«ΝΙΝΑ 2» της Κάτιας Σπερελάκη σε Σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, στο «Θέατρο
104» (Κέντρο Λόγου και Τέχνης) των Εκδόσεων Καστανιώτη
Ποια είναι αυτή η δεύτερη Νίνα;
Μάλλον είναι η σημερινή απόγονος εκείνης της άλλης, της Νίνας του «Γλάρου»,
της Νίνας του Τσέχωφ.
Αν στο «Γλάρο» ο Τσέχωφ μιλάει για τη ματαιωμένη ζωή, για τα λιμνάζοντα
ύδατα μιας αδιάκοπης δραστηριότητας που επιστρατεύεται για να κρύψει τον
τρόμο του κενού όταν η ζωή στερείται της καθαρότητας ενός απολύτως
προσωπικού και ανεπανάληπτου λόγου για να τη ζεις, στη «Νίνα 2» η
συγγραφέας ξεδιπλώνει τα ματαιωμένα όνειρα μιας γυναίκας, που ακούμπησε τη
ζωή της σε χέρια άλλων, για να καταλήξει στη μέση ηλικία να
συνειδητοποιήσει, ότι στην πραγματικότητα δεν είχε τα κότσια να είναι ο
εαυτός της.
Στο «Γλάρο» κανείς δεν πραγματοποιεί αυτό που θέλει. Ολοι νομίζουν πως κάτι
τους εμποδίζει, κάτι τους φταίει που ποτέ «δεν είναι αυτοί, οι ίδιοι».
Στη «Νίνα» του Τσέχωφ, φταίει που την καταπιέζει ο πατέρας της, που ο
Τρέπλιεφ δεν είναι ο Τριγκόριν, που ο Τριγκόριν είναι άπιαστο όνειρο και
κυρίως που δεν ξέρει καν αν έχει ταλέντο για να γίνει διάσημη ηθοποιός.
Στη «Νίνα 2», τη σύγχρονη μεσήλικα ηθοποιό, φταίει που έμοιασε στον πατέρα
της, που τους χειραγωγούσε όλους η μητέρα της, που τα έδωσε όλα και
εμπιστεύτηκε έναν σύζυγο που στα δύσκολα την εγκατέλειψε, που οι προσωρινοί
εραστές δεν της καλύπτουν το θανάσιμο κενό της συναισθηματικής της
μοναξιάς, που ο μόνος που τη νοιάζεται είναι ένας φίλος, που όμως δεν τον
νοιάζεται αυτή. Στη «Νίνα 2» φταίει που δεν αναγνώρισαν το ταλέντο της.
Σε όλους τελικά φταίει ότι ζουν χωρίς έναν καθαρό στόχο που να παίρνουν την
ευθύνη και το κόστος του. Ακόμα κι όταν νομίζουν ότι υπηρετούν κάποιον,
σπανίως είναι πραγματικά δικός τους.
Η συγγραφέας σ’ αυτήν την πρώτη της συγγραφική εμφάνιση κατάφερε να μας
μεταφέρει στη σκηνή, μια πραγματική, σημερινή γυναίκα.
Ερμηνεύοντας η ίδια μια γυναίκα που παίζει ρόλους για να επιβιώσει. Ρόλους
ζωής. Εμπλέκοντας τις μεγάλες ηρωίδες που δεν κατάφερε να ερμηνεύσει επί
σκηνής στο φαντασιακό της δικής της ματαιωμένης εικόνας, ουσιαστικά τις
επικαλείται ως υποκατάστατο της ζωής και των συναισθημάτων που η ίδια δεν
έζησε. Το νοσταλγικό παρελθόν (όταν όλα φάνταζαν κατορθωτά), κουβαλάει την
πίκρα της ματαίωσης στο παρόν. Το μέλλον υποθηκεύεται από το θάνατο του
παρόντος.
Επηρεασμένη πραγματικά από τον μεγάλο Ρώσο συγγραφέα, έγραψε έναν
σπαραχτικό μονόλογο, με εσωτερική δομή και κορύφωση, που τον ερμήνευσε με
τη γνώση του ανθρώπου που τον κατέχει ψυχικά.
Στο έργο ουσιαστικά η συγγραφέας κλείνει το γόνυ στον μεγάλο Ρώσο δάσκαλο
της θεατρικής συγγραφής που σημείωνε:
«Εμείς οι ρώσοι λατρεύουμε το παρελθόν μας, μισούμε το παρόν και φοβόμαστε
το μέλλον. Πόσο λυπηρό θα ήταν να ξεχνούσαμε ότι το μέλλον που φοβόμαστε
μεταβάλλεται σιγά σιγά στο παρόν που απεχθανόμαστε και στο παρελθόν που
λατρεύουμε.»
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ