλάους Μαρία
Μπραντάουερ που μας σημάδεψε στην ταινία του Szabo.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ