«ΟΙ ΤΡΕΙΣΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ» του Eugene Labiche, σε Μετάφραση-Διασκευή Στρατή
Πασχάλη και Σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά
Ποιος είναι λοιπόν πιο ευτυχισμένος από τους τρεις; Ο σύζυγος, ο εραστής ή
η σύζυγος;
Πριν 150 χρόνια ο Λαμπίς βγάζει τη γλώσσα στους κωμωδιογράφους της εποχής,
αποδεικνύοντας ότι η μοιχεία «βγάζει γέλιο» και μάλιστα ανατρέπει τα
τρέχοντα ισχυριζόμενος ότι ο πιο ευτυχισμένος από τους τρεις είναι «ο
σύζυγος».
Πίσω όμως από τα πρόσωπα των ανόητων, καλοζωισμένων αστών και τους
«ακατέργαστους επαρχιώτες» των έργων του, ο Λαμπίς μοιάζει ν’ αγαπάει τους
ανθρώπους, να υπονοεί μια «μαύρη, μέσα ζωή» που λαχταρά να γελάσει, να
ξεπεράσει τα όρια , να ζήσει.
Αυτό που δομεί τα έργα του όπως αναλύει στο δοκίμιό του «Το γέλιο» ο
Bergson είναι η «Μηχανοποίηση» των προσώπων, επαναλήψεις λέξεων και σκηνών,
αντιστροφή ρόλων, εμμονή με την αποκλίνουσα φυσική κατάσταση, παρομοίωση
ανθρώπων με πράγματα και πολλά άλλα».
Αυτό σημαίνει ότι ο ρυθμός είναι φρενήρης , οι ανατροπές συνεχείς, οι ήρωες
εν ολίγοις «τρέχουν και δε φτάνουν».
Το μυστικό φυσικά είναι το φυσικό λαχάνιασμα των ηρώων να αποδίδεται από
τους ηθοποιούς ατσαλάκωτα, σα μηχανικά κινούμενα που μπορεί να
κουτρουβαλιάζοναι αλλά ποτέ δεν λερώνονται.
Για να ανεβάσεις ένα τέτοιο έργο θεωρώ πως πρωταρχικό στοιχείο του
χαρακτήρα σου πρέπει να είναι η αίσθηση ενός προσωπικού χιούμορ που να
μπορεί να κανιβαλίζει τη σοβαροφάνεια, μια αγάπη για το παιγνίδι της ζωής.
Ο Γιάννης Χουβαρδάς αποφάσισε να αποδομήσει σχεδόν τη φόρμα διατηρώντας
κάποια γκαγκς, υπονομεύοντας το ίδιο το είδος.
Του πέτυχε;
Θεωρώ πως παρότι είχε έναν εξαίσιο θίασο, (Δημήτρης Τάρλοου συγκρατημένα
κωμική καρικατούρα, Χρήστος Λούλης, Λαέρτης Μαλκότσης κλπ) στάθηκε
αμήχανος μπροστά στον «θεατρικό μηχανισμό του Λαμπίς». Στη θέση του
εγκατέστησε μια λογικοφανή, ορθολογιστική κριτική των προσώπων και των
«σχέσεων». Αυτό υποδήλωσε και το ραδιοφωνικό απόσπασμα με τις «συμβουλές
προς παντρεμένες» που ακούγεται στην έναρξη. Ο μόνος που θεωρώ πως
διασώθηκε ερμηνευτικά είναι ο Αγγελος Παδημητρίου που φαίνεται πως φέρει το
DNA του σουρεαλισμού των ανθρώπινων επιθυμιών, είναι ο ίδιος ένας
αναγεννησιακός κλόουν που εκπέμπει χάρη και αρχοντιά.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ