ΟΙ ΝΑΥΑΓΟΙ ΤΗΣ ΤΡΕΛΗΣ ΕΛΠΙΔΑς’11

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ «Οι ναυαγοί της τρελής ελπίδας» σε Σκηνοθεσία Αριάν
Μνουσκίν και δραματουργική επεξεργασία της Ελέν Σιξού, από το «Θέατρο του
Ηλιου»

Τυχεροί όσοι βρεθήκαμε κάποιο από τα βράδια του Ιουνίου στο τεράστιο κτίριο
της Athens Metropolitan Εxpo στον ευρύτερο χώρο του Αερολιμένα Αθηνών
«Ελευθέριος Βενιζέλος», για να παρακολουθήσουμε την τελευταία δημιουργία
ενός από τους συνεκτικότερους μύθους της θεατρικής Ευρώπης. Την Αριάν
Μνουσκίν και το «Θέατρο του Ηλιου».
Το ελληνικό κοινό την πρωτογνώρισε χάρη στο Φεστιβάλ Αθηνών το 2006,
όταν έκπληκτο παρακολούθησε το Τελευταίο καραβανσεράι και είδε για πρώτη
φορά να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του μια θεατρική φόρμα εντελώς
χειροποίητη, που ό,τι άγγιζε το έκανε μαγικό. Μια βαθειά λαϊκή τέχνη που
δεν κολάκευε το κοινό, αλλά φιλοδοξούσε να το κάνει κοινωνό σε μια αλήθεια
πέραν του τετριμμένου ρεαλισμού.
Η θεατρική αυτή κολεκτίβα, τελευταίος κρίκος μιας αλυσίδας καλλιτεχνικών
συμβάντων που γεννήθηκε τη δεκαετία του 60 στην Ευρώπη και ανδρώθηκε μέσα
από τα γεγονότα του Μάη του 1968, επιμένει να μας υπενθυμίζει ότι είναι
δυνατόν να υπάρχει, να εμπνέει και να λειτουργεί ακόμα και σήμερα, ένα
παρεμβατικό πολιτικό θέατρο υψηλής αισθητικής αξίας, με στόχο το πλατύ
λαϊκό κοινό.
Από την μια μεριά με επιρροές και εκλεκτικές συγγένειες από τον Π. Μπρουκ,
το σωματικό θέατρο του Ζακ Λεκόκ, τον Αρτό και τον Μέγιερχολντ, τον
πειραματισμό με τη φόρμα, την αντίληψη ότι ο ηθοποιός είναι αθλητής και
ασκητής συνάμα, την συναντίληψη για το λαϊκό θέατρο του Ζαν Βιλάρ και από
την άλλη με την επιρροή που άσκησε στη σκέψη της το Ασιατικό τελετουργικό
θέατρο, ως αντίθετο της δυτική εμπορευματοποίησης της τέχνης, η Μνουσκίν
συνθέτει αυτό που η ίδια ονομάζει «απόλυτο θέατρο».
Μα πάνω απ’ όλα στο τελικό αποτέλεσμα της δουλειάς της αποτυπώνεται το
σύνολο της αντίληψης για την λειτουργία της ίδιας της θεατρικής της
κολεκτίβας. Ηθοποιοί που ζουν και εργάζονται μαζί όλη την ημέρα στο χώρο
της Καρτουσερί, αμείβονται με τον ίδιο μισθό, μαγειρεύουν και τρώνε στην
κοινή κουζίνα, ασχολούνται με όλες τις εργασίες, παίζουν, ασκούνται,
πλένουν, φτιάχνουν σκηνικά, καλύπτουν τις διοικητικές εργασίες, καλλιτέχνες
και χειρώνακτες την ίδια στιγμή. Αποτελεί και το «Θέατρο του Ηλιου» μια
τελευταία θεατρική ουτοπία; Το μέλλον θα δείξει.
Πάντως έως τώρα η Μνουσκίν δεν μασάει τα λόγια της. Η κοινωνική της
παρουσία και η θεατρική της αντίληψη βρίσκονται σε απόλυτη αρμονία.
Ετσι δεν δίστασε να βγει στους δρόμους μαζί με τους άλλους Γάλλους
διαδηλωτές κατά των μέτρων λιτότητας του Σαρκοζί, ακόμα και να επισκεφτεί
την πλατεία Συντάγματος για να συμπαρασταθεί στο κίνημα των δικών μας
Αγανακτισμένων πολιτών, με ένα καλλιτεχνικό δρώμενο.
Το έργο «Οι ναυαγοί της τρελής ελπίδας», διαδραματίζεται παραμονές του Α’
Παγκοσμίου Θεάτρου (1914), όταν η μεγάλη ανάπτυξη του φιλειρηνικού
εργατικού κινήματος στην κεντρική Ευρώπη είχε σκορπίσει ελπίδες στους λαούς
και όλες οι επαναστατικές ιδέες θεωρούνταν εφικτές. Τότε μία ομάδα
ερασιτεχνών κινηματογραφιστών και ηθοποιών, αποφασίζει να γυρίσει μία
ταινία βωβού κινηματογράφου, βασισμένη σε έργα του Ιουλίου Βερν.
Οι ήρωες, μέσα στο λαϊκό μπαρ η «Τρελή Ελπίδα» που τους παραχωρεί ο
ονειροπόλος ιδιοκτήτης του, μαζί με το συνεργείο, ετοιμάζουν τα ζωγραφικά
σκηνικά, χρησιμοποιούν πρωτόλειες μηχανές, στήνονται μπροστά σε μια παλιά
κάμερα, γράφουν σε χαρτόνια τους διαλόγους και με τα χέρια τους φτιάχνουν
τις θύελλες, τις φουρτούνες και τα χιόνια. Σκοπός τους είναι να
δημιουργήσουν μια πολιτική προοδευτική ταινία για την επιμόρφωση του λαού.
Όμως το ναυάγιο είναι πολλαπλό. Η ταινία διακόπτεται από τα ζοφερά νέα. Ο
Ζαν Ζωρές, ο σοσιαλιστής ηγέτης δολοφονείται και ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος
ξεσπά. Όπως ακριβώς και στο μυθιστόρημα του Βερν όπου οι ήρωές του
ναυαγούν κάπου στον ωκεανό της Γης του Πυρός. Τα όνειρα αναβάλλονται.
Οι «ναυαγοί» της Μνουσκίν αποτελούν έναν ύμνο και έναν απολογισμό των
σοσιαλιστικών ιδεών του 20ου αι. Έναν ύμνο στην ανθρώπινη ουτοπία για μια
κοινωνία χωρίς πολέμους, ανταγωνισμό και βία, που τελικά καλείται η τέχνη
να διασώσει από το ιστορικό ναυάγιο. Αυτή είναι ο Φάρος της ελπίδας ,
δηλαδή η μεταφορά της μεγάλης αφήγησης στους νεότερους.
Είναι παράλληλα η ιστορία της δικής της διαδρομής, της διαδρομής της
κολεκτίβας της, ενώ η λογοτεχνία, το θέατρο, οι απαρχές του βωβού
κινηματογράφου, η επιστήμη και όλα τα επιτεύγματα του ανθρώπινου νου κατά
τον 20ου αιώνα, περνάνε από τη σκηνή του θεάτρου της που μετατρέπεται σε
θέατρο της μεγάλης Ουτοπίας.
Τριανταέξι αφοσιωμένοι ερμηνευτές, χειροτεχνουργοί του θεατρικού σύμπαντος
, η υπέροχη μουσική του Ζαν Ζακ Λεμέτρ που ο ίδιος παίζει επί σκηνής
(συνέθεσε 350 πρωτότυπα κομμάτια) και ο λόγος μιας τρυφερής αφηγήτριας που
μιλούσε ελληνικά με γαλλική προφορά, μας ταξίδεψαν επί τέσσερις ώρες στα
ρευστά νερά της ιστορίας, με την αθωότητα των πρωτοπόρων πιονιέρων της
τέχνης.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ