ΜΙΑ ΖΩΗ03

«ΜΙΑ ΖΩΗ ΤΗΝ ΕΧΟΥΜΕ»
Του Γιώργου Τζαβέλλα
Σε θεατρική απόδοση Ελένης Μαβίλη
Και διασκευή – σκηνοθεσία Αντώνη Καλογρίδη

Το ν’ αποφασίσει ν’ ανεβάσει κανείς στο θέατρο ένα έργο που η
κινηματογραφική του ιστορία και κυρίως οι πρωταγωνιστές του έγιναν θρύλος,
και που η μελωδία του ομώνυμου τραγουδιού έχει καρφωθεί στο μυαλό όλων,
ενέχει τον κίνδυνο να φανεί σα ξαναζεσταμένη σούπα, δηλαδή άνοστη, που
απλώς θυμίζει μελαγχολικά πώς ήταν κάποτε η γεύση της.
Όταν μάλιστα πρόκειται για ένα έργο με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Χορν,
ανασυρμένο από την μαυρόασπρη γοητεία της εποχής της αθωότητας του τέλους
του 1950 και το ομώνυμο τραγουδάκι ανήκει στην μελωδική ευφυία του Μάνου
Χατζιδάκι, τότε ο φόβος του κινδύνου γίνεται αποτρεπτικός ακόμα και στη
σκέψη μιας τέτοιας αναπαραγωγής.
Την τελευταία δεκαετία μάλιστα έγινε ένα είδος μόδας παλιές ελληνικές
ταινίες να μεταφέρονται στη θεατρική σκηνή, με πιο επιτυχημένη εκδοχή
εκείνη του Σταμάτη Φασουλή που άρχισε «χειρών αδίκων». Καμμία απ’ αυτές τις
απόπειρες όμως δεν ξεπέρασαν την νοσταλγική ηθογραφία μιας εποχής, που έτσι
κι αλλιώς συντηρούνταν από τις συνεχείς επαναλήψεις της προβολής αυτών των
ταινιών από την τηλεόραση.
Ετσι πηγαίνοντας να παρακολουθήσουμε την παράσταση του έργου του Τζαβέλλα,
οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ήμασταν ήδη προκατειλημμένοι. Παράλληλα το
όνομα του Αντώνη Καλογρίδη συνδεδεμένο με τον κόσμο του Skriker, του Angel
Baby και του Lulu, δεν «έδενε» με το Παρκ του Βαγγέλη Λιβαδά, αλλά
πήγαινε μ’ αυτό του Ρένου Χαραλαμπίδη.
Όπως και νάχει, όλες οι παραπάνω αντιθέσεις αν μη τι άλλο μας κέντρισαν το
ενδιαφέρον και όπως αποδείχτηκε όχι άδικα.
Με αφορμή αυτήν την παράσταση ξαναθυμηθήκαμε την περίπτωση του Γιώργου
Τζαβέλλα του επαγγελματία σκηνοθέτη και σεναριογράφου που γύρισε την πρώτη
του ταινία μέσα στην κατοχή (Χειροκροτήματα – 1944) και τον θυμόμαστε για
την «Κάλπικη λίρα», «Το σωφεράκι», «Την Αγνή του λιμανιού», το «
Ζηλιαρόγατο», «Μια Λατέρνα μια Ζωή», «Φωνάζει ο κλέφτης», «Η δε γυνή να
φοβήται τον άνδρα» «Φωνάζει ο κλεφτης» κλπ. Ολες του οι ταινίες έμειναν
κλασσικές στο είδος τους γιατί ξεπερνούσαν την απλή ηθογραφία, βρίσκονταν
στον ίδιο δρόμο των γλυκόπικρων ταινιών του σύγχρονού του, ιταλικού
νεορεαλισμού. Ο κεντρικός ήρωας είναι συνήθως μοναχικός, ευαίσθητος,
διαθέτει έναν φανερό κι έναν κρυφό εαυτό κι έρχεται γι αυτό σε σύγκρουση με
το περιβάλλον του. Παράλληλα βρίσκει πάντα την ευκαιρία να περιγράψει
χώρους, κοινωνικές σχέσεις, τα πάνω και τα κάτω της κοινωνίας.
Στο «Μια ζωή την έχουμε» πέρα από το βασικό μότο του έργου δηλαδή τον ήρωα
Κλέωνα που από δειλός και καταπιεσμένος υπάλληλος Τραπέζης κάνει την
υπέρβαση και καταχράται 1.000.000 για να ζήσει το όνειρο μαζί με
αντικείμενο του πόθου του τη Μπιμπή , ξεχωρίζουν η περιγραφή του χώρου
δουλειάς, ο φόβος του μπροστά στους προϊσταμένους του, οι σχέσεις του με
τους συναδέλφους του, το μίζερο δωμάτιο που μένει, μα κυρίως τα όνειρά του.

Η πιο ενδιαφέρουσα όμως ιδέα, είναι η διαφορετική οπτική γωνία που βλέπουν
τα πράγραμμα ο αφηγητής και ο ακροατής της ιστορίας. Ο Κλέων και ο
δεσμοφύλακάς του. Ο Τζαβέλλας πιστεύει ότι πάντα τα πράγματα έχουν δύο
όψεις.
Σ’ αυτό το στοιχείο του έργου στηρίχτηκε και η διασκευή – σκηνοθεσία του
Καλογρίδη. Ο σκηνοθέτης απέκοψε το έργο τόσο από τον χρόνο της πρώτης του
παρουσίασης, όσο και από την τότε αισθητική του. Ακολουθώντας σε γενικές
γραμμές την ιστορία, την έφερε στη σκηνή σαν ένα όνειρο που το βλέπουμε
όλοι μαζί. Με στυλιζαρισμένες ερμηνείες στο φόντο του πίνακα «Ταξίδι στα
Κύθηρα» του Watteau, προσεγίζει το έργο σα μια ιστορία υποκειμενικότητας
της μνήμης, γύρω από τα αιώνια θέματα Χρήμα – Ερωτας.
Σαν ένα μόνιμα ματαιωμένο ταξίδι στα Κύθηρα.
Πραγματικά η αισθητική του Καλογρίδη στηριγμένη στα εξαιρετικά και
λειτουργικά σκηνικά της Δέσποινας Βολίδη και στις μουσικές ακροβασίες του
Κωστή Τζανοκωστάκη που αφενός διασκεύασε τη γνωστή μελωδία του βασικού
τραγουδιού, αφετέρου πρόσθεσε τραγούδια, κάνοντας το έργο να μοιάζει με
μοντέρνο μιούζικαλ, ξέφυγε τους σκοπέλους του ρεαλισμού που θα οδηγούσαν σε
κατ’ ευθείαν αν και άδικες συγκρίσεις με το παλιό πρωτότυπο.
Ο Καλογρίδης είδε το έργο σαν καινούργιο υλικό προς επεξεργασία κι έμεινε
αδέσμευτος από κλισέ. Αυτό αποτέλεσε και την επιτυχία του. Γιατί πράγματι η
παράσταση πέτυχε κι εμείς την ευχαριστηθήκαμε . Ο θίασος εξαιρετικός με τις
παλιές φιγούρες του Γιώργου Βελέτζα του Σπύρου Καλογήρου και της Ευαγγελίας
Σαμιωτάκη, με τον πάντα έμπειρο Κοσμά Ζαχάρωφ και δεκάδες νεότερους
ηθοποιούς που εκτός των άλλων τραγούδησαν και χόρεψαν.
Ο Ρένος Χαραλαμπίδης στήριξε την αισθητική του σκηνοθέτη , ένας
ονειροπαρμένος, λίγο φευγάτος Κλέων, λίγο σουρελιστικός, με την έννοια της
ταύτισής του με μιαν άλλη, δική του εσωτερική πραγματικότητα.
Μόνο η Θάλεια Προκοπίου ήταν απλά επαρκής, αλλά δεν έπεισε ότι μπορεί να
σηματοδοτήσει το απόλυτο ερωτικό κίνητρο.
Ενώ η Yvonne Sanson;

Αθήνα 23-7-03