«Οιδίπους Τύραννος» του Σοφοκλή, σε Σκηνοθεσία Ρίμας Τουμίνας. Μια
συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου και του θεάτρου «Βαχτάνγκωφ» της Μόσχας
Στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ και λάτρεις ακόμα της μεταμοντέρνας
αποδόμησης του αρχαίου ελληνικού δράματος, η παράσταση αυτή, στην ευφυή της
σύνδεση δύο διαφορετικών αισθητικών σχολών (της ρώσικης και της ελληνικής),
δημιούργησε αμηχανία, μιας και κατόρθωσε να συνομιλήσει με τις κλασσικές
και τις σύγχρονες προσεγγίσεις ταυτόχρονα.
Το αρχαιότερο θρήλερ στον κόσμο (με αυτό ξεκίνησε η αναβίωση του αρχαίου
δράματος το 1585 στο Teatro Olympico της Βενετίας), παρουσιασμένο στις
παραμονές του πελοποννησιακού πολέμου, θέλει δια χειρός του Σοφοκλή να
σφυρηλατήσει τη δημοκρατική συμβίωση, να φέρει τον άνθρωπο ναι μεν
αντιμέτωπο με τη μοίρα του (το Θεό) αλλά και να του υποδείξει ότι οι
επιλογή της γνώσης (αυτογνωσίας θα λέγαμε σήμερα) και του τιμήματος που
πρέπει να καταβάλλει γι αυτήν, εναπόκειται στον ίδιο .
Το συνολικό αισθητικό στυλ της παράστασης ήταν επικό (βοηθούσης και της
μουσικής και των ερμηνειών), αλλά ενσωμάτωνε με έναν διακριτικό τρόπο τη
ρώσικη παράδοση (Τσέχωφ, Στανισλάφσκι, Αϊζενστάιν κλπ) χωρίς να ξεφεύγει
όμως από τα αρχετυπικά πρότυπα και να πέφτει στον ψυχολογισμό.
Ο χορός που είχε αναλάβει αμιγώς η ελληνική πλευρά και ο ποιητικός λόγος
που εκφερόταν στα ελληνικά, συνέδεε το όλο εγχείρημα, λειτούργησε αρμονικά.
Ενας ανδρικός χορός σαν τα κεφάλια της Λερναίας Υδρας.
Αδικαιολόγητα κωμική θεωρώ η παρουσία του Κρέοντα.
Το πιο συμβολικό όμως της άποψης του σκηνοθέτη, αντιπροσωπεύτηκε από το
βασικό σκηνικό, έναν τεράστιο κύλινδρο που άλλοτε ανέβαζε τους ήρωες ψηλά
και άλλοτε τους άλεθε σαν τις μοιραίες μυλόπετρες.
Ένα βωβό πρόσωπο ντυμένο με αρχαιοελληνική χλαμύδα περιδιάβαινε το χώρο
(μια καθαρά θεατρική νύξη), ενώ ο Οιδίποδας του Βίκτορα Ντομπρονράβωφ ήταν
νέος, με ραγισμένο σταδιακά ναρκισσισμό έως την κατάρρευση. Μου άρεσε η
διαφορά ηλικίας του με την Ιοκάστη της Λουντμίλας Μαξάκοβα, που όμως
έπαιξε ως τσεχοφική ηρωίδα και όχι ως τραγωδός.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ