ΜΟΝΠΑΙΖ

ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ 2003

Είναι αλήθεια πως οι Θεατρικοί Μονόλογοι που παρουσιάζονται στα θέατρα της
περιοχής του Μεταξουργείου στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας, δίνουν
τη δυνατότητα σε καταξιωμένους ηθοποιούς του θεάτρου μας να αναμετρηθούν με
τις ίδιες τους τις ερμηνευτικές δυνάμεις, την ικανότητά τους να είναι αυτοί
το όλον θέατρο.
Αν και η παραπάνω διαπίστωση αφορά σ’ όλους, ισχύει περισσότερο για κείνους
τους ηθοποιούς που κυριολεκτικά έχουν ταυτιστεί με την μεταπολεμική
θεατρική μας ιστορία. Είναι λοιπόν ευτυχής η συγκυρία που μας επέτρεψε να
απολαύσουμε το ερμηνευτικό ήθος τέτοιων ηθοποιών, μάθημα πολύτιμο τόσο για
το κοινό, όσο και για τους νέους ηθοποιούς που κινδυνεύουν να συνθλιβούν
στις μυλόπετρες της τηλεόρασης.
Τέτοιο ήθος διαθέτει αναμφισβήτητα η Αλέκα Παϊζη. Στο μονόλογο ΝΤΑΜΑ ΚΟΥΠΑ
γραμμένο από τον Ιρλανδό συγγραφέα Φρανκ Μακ Γκίννες, που μας παρουσίασε
στο θέατρο «ΑΤΤΙΣ», είναι μια αλαφροϊσκιωτη γυναίκα, αγνώστου ηλικίας και
ταυτότητας, με ταραγμένο νου, μια φιγούρα “homeless” που παροικεί στις
όχθες ενός ποταμού. Αυτή η γυναίκα ανακαλεί σπαράγματα μνήμης για ν’
αλλαφρώσει από μια βαρειά ενοχή. Για να κατορθώσει να «καθαρθεί», πρέπει να
φτάσει ν’ανακαλέσει στη μνήμη της την αποτρόπαιη πράξη του βιασμού της από
τον πατέρα. Το κείμενο σχεδόν ψυχαναλυτικό, εμπεριέχει την κριτική στην
ιρλανδέζικη καθολική κοινωνία, κυρίως την επαρχιακή, τις οικογενειακές
δομές, την εκκλησία και την υποκρισία της, χωρίς όμως να εκπίπτει στο
ρεαλισμό. Αυτή η γυναίκα , «αγνώστων λοιπών στοιχείων», σηματοδοτεί το
καθολικό « τραύμα», που γεννά χαμένες ψυχές στο περιθώριο του κόσμου.
Σ’ αυτό το πλάσμα έδωσε σάρκα, οστά και φωνή η Αλέκα Παϊζη. Πώς κατόρθωνε
να μεταμορφώνεται μπροστά μας σε παιδούλα, κορίτσι, γυναίκα; Πώς μπορούσε
να μικραίνει, να εξαφανίζεται σα σπουργητάκι και την ίδια στιγμή να παίρνει
τον όγκο των τρομερών αποκαλύψεων; Πόση εσωτερική δύναμη και πειθαρχία
απαιτεί η μεταμόρφωση;

Άλλη μια γυναικεία μορφή παρουσιάστηκε στο ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ, αυτή τη φορά
από την Εύα Κοταμανίδου.
Η ΜΠΡΑΧΑΙΝΑ του Δημήτρη Παπαχρήστου είναι η γυναίκα του Μπράχου, η μάνα των
παιδιών του, η αγρότισσα που δουλεύει στα χωράφια. Ταυτότητά της είναι
ακριβώς οι παραπάνω ιδιότητες. Η αφήγησή της είναι μία ιστορία μνήμης. Η
ζωή της φέρει την ιστορία του τόπου. Από τον Μακεδονικό αγώνα, τη
Μικρασιατική καταστροφή, την κατοχή, τον εμφύλιο, τη Χούντα, το
Πολυτεχνείο. Η ζωή της φέρει τη μνήμη μιας συνεχούς απωλείας, θανάτους
άδικους, πόνο για την επιβίωση, αλλά και την περιφάνεια της αξίας του τόπου
και των ανθρώπων της.
Ζει λοιπόν αυτή η γυναίκα επειδή θυμάται. Συγκρατεί παθιασμένα όλες τις
εικόνες της ζωής της σα μια μια μόνιμη κινηματογραφική ταινία του νου. Εάν
ξεχάσει θάρθει το τέλος. Ετσι λοιπόν αυτή συνεχίζει να θυμάται, αφήνοντας
το τραύμα ανοιχτό εσαεί για να το παραδώσει ζωντανό στο γιό της. Αυτόν που
επιβίωσε.
To κείμενο είναι ενδιαφέρον στη σύλληψή του και διαθέτει εκείνη την
αναγκαία θεατρικότητα που ισορροπεί ανάμεσα στη συγκίνηση του οικείου και
την φαντασιακή αναπαράσταση. Όμως ο συγγραφέας δείχνει να μην μπορεί να
τιθασσεύσει το υλικό του. Θέλει να τα πει όλα, με λεπτομέρειες, δεν αφήνει
το νου του θεατή να ταξιδέψει, τον εγκλωβίζει στο περιττό. Νομίζω πως το
κείμενο χρειάζεται αλλάφρωμα, αφαίρεση, για να μείνει η πεμπτουσία του και
να ξεφύγει από τον άνυδρο ρεαλισμό.
Το έργο είχε το πλεονέκτημα της ερμηνείας της Εύας Κοταμανίδου που διαθέτει
την εσωτερική ικανότητα να πλάθει μια αρχαιτυπική μητέρα, σύμβολο της
διαιώνησης της ζωής, της συνέχειας μέσω της συντήρησης της μνήμης. Με πλήρη
έλεγχο των εκφραστικών της μέσων, προσπάθησε ν’ απαλύνει τα μειονεκτήματα
του έργου που προαναφέραμε, να υπερυψωθεί των τετριμμένων, και ν’ αποφύγει
την ηθογραφία.

ΑΘΗΝΑ 7-10-03
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ