ΟΛΓΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ OLA MAZI (2)

ΑΠΟΥΣΙΑ
Κάποια στιγμή
Πριν το γήρας,
πριν,
όταν ακόμα ελπίζει κανείς
Κάποιον Σεπτέμβρη,
όταν άκουσα να χτυπάει το κουδούνι
Στο διπλανό σχολείο
να ξεκινάει καινούργια σαιζόν
Μούρθε
Κι έκανα απολογισμό
Επίσημο
Τά’ βαλα όλα σ ένα Excel
Κερδοζημίες μιας ζωής
Τί μένει τελικά να δείξει
΄Ενιωσα τότε κυρίαρχη την απουσία
Και την αναμονή μιας παρουσίας
Που θ’ άλλαζε τα δεδομένα
Είδα επίσης μπροστά μου
την απουσία μεταμφιεσμένη
σε πρόσωπα
αδιάφορα
και τη μαύρη τρύπα του σύμπαντος
να με περιπαίζει…
Κι είπα, θυμάμαι:
Α στο καλό, ζω ακόμα…
ΟΤΑΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ(1)
Μου τέλειωσε η θάλασσα
Μόνο κάτι ξεραμένα φύκια έμειναν στα μαλλιά μου
Από τότε που κολύμπαγα στο αμνιακό υγρό της μάνας μου
Και μερικά όστρακα, άδεια κελύφη
Και μαραμένοι αστερίες
Σαν απομεινάρια ομφάλιου λώρου
Για να θυμίζουν
Τα πελάγη ευτυχίας
Τις κοιλάδες των δακρύων
Τα ρυάκια στα ρείθρα των δρόμων
Φθινόπωρα με σταλούσες βροχής
Χειμώνες με καταιγίδες
Άνοιξες με μυρωμένα βρόχινα χάδια στα μάγουλα
Και καλοκαίρια
Αχ αυτά τα καλοκαίρια
Με τις αρμυρές μπόρες
Και τις θαλασσινές βροχές
Όμως εμένα
Μου τέλειωσε η θάλασσα
Μαζί με την αναποδογυρισμένη βάρκα
Μαζί με τα προσφυγάκια που δεν την γνώριζαν
Μαζί με το φόβο τους στο βυθό
Επειδή ακριβώς δεν την γνώρισαν
Όπως εγώ Ερωτά μου
Μου τέλειωσε λοιπόν η θάλασσα
Δε θέλω πια να ταξιδεύω εντός της
Ούτε στην πλάτη του δελφινιού
Ούτε «στο φτερό του καρχαρία»
Πατέρα μην περιμένεις να παίξουμε τάβλι
Στην αμμουδιά
Γιατί της θύμωσα
Μου τέλειωσε η θάλασσα
Όταν είπες «δεν υποσχέθηκα πως θα μείνω»
Ας έλεγες τουλάχιστον «φεύγω»
Θα μου άφηνες έτσι για προίκα
Ότι κάποτε είχες όντως μείνει μαζί μου
Δεν το φαντάστηκα…
31 ΙΟΥΛΙΟΥ 2023
Ώρα: 19:13
Ο ΚΗΠΟΣ (3)
Έριξες κι εσύ μαύρη πέτρα πίσω σου
Τί σου ’ φταιξε
Και καλά η μάνα, ο πατέρας
Όμως αυτοί
Αλαφροϊσκιωτοι
Πετούν πάνω από τους τάφους τους
Δε σ’ ενοχλούν
Ή μήπως όχι
Αλλά ότι θα γλυτώσεις οριστικά
Πώς και το σκέφτηκες
Αφού το σπίτι κατοικεί στο μυαλό σου μέσα
Κι εσύ που το κουβαλάς στην πλάτη σου
Για να λευτερωθείς
Δήθεν
Πρέπει να καείς κι ίδιος μαζί του
Σαν τη χελώνα
Μετά την πυρκαγιά στο δάσος
Επίστρεψε λοιπόν
Ποιο το νόημα της αποχής σου
Βλέπεις
Θέριεψαν τα χόρτα κι οι αγρωστίδες
Στον πίσω ακάλυπτο
Δεν είναι κήπος πια…
ΙΟΥΛΙΟΣ 2023
Ώρα 10:45 πμ
ΕΝΑ ΔΑΚΡΥ (2)
Αλήθεια σου το υποσχέθηκα
Ορκίστηκα πάνω στο στιλπνό σου σώμα
πάλεψα γι αυτό
στήθος με στήθος
πριν το χαράξει ο ιατροδικαστής
κι οι δημοσιογράφοι
Ούτε ένα δάκρυ που σ έχασα
Και τώρα πρέπει να το τηρήσω
Μη με πιάσουν στο στόμα τους
Οι καλοθελητές και οι φασίστες
Μην πουν πως δείλιασες
πριν το θάνατό σου
Γιατί τώρα εγώ είμαι η εκπρόσωπος τύπου
Αγάπη μου
Της άγριας, άγιας φύσης σου
Μα και πώς να γίνει
με τη δικιά μου αιμάσσουσα φύση
τη θηλυκή
Που σπαράζει μαλακή καθώς είναι
αφεαυτού της
Φοβάμαι πως αυτό το κύμα μέσα μου
Θα με πνίξει
Αν έτσι γίνει
Φροντίστε οι επιζώντες
με τ’ απόνερα
να ποτίσετε
τις μωβ ορτανσίες στο πίσω μπαλκόνι
ΙΟΥΛΙΟΣ 2023
Ώρα 19:37
ΕΡΩΤΙΚΟΝ
Στον Μάνο Χατζηδάκι
Μίλησέ μου
Για τον Κεμάλ και τον Μπολιβάρ
Κάτω από μια πανσέληνο χάρτινη
Μίλησέ μου για τα μαχαίρια και την Αγάπη
Για τη δίκοπη ζωή
Μίλησέ μου
Μια νύχτα στην οδό Αθηνάς
Κάτω από τα μπορντέλα
Και την Ακρόπολη
Βάλε μου μπαλάντες ν ακούσω
Ν αντέξω τη Σκοτεινή Μητέρα
Να πιστέψω στην Αθανασία
Να ξεπεράσω τους Μύθους της γυναίκας
Που με κατατρέχουν από κορίτσι
Πες μου, πες μου πάλι και πάλι
Πως η Αμαρτία δεν είναι δική μου
Είναι Βυζαντινή
Ενώ εγώ είμαι Αρχαία
σαν τον Έρωτα
Μίλησέ μου για την Ελένη
Δεν έφταιγε αυτή
για τον πόλεμο
Πώς να φταίει η ομορφιά για το αίμα
Ή μήπως όχι
Φταίει;
Κύριε Μάνο
Γύρνα με στην Εποχή της Μελισσάνθης
Πόθησα την Αμοργό του κυρίου Νίκου
Και το μπλε
Αλλωστε
Είμαι μόνο ένα Μεθυσμένο κορίτσι
Που ονειρεύεται
Αυτόν που λείπει
Μην αργείς,
Δεν έχω χρόνο
γερνάω
Και δε θα προλάβουμε…
ΓΑΛΑΤΣΙ 7/12/23- Ώρα 2:12
ΦΥΓΗ
Castlevania Nocturne
Ητανε λέει ολόφωτο,
Σαν πολυέλαιος που έπλεε
στα νερά του λιμανιού
Με την πλώρη του
ίσα
Στον κάθετο δρόμο της πόλης
που ΄φτανε στη θάλασσα
Στραφτάλιζαν τα φινιστρίνια
σα γυαλάκια
ιριδίζοντας τα νερά
Κι οι μουσικές από τη σάλα του χορού
ταξίδευαν
Στα μαγαζιά, τα ουζάδικα, τα καφενεία
και τα Εδώδιμα – Αποικιακά
Κι οι καμαρώτοι έμπαιναν στα Είδη Προικός
να διαλέξουν ασπρόρουχα για τις κουκιέτες
Οι μούτσοι με τα φαράσια και τις σκούπες τους
καθάριζαν τα ρείθρα των δρόμων
Από τα φύλλα
πού ΄ριχναν τα μπαλκόνια
των νοικοκυραίων
και τη σκουριά των fer forge
Όταν τελικά το πλοίο εισήλθε στην πόλη
Γλιστρώντας ήσυχα στην καρδιά της
Στα εμπορικά και τα ρετιρέ
Παρασέρνοντας στον τρόμο
επιβάτες και κατοίκους
Ακούστηκε το γέλιο της
να ξορκίζει τις μουσικές του Μοντεβέρντι:
Castlevania Nocturne
Γαλάτσι 7/12/2023
Ώρα: 12:44
ΟΝΕΙΡΑ ΑΠΟ ΒΑΚΕΛΙΤΗ
Μια βραδιά του Νοέμβρη
Σε συνάντησα στον αστερισμό του Ταύρου
Καθώς έλαμπες στα 112
Σ’ ακολούθησα στα μπλε του Ωρίωνα
καβάλα στ’ Αστέρι του Βορριά
Και στον αστερισμό του Αργους
καβάλα στο Ναό
Με γλύκανε η Ανδρομέδα κι η Κασσιόπη
και με ξεγέλασε του Γάλακτος ο Κύκλος
Πριν με καταπιούν
Τα σκοτεινά Νεφελώματα
Ω Σείριε και Πολυδεύκη
Μαλακώστε τον ύπνο μου
Διώξτε τα σκληρά όνειρα
Αυτά από ανθεκτικό Βακελίτη
Το ξέρω
Πάντα θα ξεφεύγει η Σελήνη από το νερό
καθώς το ανακατεύω
μέσα στον τσίγκινο σίγλο
Δεν είμαι παιδί
Να πιάνω με τα χέρια μου τ αστέρια
Καθώς αντιφεγγίζουν
στις χαραμάδες απ’ τις μισόκλειστες γρίλιες
Σε τί ωφελούν εν τέλει
Κι εκείνα τα όνειρα που επιμένουν;
ΓΑΛΑΤΣΙ 10/12/2023
Ώρα 2:26
ΚΑΠΟΤΕ
Κάποτε, μια νύχτα,
θ’ ανοίξω τα
μεγάλα κλειδιά των τρένων
για να περάσουν οι παλιές μέρες…
Τάσος Λειβαδίτης
Ο θαλασσινός αέρας της έφερνε λουλούδια στο στόμα
Έφτυνε πέταλα από τριαντάφυλλα και μαργαρίτες
Άσπρα και κίτρινα
Νεκρολούλουδα σκέφτηκε
Λιγωμένος ο άνεμος από τις μυρωδιές
Παράσερνε κυπαρισσόμηλα και πευκοβελόνες
Ενώ ένας άλλος
Από την Αφρική αυτός
Πασπάλιζε με άμμο τα ρουθούνια
Στέγνωνε τη γλώσσα και το φάρυγγα
Κι ένας βήχας σα σπασμός έρωτα ή θανάτου
Πάσχιζε να ξαναδώσει ζωή σ’ ό,τι φάνταζε νεκρό
Μέσα στα χρόνια
Και σκέφτηκε πάλι πως χρωστούσε στον Τάσο Λειβαδίτη
Ένα χέρι βοηθείας ώστε
« ν’ ανοίξουν τα μεγάλα κλειδιά των τρένων
για να περάσουν οι παλιές μέρες»…
3/1/2024
ΤΟ ΚΑΔΡΟ
Ο ΘΕΟΣ ΚΙ Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ
Όταν ο πατέρας μας έβαλε να διαλέξουμε για προίκα μας το οικόπεδο στου Παπάγου ή το νεοκλασικό του Μεταξουργείου, με θέα την Ακρόπολη, μες το κέντρο, τα σινεμά και τα θέατρα, δυο βήματα το Κοτοπούλη και το Εθνικό, αλλά και το Περοκέ, εγώ σαν μεγαλύτερη φώναξα «φυσικά το νεοκλασικό δικό μου» κι ας είχε ακόμα σημάδια στις προσόψεις από τις μάχες του Δεκέμβρη του 44 κι ήταν κλειστό εδώ και δέκα χρόνια. Μετά το θάνατο της μητέρας από φυματίωση στο λοιμό του ’41, μείναμε στο πατρικό του πατέρα, μια διπλοκατοικία στο Παγκράτι που όμως προορίζονταν για την χήρα θεία από την πλευρά του πατέρα, που συγκατοικούσε μαζί μας. Στην αδερφή μου έμεινε το οικόπεδο προς το βουνό, «τί, εκεί θα με φάνε τα τσακάλια» είπε , αλλά το βλέμμα του Στρατηγού την έκοψε με τη μία, σαν ξιφολόγχη, δε σήκωνε πολλά-πολλά, ο πατέρας.
Η μεγαλύτερη διαλέγει πρώτη.
Κι έτσι η αδερφή μου σε λίγα χρόνια έγινε η κυρά – Νίνα, με δύο παιδιά, σύζυγο ταγματάρχη, που την πέρναγε καμιά δεκαπενταριά χρόνια, ψηλός, σπαθάτος που επί «επαναστάσεως του ‘67», πήρε δάνειο, έκτισε μεζονέτα, άνοιξε αργότερα κι η Κατεχάκη, σε 20 λεπτά ήσουν στο κέντρο, με αυξομειώσεις των νόμων και του «αέρα» έκτισε κι άλλους δύο ορόφους, έναν για κάθε παιδί , συμπλήρωνε έτσι το μισθό του , όλα καλά κι ωραία.
Μετά το γάμο της αδερφής μου το 57 και το θάνατο του πατέρα εκεί γύρω στο 58, μετακόμισα στο παλιό αρχοντικό, με την εσωτερική αυλή και τα μπαλκονάκια με τα περίτεχνα φουρούσια να βλέπουν τη Μ. Αλεξάνδρου κι από κει την Ακρόπολη, προίκα της μάνας μου και τώρα δική μου.
Ήμουν λεπτή, καστανή με μεγάλα μαύρα μάτια, στα 29, και περίμενα ότι ο ακριβός μου Λοχαγός, θα φανεί καθώς του πρέπει.
Δύσκολα το’ φερνα βόλτα τούτο το απαιτητικό σπίτι με τα ζωγραφιστά ταβάνια, τις σκάλες, σκαλίτσες, αποθηκάκια, πλυσταριά, δωμάτιο υπηρεσίας, κουζινοτραπεζαρία, μικρά κουζινάκια, βεσέδες και μπάνια, ξύλινα πατώματα που θέλαν συντήρηση, τα’ τρωγε το σαράκι, γέμισαν τρυπίτσες, ζωντανό πράγμα το ξύλο , μουρμούραγε τα βράδια, αλλά και τα μάρμαρα, μαύριζαν, λύγιζαν από τον χρόνο. Τα χρήματα που μου άφησε ο πατέρας ίσα που έφτασαν για την πρώτη ανακαίνιση, μόνον οι τρύπες από τις σφαίρες εκείνου του αναθεματισμένου του Δεκέμβρη δε λέγανε να κλείσουν.
Αλλά δεν το’ βαλα κάτω… Ούτε όταν έκλεισαν τα θέατρα και τα σινεμά, ούτε κι όταν γέμισε ο τόπος από τα ερειπωμένα δίπατα που πια φιλοξενούσαν τον «αγοραίο έρωτα» και λεωφορεία έσκουζαν κάτω από το παράθυρό μου. Ούτε κι όταν γέμισε η πλατεία με ανθρωπάκια μαυριδερά, γυναίκες με πολύχρωμες μαντίλες, ή άλλες με πολύχρωμες φορεσιές και σκούρα πρόσωπα που’ σερναν παιδόπουλα στις λίγες αλάνες και κάθονταν σε ακόμα λιγότερα παγκάκια. Ούτε όταν ο αέρας μύριζε κάρυ κι άλλα έντονα μπαχαρικά που δεν τα ήξερα κι ούτε ήθελε να τα μάθω. Απλώς οι βόλτες μου έπαψαν να γίνονται προς τα κάτω, στο δρόμο, στη γειτονιά, όλο και περισσότερο τα βήματά μου με οδηγούσαν προς τα πάνω, στην ταράτσα κι από κει τα μάτια μου ταξίδευαν στη φωτισμένη Ακρόπολη.
Δεν ξέρω πότε ακριβώς έπαψα να περιμένω τον ωραίο λοχαγό που’ χα γνωρίσει ένα καλοκαίρι του 57 στις κατασκηνώσεις του Αγίου Ανδρέα.
Μη με ρωτάτε περισσότερα…Δε θέλω να θυμάμαι.
Ούτε τα χρόνια που περνούν μετράω…
Για μένα ο χρόνος δεν έχει αρχή και τέλος.
Χρόνος είναι οι ωραίες εικόνες..
Ακόμα και του μυαλού.
Ωραίες στιγμές..
Ωραία πρόσωπα..
Ας πούμε:
Θυμάμαι την Κάλλας στο Ηρώδειο το 1957. Αυτή μάλιστα ..Είναι μια ημερομηνία με νόημα…Είχε γίνει χαμός στις εφημερίδες και στην αρχή είχε ματαιώσει την εμφάνισή της. Ζήταγε πολλά; Κρύωσε; Εφταιγε ο αέρας στο κότερο του Ωνάση; Λέγονταν πολλά…
Στην Επίδαυρο το 60 και το 61, δεν κατάφερα να πάω…Ετσι έχασα τη Νόρμα και τη Μήδεια.
Ετσι δεν ξέρω και πότε ακριβώς μεταβλήθηκα από Δεσποινίς Ευδοκία, σε «άγαμη θυγατέρα», κόρη Στρατηγού «που Θεός σχωρέστον, μου άφησε καλή σύνταξη να πορεύομαι αξιοπρεπώς».
Ίσως ήταν πριν 10 χρόνια, όταν άκουσα στην τηλεόραση ότι μειώνονται οι συντάξεις «των αγάμων θυγατέρων» και ειρωνεύονταν οι παρουσιαστές των ειδήσεων τη γενιά μου και τα εθισμένα της. Αλλά πού ξέρουν αυτοί;
Λίγο – λίγο σταμάτησα εντελώς να βγαίνω από το σπίτι. Τηλεφωνούσα και μου τα’ φερναν όλα.
Ο μπακάλης, ο μανάβης και το παιδί από το κούριερ.
Αυτό τελικά, με ενοχλούσε περισσότερο απ’ όλα. Όχι ο νεαρός. Μια χαρά παιδί ήταν. Αλλά «το κούριερ».
Εγώ γνώριζα τον ταχυδρόμο… Αυτόν περίμενα χρόνια τώρα…. Αυτός μου έφερνε επιστολές, λογαριασμούς, πακετάκια, ευχετήριες κάρτες, τη σύνταξη. Γιατί εγώ ανήκω στα χειροποίητα χρόνια της ιστορίας (με περηφάνια).
Στην αρχή της κρίσης – εγώ άντεξα…
Σιγά – σιγά όμως, με τις περικοπές και τις λοιδορίες των δημοσιογράφων της τηλεόρασης για τις «άχρηστες άγαμες θυγατέρες, που το κράτος τις ταϊζει τζάμπα και εν πάση περιπτώσει να πάνε να εργαστούν», ενέδωσα και νοίκιασα το ημιυπόγειο σε μια οικογένεια Αφγανών, το ζευγάρι και τέσσερα παιδιά, δύο κορίτσια και δύο αγόρια, παιδόπουλα 6 με 10 χρόνων, με χαρτιά, παράνομους δεν ήθελα στο σπίτι μου, άλλο αν τα χρήματα τα έπαιρνα μαύρα, (θα έχανα τη σύνταξη αλλιώς, μου τα’ πε εμένα ο λογιστής μου) μ’ αυτή τη συμφωνία τους δέχτηκα. Συστάσεις πήρα από τον κυρ- Μιχάλη τον εργολάβο που είχε χτίσει τη μισή γειτονιά και που είχε τον άνδρα στη δούλεψή του. Τώρα συνταξιούχος, χαιρόταν τα κόπια του σ’ ένα προάστιο, την Άνοιξη, στο πουθενά δηλαδή, εγώ γνωρίζω τα καλά προάστια, την Κηφισιά και την Εκάλη απ’ τα Βόρεια, τη Γλυφάδα, άντε και τη Βούλα, Βουλιαγμένη στα Νότια. Ποια Άνοιξη και κουραφέξαλα. Μπογιάτι το ξέραμε οι παλιοί. Και Μπογιάτι έμεινε.
Επαφές δεν είχα μαζί τους, κατά καιρούς μόνο ένα από αυτά τα μελαμψά ανέβαινε τη βαριά ξύλινη σκάλα για να μου φέρει την αλληλογραφία, ή τα ψώνια που άφηναν στο πλατύσκαλο οι μαγαζάτορες της γειτονιάς. Δεν με ενοχλούσαν καθόλου. Να έλειπαν κι εκείνες οι βαριές μυρωδιές που ανέβαιναν από το φωταγωγό κατ’ ευθείαν στα ρουθούνια μου!!! Αλλά δεν μπορείς να τα ’χεις όλα σ’ αυτή τη ζωή.
Κι όλο ανέβαινα στην ταράτσα ..
Είχα γίνει πιά η «Κυρία Ευδοκία».
Δεν τους διόρθωνα…
Εκείνο το… «Δεσποινίς παρακαλώ» όταν κάποιος με προσφωνούσε «κυρία» , ήταν γελοίο και το ‘ κοψα…
Και πέρασαν κι άλλα χρόνια…
Πέσαν πάνω στα προηγούμενα, φτιάξαν έναν μαλακό «γιούκο», σαν της γιαγιά μου – τι θυμήθηκα πάλι – κι εγώ ξάπλωνα επάνω τους, άνετη, χωρίς φορτία, από παιδιά, γατιά, συγγενείς, κυρίως αυτούς …τους συγγενείς…
Α!!! όχι..εγώ υπήρξα «ανεξάρτητη, μονήρης»… Χωρίς δεσμεύσεις…
Τώρα τελευταία μεγάλο σαματά έκαναν στην τηλεόραση μ’ αυτό το «lock dawn”.
“Verrouiller”, “Verrouiller” παρακαλώ. (Βεγουιγιέ)
Εγώ είμαι της γαλλικής σχολής. Τα αγγλικά δεν μου ταιριάζουν. «Πολύ εμπορικά». «Δεν είναι για γυναίκες της τάξεώς μας».
Παρακολουθούσα λοιπόν αδιάφορη τις εξελίξεις γύρω από αυτήν την καινούργια γρίπη, τον «κορωναϊό» όπως τον έλεγαν.
Το μόνο που έκανα ήταν να πάρω τηλέφωνο τον κύριο Δημοσθένη, ιατρό κουράντε της οικογένειάς μας χρόνια τώρα, συνταξιούχο πλέον, αλλά πλήρως ακμαίο και ενημερωμένο, για να μάθω αν κινδυνεύω.
«Όχι δεσποινίς Ευδοκία μου είπε» (χιχι…είναι ο μόνος που δε διορθώνω…παλιό φλερτ βλέπετε). Μόνο άσε τις πολλές επαφές με τους έξω κι όλα θα πάνε καλά».
Και πήγαιναν. Τίποτα άλλωστε δεν είχε αλλάξει τη δική μου ρουτίνα . Ούτε είχα πολλά – πολλά με τους απ’ έξω..
Κι ούτε καταλαβαίνω γιατί όλοι λύσσαγαν να βγουν απ’ τα σπίτια τους. Η δικιά μου Αθήνα είχε πλέον πεθάνει μαζί με τους ανθρώπους που θεωρώ αντάξιούς της τάξης μας. Ακόμα κι οι καλλιτέχνες που εκτιμούσα είχαν αποδημήσει.
Ποιόν να πρωτοθυμηθώ και ποιο θέατρο να μνημονεύσω;
Ποιος είναι ο σημερινός Χορν; Ο γλυκός μου ο Τάκης…Είχαμε γνωριστεί στο Βρετάνια. Μετά από μια παράσταση. Ηταν τότε μαζί με τη Λαμπέτη και τον άλλο το γόη, τον Γιώργο τον Παππά.
Και στο Μουσούρη και στο Κεντρικόν…
Αλλά και ένα Ριχάρδο Γ’ στο Δημοτικό του Πειραιά…Για τον Τάκη μιλάω…Θάταν το…
Αχ εποχές!!!
Δεν έχανα και τη ραδιοφωνική εκπομπή «Ο ταχυδρόμος έφτασε». Ο Χορν διάβαζε φανταστικά γράμματα ακροατών, μ’ εκείνη τη ζεστή, ανδροπρεπή φωνή του…
Εγώ ήμουν περισσότερο του λυρικού . Είχα διαρκείας στο Ολύμπια.
Είχα δει μία εξαιρετική Αϊντα εκεί το 58, αν θυμάμαι καλά.
Και στο Εθνικό κυρίως Παξινού – Μινωτή.
Μόνο το «Βίρα τις άγκυρες» μ’ έπεισε η αδερφή μου να πάμε να δούμε στο Θέατρο Βέμπο. Τραϊφόρος, Γιαννακόπουλος και η θεά η Σοφία Βέμπο. Γράφαν οι εφημερίδες για τα λούσα και τα ακριβά σκηνικά…Κι αλήθεια γέμιζε το μάτι σου…Αλλά εγώ είπαμε.. Ημουν του σοβαρού θεάτρου
Ηταν όμως καλοκαίρι…Καλοκαίρι του ’50!!!
Φορούσα μία έξωμη τουαλέτα μπλε σαξ.. Καλοκαιρινό μπροκάρ πουαντιέ και μαλλιά κότσο. Πρώτη μου φορά και κραγιόν κόκκινο της l’Οreal.. Μου τόχαν φέρει από το Παρίσι…
Και μετά παγωτό στο Green Park…
Μύριζαν τα λουλούδια κι ένα αεράκι κατέβαινε από το Λυκαβηττό…Ωραία πόλη η Αθήνα τότε…
Τώρα μου είναι ξένη πλέον. Ξένη και αδιάφορη. Μου αρκεί που μπορώ ακόμα να ανεβαίνω στο ταρατσάκι και να βλέπω την Ακρόπολη.
Εκεί πέρασα σχεδόν όλα τα απογεύματα της περίφημης καραντίνας τους… εκεί ήμουν και την Μεγάλη Παρασκευή, ν’ ακούω το «Αι γενεαί πάσαι» και «ω γλυκύ μου έαρ» από το τραντζιστοράκι μου που δεν αποχωρίζομαι ποτέ, στο Γ’ πρόγραμμα το έχω, να μυρίζω το λιβάνι που άναψα και τ’ αγιόκλημα που συνεχίζει να γεμίζει το φράχτη του ακάλυπτου.
Αυτές οι μεγαλοβδομαδιάτικες βραδιές….σε λιγώνουν….
Πέρασε έτσι και το Πάσχα…
Ένα βράδυ όμως με έπιασε βήχας οξύς. Το πρωί είχα δύσπνοια και πυρετό. «Κάποιο κρύωμα άρπαξα στην ταράτσα», σκέφτηκα. Όμως τα πράγματα τις επόμενες μέρες χειροτέρεψαν.
Τώρα πραγματικά είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Όχι φιλολογικά…Αλήθεια.
Δεν ξέρω πόσες μέρες πέρασαν.
Θυμάμαι να ιδρώνω, να βήχω να βαράει το κεφάλι μου από τον πονοκέφαλο.
Μέσα σε λήθαργο άκουγα από κάπου μακριά να χτυπάει το κουδούνι της πόρτας με επιμονή, συνεχώς.
Μετά…. τίποτα.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου βρισκόμουν μέσα σ’ ένα ασθενοφόρο και μια μάσκα οξυγόνου. Δίπλα μου χαμογελούσαν δυο μαύρα μάτια που ξεπρόβαλαν από το κλαρωτό κεφαλόδεσμο. Αναγνώρισα τη Μασούμα. Αναγνώρισα και το λεπτό της χέρι το βαμμένο με χένα , με σχέδια πολύπλοκα, να με ταϊζει κουταλάκι, κουταλάκι τη σούπα…
Ευτυχώς πούχα αφήσει κλειδιά στον κυρ-Μιχάλη…
Ευτυχώς πούχα νοικιάσει το υπόγειο…
Τα μάτια μου πλανήθηκαν στο χώρο και καρφώθηκαν στο μικρό παραθυράκι που το ξεφτισμένο άσπρο του χρώμα, άφηνε να φαίνεται ο δρόμος κι ένας ήλιος ανοιξιάτικος. Ήταν αλήθεια ή το φανταζόμουν ότι αφήναμε πίσω τις ανθισμένες νεραντζιές κι ο δρόμος ήταν η Πατησίων και μετά η Αλεξάνδρας και έβλεπα ρεκλάμες θεάτρων και κινηματογράφων, το Άλσος αυτό πρέπει να ήταν το Πεδίον του Άρεως, ίδιο όπως τότε τα χρόνια του ’60, η Λεωφόρος άδεια, (ακουγόταν μόνο η σειρήνα του ασθενοφόρου) που με πήγαινε βόλτα στην πόλη μου .
Την πόλη πούχα ξεγράψει μέσα μου.
Την πόλη πούχα αδικήσει …
«Δεν είναι κι άσχημα σκέφτηκα. Παρόλο που πέρασαν τόσα χρόνια”.
Έριξα μια πλάγια ματιά στη νεαρή Αφγανή, τη Μασού, όπως τρυφερά τη φώναζε ο άντρας της, που μου κρατούσε το χέρι και ένιωσα πως άρωμα από άνθη νεραντζιάς τρύπωσαν κάτω από τη μάσκα οξυγόνου κι ο τόπος ευωδίασε Άνοιξη.
«Ο Θεός κι ο γείτονας» σκέφτηκα και μισοχαμογέλασα… Δίκιο είχε ο πατέρας μου.
Μήπως εγώ είχα αδικήσει τον κόσμο;
Αει στο καλό!!! Τι θυμήθηκα τώρα.
Κι έχει ένα φεγγάρι απόψε…που λάμπει πάνω απ’ την Ακρόπολη….
Ο ΒΥΘΟΣ
Ετρεχε.
Αν κάποιος τη φωτογράφιζε με μηχανή υψηλής ευκρίνειας, θα αποτύπωνε στο χαρτί μια μαύρη τρομαγμένη γαζέλα. Η ίδια φωτογραφία σε κοντινότερο πλάνο, θα έδειχνε τα χέρια της που έκλειναν σε γροθιές, να κρατάνε ψηλοτάκουνα πέδιλα, ροζ περλέ, στραβοπατημένα κάπως.
Ενα μικρό περήφανο αιλουροειδές, που σα να ξέφυγε από την οικεία του ζούγκλα για να βρεθεί στην άσφαλτο, κυνηγημένο από αχρείους εισβολείς, κυνηγούς κεφαλών ή δερμάτων.
Ετρεχε λοιπόν. Για πρώτη φορά χρησιμοποιούσε για να προστατέψει τον εαυτόν της, τη δύναμη που της χάρισε η φύση . Δυνατά πόδια, γεμάτη αναπνοή και διασκελισμό που κάποτε, πριν από αιώνες, θα είχαν σώσει πολλούς προγόνους της από αντιπάλους άγριους αλλά έντιμους. Θηρία της ζούγκλας ή αλλόφυλους.
Εκείνη τώρα άκουγε μόνο τη φωνή της μητέρας της που της φώναζε μέσα από καπνούς «τρέξε Αϊντα, τρέξε».
Η άσφαλτος έκαιγε. Απομεσήμερο ενός καυτού Ιούλη κι η Πειραιώς έγερνε κάπως ηττημένη από τη λαύρα. Οι πίδακες της πλατείας Ομονοίας ξέρναγαν ψεύτικο νερό που δεν είχε τίποτε να δροσίσει. Πένθιμες ελιές, ξεχασμένες μέσα σε μισοβυθισμένες γλάστρες έκαναν το τοπίο αλλόκοτο. Νεκροταφείο άταφων ψυχών είχε γίνει η παλιά πλατεία, αφού πρώτα χρημάτισε νεκροταφείο αρχιτεκτονικών ιδεών και επηρμένων αρχόντων.
Ενας τίμιος δήμαρχος θα φύτευε γύρω – γύρω από την πλατεία κυπαρίσσια και στο κέντρο της ένα μνημείο πεσόντων ψυχών και εξευτελισμένων σωμάτων. Μονον ένας τίμιος.
Αλλά η Αϊντα έτρεχε. Οσο απομακρυνόταν από την οδό Σωκράτους και το μικρό εξαθλιωμένο μοτέλ, το τυλιγμένο στις φλόγες, τις σειρήνες της Πυροσβεστικής και της αστυνομίας, ένιωθε για πρώτη φορά ελεύθερη. Περίεργη που είναι η ζωή. Ο δρόμος της οδού Πειραιώς είχε γίνει για λίγο ο δρόμος της ελευθερίας της. Σαν να γεννήθηκε τρέχοντας, σαν όλη της τη ζωή να την πέρασε τρέχοντας κάτω από έναν ήλιο καυτό να της καίει την πλάτη.
Ο ιδρώτας διέτρεχε το μαύρο της δέρμα σαν βροχή πάνω σε μαύρη ολοκαίνουργια λαμαρίνα και μετά έσταζε κάτω, σε ένα έδαφος που κάποτε ήταν γη. Δεν ήξερε πού βρισκόταν. Ποτέ της δεν είχε απομακρυνθεί από την οδό Σωκράτους, το πίσω μέρος του παλαιού Δημαρχείου και την Αγορά της οδού Αθηνάς. Εκεί που αργά το μεσημέρι μέχρι χτες, ξεδιάλεγαν αυτή και η μητέρα της από τα σκουπίδια της λαχαναγοράς, ζουλιγμένα φρούτα και μαυρισμένα λαχανικά.
Το δρόμο που αργά το βράδυ θα την ξεδιάλεγαν κι αυτήν, αν ήταν τυχερή, για λίγα ευρώ.
Ο φόβος της είπε κάποια στιγμή να χαθεί στα στενά, ο μεγάλος δρόμος την αγρίευε.
Χώθηκε στο πρώτο που συνάντησε κι ακολούθησε τη μάντρα στα δεξιά της. Πίσω διέκρινε τα κτήρια ενός εγκαταλελειμμένου εργοστασίου. Εάν ήταν τυχερή μπορεί και να σωζόταν. Για πόσο δεν ήξερε. Η ζωή κερδίζεται από τις στιγμές της.
Η μεγάλη μαύρη σιδερένια πόρτα φαινόταν κλειστή και απαραβίαστη, όταν όμως πλησίασε, διέκρινε ένα μικρό άνοιγμα. Με το θάρρος της απελπισίας πλησίασε και την έσυρε τόσο ώστε να περνάει. Μπροστά της ξανοίχτηκε ένας χώρος σχεδόν μαγικός. Προχώρησε και κούρνιασε τρέμοντας παρά τη ζέστη, πίσω από κάτι περίεργες λαμαρίνες και υλικά γι αυτήν άγνωστα, κάτω από ένα υπόστεγο κλειστό και συνάμα ανοιχτό, με μεγάλα τζαμωτά παράθυρα, άλλα σπασμένα και άλλα βρώμικα. Εκλεισε τα μάτια της για λίγο. Τόσο όσο να μαζευτεί στον εαυτό της.
Η Μάντα βρισκόταν στα κτήρια της οδού Πειραιώς 260 από το πρωί κι η ώρα είχε πάει 5. Η παράσταση άρχιζε στις 9 και η τεχνική πρόβα καρκινοβατούσε. Η ζέστη χειροτέρευε τα πράγματα και τα κλιματιστικά δεν κατάφερναν να δροσίσουν επαρκώς το παλιό αχανές κτήριο που κάποτε φιλοξενούσε τις μηχανές του εργοστασίου επίπλων του Τσαούσογλου.
Μα πάνω απ’ όλα ήταν η ίδια η σκηνοθέτης που δυσκόλευε τα πράγματα. Τίποτε δεν έδειχνε να την ικανοποιεί και άλλαζε την τελευταία στιγμή τις οδηγίες.
Το να είσαι βοηθός της γυναίκας που είχε γίνει πια μύθος όχι μόνο για τις πρωτοποριακές της σκηνοθεσίες αλλά και την υπαρξιακή της δυσθυμία, αποτελούσε από μόνο του άθλο.
Πόσο μάλλον που είχε ανακοινώσει πως αυτή θα ήταν η τελευταία της σκηνοθεσία, πλέον θα αποχωρούσε από τη θεατρική σκηνή. Αισθανόταν ότι δεν είχε τίποτε άλλο να πει.
Η σημερινή παράσταση ήταν «Ο Βυθός» του Γκόρκυ. Μια σύγχρονη ανάγνωση του έργου που η σκηνοθέτης μετέφερε από την Μόσχα των αρχών του 20ου αιώνα, στην Αθήνα των αρχών του 21ου.
Το άθλιο παράπηγμα που στέγαζε τους απόκληρους της προεπαναστατικής Ρωσίας, είχε αντικατασταθεί από μια εξ ίσου άθλια πανσιόν του κέντρου της Αθήνας που στέγαζε μετανάστες για 5 ευρώ τη βραδιά. Στο θίασο υπήρχαν και ηθοποιοί μετανάστες δεύτερης γενιάς, μαύροι, ασιάτες και βαλκάνιοι. Ενας σύγχρονος πύργος της Βαβέλ.
Ακόμα και η Βασιλική που με σπουδές σκηνοθεσίας στο Λονδίνο ήταν εξοικειωμένη με αυτό που αναφέρεται ως «θέατρο στα μούτρα», είχε πιάσει τον εαυτό της να σοκάρεται από τις σκηνές βίας και την οσμή θανάτου που απέπνεε. Μια άποψη χωρίς καμία διαφυγή. Η σκηνοθέτης καθιστούσε το κοινό υπεύθυνο γιατί κατρακύλησε ολόκληρη η κοινωνία στο βυθό. Και του το ‘δειχνε.
Όταν βγήκε από τη σκοτεινή αίθουσα, τη χτύπησε ο ήλιος κατακούτελα.
Αρχισε να περιφέρεται στο χώρο εκνευρισμένη, από την αϋπνία, το άγχος, τη ζέστη και την ανασφάλεια για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα του εγχειρήματος.
Ξαφνικά από το κτήριο που χρησιμοποιούνταν ως πάρκιγκ αυτοκινήτων, είδε έναν από τους ανθρώπους ασφαλείας, από κείνους τους μισθωμένους σεκιουριτάδες, να τραβάει σχεδόν σηκωτό ένα κορίτσι. Ετρεξε προς τα κει και πλησιάζοντας είδε το τρομαγμένο παιδί-κορίτσι με το μαύρο δέρμα , τα ξυπόλητα πόδια, την μικροσκοπική τζιν φουστίτσα, το ροζ μακό μπλουζάκι και τα τεράστια ματωμένα μάτια να την τρυπούν στο στήθος, κατάσαρκα. Μικρές πολύχρωμες φουντίτσες στόλιζαν τα μαλλιά της και τα νύχια της ήταν κεντημένα λες, με κόκκινη χένα. Από κει κρέμονταν ένα ζευγάρι στραβοπατημένα , ροζ περλέ, ψηλοτάκουνα πέδιλα.
Σε μια στιγμή μέσα φωτίστηκε ο νους της και τα κατάλαβε όλα. Ορμησε σχεδόν στον σωματώδη άντρα που οπισθοχώρησε έκπληκτος.
«Τη βρήκα να κρύβεται μέσα, πρέπει να την παραδώσω στην αστυνομία. Κάποια αλλοδαπή παράνομη θα είναι», βιάστηκε να πει και κάπως να δικαιολογηθεί.
«Τι λες άνθρωπέ μου, άφησε το κορίτσι ήσυχο. Είναι ηθοποιός και παίζει στην παράσταση»
«Με δουλεύετε; έτσι που είναι αυτό θα…»
«Πρόσεχε πώς μιλάς, είναι η Νάστια του «Βυθού», δώσε μου την κοπέλα γρήγορα, μην σε αναφέρω»
Πήρε σχεδόν αγκαλιά το κορίτσι και απομακρύνθηκε γρήγορα προς το κτήριο που γινόταν η πρόβα, ενώ με σιγανή φωνή σα νανούρισμα καθησυχαστικό άρχισε να της απαγγέλλει:
«…Και να λοιπόν που έρχεται τη νύχτα στον κήπο, όπως είχαμε κανονίσει…Κι εγώ είμαι από ώρα εκεί και τρέμω απ’ το φόβο κι απ’ τον πόνο. Τρέμει κι αυτός και είναι άσπρος σαν κιμωλία και στο χέρι του κρατάει πιστόλι… και μου λέει με τρομαγμένη φωνή: “Πολύτιμη αγαπημένη…»
Ο φύλακας άναυδος κατευθύνθηκε προς τα γραφεία και μπήκε μέσα .
«Είναι σίγουρα τρελοί αυτοί οι καλλιτέχνες, σιγά μην ήταν ηθοποιός».
Εν τω μεταξύ η τηλεόραση στο μικρό δωματιάκι, διέκοψε το πρόγραμμά της και ανήγγειλε ΕΚΤΑΚΤΗ ΕΙΔΗΣΗ.
«Φωτιά ξέσπασε στο ξενοδοχείο « ΠΑΡΘΕΝΩΝ» στην οδό Σωκράτους, από άγνωστη μέχρι στιγμή αιτία . Μετά την άμεση επέμβαση της Πυροσβεστικής, τέθηκε υπό έλεγχο. Στην Πανσιόν αυτή έμεναν κυρίως μετανάστες που είχαν απασχολήσει επανειλημμένα την Αστυνομία. Νεκρή βρέθηκε μια γυναίκα αγνώστων στοιχείων, μάλλον Νιγηριανή, καθώς και ένας άνδρας λευκός, επίσης αγνώστων λοιπών στοιχείων. Τα σώματα των νεκρών βρέθηκαν κοντά στο παράθυρο, μπλεγμένα σαν από συμπλοκή. Προφανώς προσπάθησαν να διαφύγουν από τον ακάλυπτο αλλά δεν τα κατάφεραν. Οι αρχές εξετάζουν κι ένα περίστροφο που βρέθηκε πεταμένο στο πάτωμα. Η ασφάλεια διενεργεί ανακρίσεις. Νεώτερα στο νυχτερινό μας δελτίο».
ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Και έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν…
Έβλεπε θολά το διάδρομο του νοσοκομείου να φεύγει πίσω της καθώς την έτρεχαν. Σα σκιές πηγαινοέρχονταν νοσοκόμες, γιατροί, τραυματιοφορείς, καροτσάκια, οροί κρεμαστοί, «οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας» της ήρθαν στο μυαλό, να αυτό το θαύμα θα ήθελε να το είχε δει, όλα τ άλλα…Εδώ μια λαδίλα σκέπαζε τους τοίχους και το δάπεδο έσκαγε τόπους, τόπους και από κάτω ξεπρόβαλε θυμωμένο το παλιό μωσαϊκό. Συγγενείς εκλιπαρούσαν λίγη προσοχή στον άνθρωπό τους και δεν ήξερε ότι αυτή δεν είχε συγγενή δίπλα της και το χειρότερο ότι γι’ αυτήν μουρμούραγαν φωναχτά οι νοσηλευτές και οι άλλοι αρμόδιοι, «να την πάμε για μαγνητική εγκεφάλου, νέα γυναίκα, κρίμα… μέρες πούναι».
Ένα βουητό σκέπαζε τ’ αυτιά της, σα μελίσσι σε οργασμό.
Όμως για πρώτη φορά, εδώ και πολύ καιρό αισθανόταν ασφαλής κι ήταν καλά.
Σα να ξέφυγε από έναν εφιάλτη που έβλεπε συνέχεια στον ύπνο της και σαν αυτός ο εφιάλτης να ήταν η ζωή της η ίδια που ολοκληρώθηκε μ’ ένα κρεσέντο από φωνές, πολλές φωνές «δεν έχεις καταλάβει το νόημα του γάμου Μαρία. Είμαστε ένας, ένας άνθρωπος και όχι δύο. Γι’ αυτό δε θα κάνεις του κεφαλιού σου Μαρία. Ακουσες Μαρία;»
Άκουσες Μαρία; Από παιδάκι, αυτό άκουγε διαρκώς να τη ρωτάνε: Άκουσες Μαρία;
«Και έσονται οι δύο εις σάρκαν μία. Άκουσες Μαρία; Το είπε κι ο παπάς Μαρία».
Πρώτο καταγκρεμνίστηκε το ολόφωτο δέντρο, το όλο δικό του. Αυτό που στόλιζε κάθε χρόνο με μπιχλιμπίδια γυάλινα και πορσελάνινα και φυσητά, τα καμάρια του, όπως έλεγε.
Αυτός ο άνιωθος άνθρωπος, φρόντιζε σαν παιδί το χριστουγεννιάτικο δέντρο του. Αλίμονο αν κάποιος πείραζε τα παιγνίδια του.
Κι όμως απ’ αυτό προσπάθησε να κρατηθεί η Μαρία σαν την έσπρωξε κι έπεσε κάτω. Ξάπλωσε στολισμένη με ψεύτικα γκυ και ου, ψεύτικο χιόνι και χριστούληδες θρυμματισμένους , αηβασίληδες ραγισμένους, πολύχρωμα κομματάκια γυαλιού που λαμπύριζαν και μια φάτνη από χαρτί γκοφρέ, καφετιά , τσαλακωμένη. Λυπημένα φωτάκια αναβόσβηναν σαν τρελά και ξαφνικά κάποιος τα τράβηξε από την πρίζα. Χλωμό φως και σκιές επικράτησαν. Πλαστικά αρνάκια βρέθηκαν να βόσκουν μπρούμητα στο χώμα με το δήθεν φυσικό χορταράκι, χάρτινες παναγίτσες πλάγιαζαν με άδειες αγκαλιές κι ένας Ιωσήφ ανάσκελα, έψαχνε ανάμεσα στα χρυσαφιά αστεράκια εκείνο το υπέρλαμπρο που θα οδηγούσε τους Μάγους με τα δώρα στη φτωχιά καλύβα της Μαρίας, θα την έπαιρναν αγκαλιά και θα τη σήκωναν από κείνο το πορφυρό ψευτοπερσικό χαλί πούχαν αγοράσει πέρσι από κάτι κινέζους στη λαϊκή της Κυψέλης.
Πρώτα άκουσε τις βλαστήμιες του και μετά να σπάνε πιάτα και ποτήρια και να πετάγονται καρέκλες στο πάτωμα και τα τασάκια τα Μουράνο, τα χρωματιστά, βυσσινιά και μπλε και εκάιγ, τα καμάρια του γάμου της , να βρίσκουν τις πόρτες και να βαθουλώνουν τους καπλαμάδες κι αυτή στο πάτωμα σε στάση εμβρύου να κλείνει με τα χέρια τ’ αυτιά της και να σφαλίζει τα μάτια .Δεν την ένοιαζαν οι κλωτσιές ούτε ο πόνος, μόνο να μην βλέπει και να μην ακούει…
Τέλος έφτασαν στ’ αφτιά της σειρήνες περιπολικού και κάποιοι που φώναζαν «Αστυνομία» κλωτσώντας την πόρτα.
Μετά όλα χάθηκαν σε μια κατευναστική σιγή μ’ ένα σβήσιμο των ήχων.
Μέσα στο κουβούκλιο της μαγνητικής, η Μαρία Κατιμερτζή, μεσήλικας πιά, με γνώσεις Λυκείου και με το παιδί που γέννησε φευγάτο για σπουδές στην Εσπερία και σύζυγο το Στέλιο το μάστορα, οικογενειάρχη, άντρα παλιάς κοπής, θρήσκο και συντηρητικό όπως έλεγε με καμάρι, θυμήθηκε το γαμήλιο ταξίδι τους στη Ρώμη και τις νωπογραφίες της Καπέλα Σιξτίνα που τους εξηγούσε η ξεναγός.
Ιδίως της ήρθε ως τελευταία εικόνα εκείνη με τα δύο χέρια που τείνουν να σμίξουν , η εμβληματική της ανθρωπότητας όπως τους έλεγε, εικόνα των χεριών του Θεού και του Αδάμ που σχεδόν βρίσκονται σε επαφή, αυτή η βιβλική κοσμογονική αφήγηση σύμφωνα με την οποία ο Θεός δίνει ζωή στον Αδάμ, τον πρώτο άνθρωπο.
Ψευτοϊστορίες, σκέφτηκε.
Αλλά μετά όλα τα σκέπασε ο θόρυβος του μηχανήματος.
Καλύτερα έτσι. Γιατί να τα θυμάται όλα τούτα;
18-12-2023
H ΘΕΙΑ ΑΓΓΕΛΙΚΗ
Πέθανε από τη στενοχώρια της που δεν έζησε μιάν άλλην εποχή, αυτήν πριν τη δικιά της.
«Ωχου πώς πονάνε οι μυρωδιές τ’ Απρίλη», βούγιαξε η γιαγιά της.
Μύρισε λίγες πασχαλιές κι έτριψε στα δάχτυλά της φύλλα βασιλικού.
«Ωχου, πως πονά η νιότη κι ο θάνατος»…
Στη γειτονιά πέρναγε την ίδια στιγμή ο Επιτάφιος…Και έραναν αυτόν οι Μυροφόρες…
Κεριά, φλογίτσες, ψαλμωδίες, άνθια σκεπασμένος ο ιερός νεκρός, το ιερό σφάγιο των αιώνων , ο πάσχων άνθρωπος.
Ενας έρωτας , ακόμα ανείπωτος, στριμωγμένος στις σόλες των λουστρινένιων παπουτσιών των μικρών κοριτσιών που ακολουθούν όλο χαμόγελα την πομπή, τολμάει να διαφεύγει στον αέρα και να ρίχνει τα νεραντζολούλουδα πάνω στα μαυρομάλλικα κεφάλια αυτών των κοριτσιών που αύριο θάχουν να κλαίνε για τις δικές τους χαμένες αγάπες, αλλά ακόμα δεν το ξέρουν.
Ωχου πώς πονάει η ζωή….
Οχι κυρία Κούλα…Δεσποινίς Αγγελική… στην οδός Ασπασίας.. στης δεσποινίς Αγγελικής να το στείλετε… Δεύτερη πολυκατοικία αριστερά. Στον τρίτο.. Πάνω από του Λέτζου. Ξέρετε…Στην καινούργια…
Αυτά τα Κούλα, Μούλα, Κική, Νίτσα, Κίτσα κλπ., τέρμα. Εδώ είμαστε στας Αθήνας…Όχι σε καμιά επαρχία…
Δεν έχω παράπονο… Εζησα καλά και δούλεψα καλά. Μόνο τρεις πελάτισσες. Της ..ψηλής κοινωνίας.
Εμπαινα εγώ για πρόβα στη διαμερισματάρα, απέναντι από τη βουλή, λίγοι μένανε εκεί και λίγοι μπαίνανε, έμπαινα λοιπόν , με τα καινούργια φορέματα ατσαλάκωτα, στις 5 το πρωί τα σιδέρωνα, να χει δροσιά, να μην ιδρώνω στο σίδερο απάνω, μη και κάνω λεκέ, μη και πάρουν μυρωδιά, καμιά αθρωπίλα να χουμε άλλα, και έτρεχα για την τελευταία πρόβα.
Εφερναν τα υφάσματα από το εξωτερικό, πήγαινα εγώ βόλτα στο Κολωνάκι, πέρναγα από τις βιτρίνες και ξεπατίκωνα με το μυαλό μου τα σχέδια. Ποιά Τσούχλου… Η δική μου η δουλειά, λεπτοβελονιά…
Είχα μάθει βλέπεις να φτιάχνω πατρόν. Χωρίς πατρόν, τα δύσκολα δε γίνονται. Με είχε βοηθήσει και το Μπούρντα το περιοδικό από τη Γερμανία. Λίγο βαρύ για μας. Αλλά δε βαριέσαι. Εγώ τα άλλαζα, τα έφτιαχνα..αλλά είχα πάρει τις ιδέες…
Τα έφερνα στα μέτρα της κυρίας…τάδε (μή λέμε ονόματα ήταν και γνωστή, θεός σχωρέστην), είχε και μια καμπουρίτσα, τρύπωνα λίγο από δω, έκλεβα λίγο από κει, μια κρυφή κουφόπιετα, ένα ρεγκλάν μανίκι και εμφανιζόταν η …δικά σου…μοντελάκι… Πού ράβεστε, πού ράβεστε ..τη ρώταγαν όλες στις δεξιώσεις και στα επίσημα που πήγαινε..
Μοδιστρική και μαγειρική τα φόρτε μου…
Από οικογένεια με μεγάλες μοδίστρες βλέπεις. Και καλές μαγείρισσες.
Είχε τότε το 60 η θεία Ντόρα ατελιέ στη Μητροπόλεως με 10 μαθήτριες.
Ηρθαμε κι εμείς από την Πάτρα το 65, όταν πέθανε η κυρά Διαμάντω η μάνα μου. Ελάτε , είπε η θεία, αδερφή του πατέρα μου, χωρισμένη με μία κόρη λίγο μικρότερη από μένα. Λίγο τρελάρα, με τα μυαλά πάνω από τη σκούφια της, είχε τελειώσει και το Γυμνάσιο, τόπαιζε και λίγο έξυπνη. Είδα κι αυτηνής τα χαϊρια.. Τέλος πάντων. « Ελάτε. Εχει δουλειά και για τα παιδιά. Τρεις άντρες στα ντουζένια τους. Με τη σύνταξη του Ντίνου και τα ραψίματα της Κουλίτσας, θα τα καταφέρετε μια χαρά …»
Μετακομίσαμε οικογενειακώς από τη Γούβα της Πάτρας στην πλατεία Κολιάτσου. Σινεμά, θέατρα, ζαχαροπλαστεία, μαγαζιά, όλα στα πόδια μας.
Κουτσομπολιά τέλος..Τί μαγείρεψες, τί έφαγες, ποιός μπήκε, ποιός βγήκε, τί φόρεσες, τί ψώνισες…
Κυκλοφορούσα εγώ από την Κορίνθου ως την Μαιζώνος για τον επιτάφειο της Μητρόπολης και την ακολουθία και μετά την περατσάδα της Αγίου Νικολάου, ψηλή, αδύνατη, με τη ντακούνα μου και σειόνταν τα πεζοδρόμια. Είχα ράψει ένα πιε ντε πουλ, λευκό με μπλέ, μέση δαχτυλίδι, φουρό από μέσα-ομπέλλα- κάτω ακριβώς από το γόνατο, ίσα να φαίνεται λίγο τούλι από το τελείωμα. Η γάμπα μου λαμπάδα. Τιραντάκια, κόκκινη γόβα από του Σεβαστάκη και ίδιο τσαντάκι και με κοιτάγανε οι φαρμακομύτες, δεκαοχτώ χρονώ κοριτσάκι και μουρμουράγανε ότι έχω φυματίωση λόγω που ήμουν αδύνατη σα μίσχος. Και γι αυτό η κυρά Διαμάντω μου έβαζε φουρά και μαξιλαράκια στα καπούλια..
Εγώ τελικά ήρθα στη μόδα δέκα χρόνια αργότερα.. Οταν δε χρειαζόταν τόσο. Ας όψεται η κατοχή. Αλλά το 50 οι στρουμπουλές είχαν τις τύχες τις καλές. Λόγω που έτρωγαν περισσότερο και άρα είχαν υγεία, έλεγαν .
Ομως εμένα έτσι ήταν η κοψιά μου κι ούτε που μου άρεσε να τρώω σα λιμασμένη. Ετσι μέμαθε η μάνα μου, έτσι έκανα.
Ετσι που λες. Καλύτερα η κουζίνα μου να βλέπει στο φωταγωγό, καλύτερα ν ανάβω φως στις 10 το πρωί για να βλέπω, καλύτερα μισό μέτρο μπαλκόνι και την ελευθερία μου. Δε με νοιάζει βρε αδερφέ.Δε θέλω να δίνω δικαιώματα…
Θέλω να παίρνω τη τζάντα μου και να πηγαίνω πάνω κάτω την Πατησίων και να μη με χαιρετάει κανένας..Να μη με σχολιάζει κανένας. Να ανοίγω την πόρτα μου όταν θέλω εγώ. Οχι μπέτε σκύλοι αλέστε. Και τί φτιάχνεις σήμερα κυρά Διαμάντω κι αν έστρωσες κι αν κοιμήθηκες. Δε θέλω…Ούτε τα περιβόλια σας, ούτε τα ξυνά σας… ούτε τα γλυκά σας.
Ούτε λόγια πολλά είχα στη γειτονιά. Παραξηγιόντουσαν οι γειτόνισσες που τη μια με γλωσσοτρώγανε και την άλλη μ’ έτρωγαν με τα μάτια τους όταν γύριζα πίσω τα προξενιά για τους κανακάρηδές τους.
«Σιγά το κόκκαλο» έλεγαν. Σιγά την πριγκιπέσσα. Και γω ούτε ματιά. Ούτε να βαφτώ είχα ανάγκη, σαν τις κόρες τους. Είναι που δε μάφηναν και τ αδέρφια μου, αλλά δε μου χρειαζόταν κι όλας. Τα μάτια μου, όχι που να το παινευτώ, κατάμαυρα , αμυγδαλωτά και τα φρύδια μου μαύρα τόξα. Τα χείλη μου γεμάτα , σκούρα, τσίμπαγα λίγο τα μάγουλα, έλουζα τα μαλλιά μου κι αυτά πέφτανε μαύρα, ίσα και λαμπυρίζανε. Δεν είχα εγώ ανάγκη από…μαστραπάδες. Ακόμα και τώρα κύττα με. Μόνο σαπούνι βάζω και ε..τα βάφω τώρα πιά…Δεν το μπορώ το λευκό βρε κορίτσι μου, μου θυμίζει τη μάνα μου. Ρόκα τα μαλλιά της. Γριά από τα 45 της. Τ άνοιξα και λίγο λίγο, το πήγα στο καστανό, στο κόκκινο γύρω στα τέλη του 70 και τέλειωσα στο ξανθό…Χαχαχα…Τί να μου πούνε τώρα τ αδέρφια μου. Την ανάγκη μου έχουν. Οχι που θα μου το παίξουνε και δραγάτηδες. Εγώ τους μεγάλωσα, εγώ τους πάντρεψα εγώ στα νοσοκομεία για τον πατέρα μου, εγώ πάνω στα παιδιά τους, εγώ όλα…Σιγά μην τους ακούσω… και καπνίζω…Αρχισα βέβαια μετά τα τριανταπέντε , επί της Αλκαίτου στο Παγκράτι που πήγαμε γύρω στο 70. Μια φιλενάδα μου Πατρινιά που έμενε κοντά, μέμαθε λίγο –λίγο.. Τί να πεις. Κακό λέει για την υγεία. Και ποιός τους είπε ότι εγώ θέλω να πεθάνω υγιής… (γέλια)
Τί τα θες…
Είναι μια συντροφιά κι αυτό…
Και το ουισκάκι μου στις 8…Με τις ειδήσεις.
Κάθομαι στο μπαλκόνι, βλέπω τα πεύκα και στο βάθος τη θάλασσα…
Και μου λες να ξαναγυρίσω στην πολυκατοικία του Ζωγράφου και να βλέπω τα βρακιά της απέναντι…
Οχι αγάπη μου…
Εγώ δεν ξαναγυρίζω εκεί. Κι ας είναι δικό μου το διαμέρισμα.
Με τη δουλειά μου τα έβγαλα. Κι ένα οικόπεδο στην Ανθούσα αγόρασα. Πάει κι αυτό..Καλά λεφτά το 06, στα ύψη τα οικόπεδα τότε, είχε μπει στο σχέδιο, είχε πάρει αξία.
Οταν το αγόρασα το 68, με δόσεις. Μου λέγανε τί το θέλεις. Άχρηστο είναι στα κατσάβραχα, έβαλες μπελά στοκεφάλι σου. Ομως εγώ τσούκου, τσούκου με το βελόνι, τάβγαλα.
Ηρθε η ώρα του και τόδωσα. Να στηρίξω τον μικρό. Βλέπεις…μας ήρθαν όλα ανάποδα…Ποιός το περίμενε. Η εταιρεία στον Πειραιά, διεθνείς μεταφοραί, πηγαινόρχονταν οι ελληνοαμερικάνοι…ηταν καλή δουλειά ..
Μετά κάτι η ΕΟΚ, τα τελωνεία δεν είχαν δουλειά, κάτι το ευρώ, ακριβό για τους αμερικάνους έλεγε το παιδί, δεν τα καταλαβαίνω κιόλας αλλά μου είπε: Αδερφή χρωστάω, κρίση..κριση και στην Αμερική… από το 08..μου χρωστάνε…εγώ χρωστάω, ικα,μήκα σύκα, νοίκια μισθοί, τον είδα να πέφτει.
Ποιόν; τον μικρό. Τον άρχοντα. Τον κούκλο μου. Ιδιος ηθοποιός της τηλεόρασης. Που με κοίταζε με τα μεγάλα του μάτια και έλιωνα.
Αδερφή να πουλήσουμε το οικόπεδο, να πάρω ανάσα ν αρχίσω πάλι…Μη σε νοιάζει τίποτα. Εγώ είμαι δω.
Και τί θάλεγα εγώ. Οχι; Ηταν
INTERCITY 62
ENA ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ Τ ΑΣΤΡΑ
Κάπου στη δεκαετία του 60 ο πατέρας μου μας ανέβασε στο τρένο.
Στη ζωή δηλαδή ή δίπλα του στη Μηχανή – το ίδιο κάνει- που έκαιγε κωκ , κάρβουνο θανατερό που τον έστειλε τελικά από καρκίνο του πνεύμονα, αλλά τότε, μουτζουρωμένος αυτός κι ο θερμαστής του, νέοι και χαμογελαστοί, δε χαμπάριαζαν τίποτα. Με σίγουρη δουλειά στα χέρια τους. Ναι στα χέρια τους κυριολεκτικά. Εκείνα τα δύσκολα χρόνια με τη μετανάστευση να στέλνει χιλιάδες νέους στις «Αυστραλίες και τις Γερμανίες», όπως τόνιζε. Δεν το λες και λίγο.
Μαύρος καπνός κι ένα τσιγάρο κολλημένο στα χείλη, τα μάτια μισόκλειστα στον ήλιο, το κασκέτο του χαμηλωμένο για την αντηλιά και το κεφάλι έξω από το παράθυρο μαζί με το ένα μπράτσο, μόνιμα πιο σκούρο από το άλλο.
Να αυτή είναι πραγματικά μια σκηνή της δεκαετίας του 60. Τη θυμάμαι ασπρόμαυρη. Μπορεί και να την μπλέκω με τις ελληνικές ταινίες της Κυριακής.
Η μάνα μου έπλενε διαρκώς στη σκάφη τα μουτζουρωμένα ρούχα ή τα μούλιαζε.
«Νεροκονίδες θα βγάλω» μουρμούραγε κι έτριβε στην ξύλινη τάβλα να φύγουν οι λαδιές…Αλλά αυτές επέμεναν.
Ελειπε συνήθως για μέρες σα ναυτικός κάπως μας φαινόταν, δέκα μέρες στην αρχή, τρεις αργότερα.
Ετσι ήταν τότε. Κυρίως τα εμπορικά δρομολόγια που σταμάταγαν σε όλα τα χωριά της Πελοποννήσου. Πειραιάς, Κόρινθος, Πάτρα, Κυπαρησσία, Καλαμάτα. Οι κόμβοι. Αλλά και όλοι οι ενδιάμεσοι σταθμοί που μύριζαν λαδίλα και κάρβουνο. Την επόμενη δεκαετία θα μύριζαν πετρέλαιο από τις ντιζελομηχανές.
Μέσα σ’ όλα τούτα, μαζί με έναν μουτζουρωμένο πατέρα που μπαινόβγαινε στο σπίτι μας, είχαμε κι ένα «πάσο ελευθέρας» ως οικογένεια σιδηροδρομικού.
Κουρασμένος κι άυπνος πάντα, με ωράρια νυχτερινά και παράξενα, εκνευρισμένος από την ευθύνη της δουλειάς, όπως έλεγε, όλο κοιμόταν στα ρεπό του. Η μάνα μας που τον ακολουθούσε σαν μόνιμο ξυπνητήρι δεν είχε ποτέ ρεπό.
Αυτό το «ελευθέρας» όμως μας χάριζε έναν αέρα ταξιδιού, ο πατέρας ένιωθε ιδιαίτερα υπερήφανος γι αυτό που μπορούσε να μας προσφέρει.
Το ταξίδι.
Μας έστελνε , εμένα και την αδερφή μου κυρίως, τα μεγαλύτερα παιδιά, χωρίς συνοδεία στην Αθήνα, στους θείους και τη θεία για τις διακοπές των Χριστουγέννων συνήθως, χωρίς φόβο.
«Το τρένο είναι το πιο σίγουρο μέσον» έλεγε.
Το «τρενάκι μου», το νταχτάριζε, το κανάκευε, κι ας τον ταλαιπωρούσε σαν το βήχα που δεν τον εγκατέλειψε ποτέ.
Μέχρι που μια μέρα όλα άλλαξαν κι ο φόβος θρονιάστηκε στο στήθος του πατέρα και τη ματιά της μάνας μου κάθε φορά που έφευγε για ταξίδι.
Ηταν Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 1968 μια μέρα μετά το περίφημο Δημοψήφισμα της Χούντας.
Είμασταν μικρά αλλά θυμάμαι είχαμε περάσει ωραία. Είχαν έρθει και οι θείοι από την Αθήνα στην Πάτρα να ψηφίσουν, το σπίτι είχε μια κίνηση σα γιορτή, οι μεγάλοι ψιθύριζαν για τα πολιτικά, αλλά όπως και να το κάνεις, χούντα – ξεχούντα, μια οικογένεια από νέους, είχε ένα κέφι που ανάβλυζε από τα μέσα χρόνια τους και την ομορφιά της ηλικίας.
Ο πατέρας είχε πάρει ρεπό, ήταν σπίτι, όταν ξαφνικά τον ειδοποίησαν από την «Υπηρεσία» όπως μας είπε, ότι έπρεπε να φύγει. Κάτι σοβαρό είχε συμβεί. Συνήθως τον καλούσαν εκτάκτως όταν χάλαγε μια αμαξοστοιχία , ή χρειάζονταν να αντικαταστήσει κάποιον.
Εγώ θυμάμαι είχα ταραγμένο ύπνο από Κυριακή προς Δευτέρα.
Τη νύχτα είδα όνειρο, ένα τρένο να σφυρίζει μέσα στη σκοτεινιά. Εφευγε με ταχύτητα κι έβλεπα μόνο τα φώτα του να ταξιδεύουν μόνα τους μέσα σε τούνελ.
«Ψυχούλες που μας χαιρετάνε» απεφάνθη η γιαγιά την επομένη κι ανατρίχιασε η μάνα μας ρίχνοντάς της μία αυστηρή ματιά.
Εγώ αντίθετα ήμουν σίγουρη πως διέκρινα μικρές φιγούρες να κάθονται πάνω στις οροφές των βαγονιών με τα κεφαλάκια τους προς τα άστρα. Ναι, ήταν παιδιά που μετρούσαν τ άστρα.
Ο πατέρας όμως αργούσε, η μάνα μας προσπαθούσε να τον βρει τηλεφωνώντας κάθε τόσο στην «Υπηρεσία». Ευτυχώς που είχαμε βάλει τηλέφωνο, έλεγε. «Ο,τι και νάναι θα μας πουν».
Τα κακά μαντάτα τα μάθαμε από το ραδιόφωνο και μας βρήκε το βράδυ μαραζωμένα στα κρεβάτια μας.
Δύο τρένα είχαν συγκρουστεί στο Δερβένι Κορινθίας μετωπικά. 2500 επιβάτες επέβαιναν στο καθένα.
Ο απολογισμός ήταν τραγικός: 34 νεκροί και περισσότεροι από 150 τραυματίες στη χειρότερη σιδηροδρομική τραγωδία όλων των εποχών στη χώρα μας, έγραψαν αργότερα οι εφημερίδες…
Επρόκειτο στη συντριπτική τους πλειοψηφία για ψηφοφόρους, που είχαν πάει να ψηφίσουν στο δημοψήφισμα για το Σύνταγμα της Ελλάδας, το Χουντοσύνταγμα που λέγαμε, το οποίο είχε διεξαχθεί την προηγούμενη μέρα.
Όταν την μεθεπομένη ήρθε ο πατέρας σπίτι, το βλέμμα του είχε κάτι το τρομαγμένο.
Θυμάμαι σα σε όνειρο να λέει στη μητέρα μας χαμηλόφωνα «κόβαμε λεμόνια από τα δέντρα και τα μυρίζαμε, αλλιώς δεν αντεχόταν. Η μυρωδιά Μαρία, δεν αντεχόταν».
Εκτοτε λίγο λίγο έχανε τη χαρά του με το τρένο. Όμως ποτέ του δεν το εγκατέλειψε.
Οι πόλεις επεκτείνονταν, οι διαβάσεις πια ήταν μέσα στις κατοικημένες περιοχές, οι φυλακίδες που ανεβοκατέβαζαν τις αλυσίδες σιγά – σιγά έπαιρναν σύνταξη, τα παιδιά έπαιζαν δίπλα στις ράγες, οι κίνδυνοι αύξαιναν, ο φόβος μην τύχει όντως «η στραβή στη βάρδιά τους», τον πάγωναν. Κι όλα τα νέα που έρχονταν από τα Υπουργεία του θόλωναν την εικόνα. Δεν καταλάβαινε γιατί μισούσαν τόσο το τρενάκι του. Γιατί δεν χάραζαν καινούργιους δρόμους, δε σχεδίαζαν καινούργια τρένα, όμορφα, γρήγορα και καθαρά για όλους. Γιατί δε μοίραζαν «ελευθέρας» στα παιδιά, να γνωρίσουν τις πόλεις, τα χωριά, τα βουνά και τις παραλίες της χώρας τους.
Τελικά ο πατέρας πήρε σύνταξη από φόβο και πέθανε από την «αρρώστια των μηχανοδηγών» πριν το μεγάλο πλιάτσικο.
Ευτυχώς δεν πρόλαβε την ατέρμονη λεηλασία της ζωής, της νιότης, του μεγάλου όμορφου ταξιδιού, που προηγήθηκε του μεγάλου Δυστυχήματος.
«Αχ το τρενάκι μου…το σκοτώσατε» θα λεγε.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ
ΑΓΑΛΜΑΤΑ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ
«Κλο Κλο; Κλο Κλο;
Πού είσαι; Πού είσαστε σήμερα όλες;. Ελάτε, κάνει κρύο. Ελάτε, έχω φαγητό για όλες».
Η γυναίκα ήταν μεγάλης αλλά απροσδιόριστης ηλικίας. Η μαδημένη ρενάρ στην πλάτη της, το βελούδινο καπέλο με τα σκοροφαγωμένα λουλούδια και το τούλι τύπου βέλο που έπεφτε άτσαλα στο μέτωπό της, τα δερμάτινα κομμένα γάντια που άφηναν να φαίνονται τα μαύρα της νύχια, κι οι δεκάδες σακούλες που κρατούσε , έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με το απαλό γαλάζιο της βλέμμα που ξαφνικά γύρισε προς τον ουρανό και μονολόγησε:
«Ακούτε πώς πέφτει το χιόνι…Τί ωραίο ήχο που βγάζει το χιόνι σαν πέφτει. Τυχερός όποιος μια τέτοια νύχτα τολμά να είναι έξω και ν ακούει το χιόνι να πέφτει».
Κοιτώντας προς τα πάνω, στον βαρύ ουρανό, ένιωσε μια νιφάδα να στέκεται στις βλεφαρίδες της. Σε λίγο οι νιφάδες πύκνωσαν κι η ίδια χόρευε μαζί τους, εκεί στη Λεωφόρο των Ηρώων, με τις μαρμάρινες Προτομές των ηρώων και των ηρωίδων της Επανάστασης του 1821, τις παρατεταγμένες δεξιά κι αριστερά του δρόμου.
Προσπέρασε το Γεώργιο Καραϊσκάκη, τον Κωνσταντίνο Κανάρη, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη , τον Κίτσο τον Τζαβέλα , ακόμα και τη Λασκαρίνα τη Μπουμπουλίνα κι έφτασε χορεύοντας στην αγαπημένη της Δόμνα. Τη Δόμνα Βισβίκη.
Μια αρχαία γνώση τη συνόδευε, χωρίς να αναγνωρίζει τις πηγές της.
Ενιωθε περισσότερο παρά γνώριζε γιατί είχε διαλέξει αυτή τη γυναίκα για «δική της», και μάλιστα να της έρχονται στο νου αποκομμένες φράσεις όπως : «γέννησε το πέμπτο της παιδί μετά το θάνατο του άντρα της»…
Ένα γράμμα προς τις αρχές με τη φράση «ελλείπουσιν οι πόροι» και επίσης «ευγενεστάτη και γενναιοτάτη».
Κυρίως της είχε εντυπωθεί πως η Δόμνα Βιζβίκη για να επιβιώσει πήγε ν’ ανοίξει καφενείο στο Ναύπλιο με έναν καλόγερο που τελικά της έφαγε τα λεφτά.
Το ότι ανέλαβε γυναίκα αυτή, το πλοίο της την «Καλομοίρα» μετά το θάνατο του άντρα της και συνέχισε τον αγώνα μαζί με τα παιδιά της, το ότι το παρέδωσε τελικά ως πυρπολικό, το ότι έδωσε όλη της την περιουσία στην Επανάσταση κι έμεινε φτωχή, τη γυναίκα του Πάρκου του Πεδίου του Αρεως, του ρωμαϊκού «Campus Martius» ή του γαλλικού Champ de Mars, του Πάρκου των Αθηνών, με την Πατησίων, την Αλεξάνδρας και την Ευελπίδων να το ορίζουν, δεν έμοιαζε να την απασχολεί πιά.
Μπορεί να μην θυμόταν γιατί αυτό το πάρκο της έφερνε στο νου την αυλή του σπιτιού της , αλλά κάπου μέσα της ήξερε πως στη νότια πλευρά, επί της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, υπήρχε πισίνα που στο μέσο της δεκαετίας του 1950 ήταν ήδη σε αχρηστία.
Θυμόταν ή εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι «θυμόταν» πως στο χώρο της πισίνας δημιουργήθηκε στα τέλη της δεκαετίας 1950 η θερινή σκηνή του Ελληνικού Λαϊκού Θεάτρου του Μάνου Κατράκη. Πως η πλατεία έγινε αρχικά στον πυθμένα της πισίνας που ήταν κεκλιμένος και αργότερα προστέθηκαν επίπεδα με ικριώματα. Πως η σκηνή ήταν στο σημείο του βατήρα, εκμεταλλευόμενη την υφιστάμενη διαφορά ύψους και πως εκεί είχε δει τον «Καπετάν Μιχάλη»..
Αυτό το αγαθό πνεύμα του πάρκου, οι συνταξιούχοι που σύχναζαν στα παγκάκια αλλά και οι αλλοδαποί εργάτες που μαζεύονταν να παίξουν ντάμα, το συναντούσαν συχνά και το ίδιο συχνά το έχαναν.
Αλλοτε τη συναντούσαν σαν εκκλησάρισσα στο Ναό των Ταξιαρχών, όσο ζούσε ένας παπά Ερμόλαος (αν τον έλεγαν έτσι και δεν τον είχε βαφτίσει η ίδια) κι άλλοτε καθάριζε με ζήλο το παλιό κενοτάφιο του Αλέξανδρου Υψηλάντη που πλέον φιλοξενούσε τα οστά του και βρισκόταν στο προαύλιο.
Οσο η Γεναριάτικη νύχτα προχωρούσε μαλακά σαν το χιόνι που έπεφτε τόσο σπάνια στην πρωτεύουσα, όσο ελάμβανε χώρα μια μικρή ανακωχή ανάμεσα στα όργανα του κράτους και τους νεολαίους που δύο μήνες τώρα βρίσκονταν στα χαρακώματα, η γυναίκα του πάρκου κούρνιασε στα πόδια της Δόμνας Βιζβίκη, ν απολαύσει την ησυχία και τη γλύκα της βραδιάς, με τη γάτα της την Κλο Κλο να τρίβεται γουργουρίζοντας στα πόδια της κι ένιωσε ευτυχία βγάζοντας έναν αναστεναγμό μαζί με την ψυχή της.
Η Ευπραξία Δαμίγου, καθηγήτρια Ιστορίας πέρασε τις δεκαετίες από το 60 έως και κείνη του 80, με το να προγυμνάζει γυμνασιόπαιδα προκειμένου να επιτύχουν στις πανελλήνιες εξετάσεις εισαγωγής στο Πανεπιστήμιο. Φιλολογίες και Νομικές, έλεγε η ίδια.
Η κυρά Πραξία , όπως την ήξεραν στη γειτονιά, δεν αρνήθηκε ποτέ τη βοήθειά της σε αφηρημένα σχολιαρόπαιδα που δε σκάμπαζαν γρι από διάβασμα και όχι μόνο Ιστορία, αλλά ήταν άσσοι στα μπιλιάρδα της Νεαπόλεως και της πλατείας Εξαρχείων.
Το γιατί δε διορίστηκε ποτέ σε δημόσιο ή ιδιωτικό σχολείο δεν έγινε γνωστό, μόνο κάτι περίεργες φήμες την ακολουθούσαν παντού, στη Θεμιστοκλέους ψηλά και την Καλλιδρομίου που ζούσε, πίσω από μια βουκαμβίλια , σα μια άλλη Μπλανς Ντυμπουά. Ψηλή, ξανθιά, αρχοντογυναίκα, παντρεύτηκε ένα καθηγητή Θεολογίας, καλό άνθρωπο που πέθανε σχετικά νωρίς. Το γιό που απέκτησε τον κέρδισε μια παγωμένη Σουηδική Γκέτεμποργκ και η Μπέργκετ, ξανθιά τουρίστρια που γνώρισε στο κάμπινγκ γυμνιστών της παραλίας της Αγίας Αννας στη Νάξο, ένα καλοκαίρι του ‘ 85.
Ετσι πέρασε τη ζωή της, με τη σύνταξη του εκλιπόντος Θεολόγου και τα μαθήματα στα παιδιά της γειτονιάς. Που άλλοτε την πλήρωναν και άλλοτε όχι. Στον κομμό της τραπεζαρίας είχε φωτογραφίες από κρύα τοπία, φιόρδ, γαλάζιες παγωμένες λίμνες, μια ξεθωριασμένη ξανθιά , έναν καστανό μπόμπιρα που παραδόξως της έμοιαζε κυρίως στο πονηρό χαμογελάκι του και το γιό της που με τα χρόνια όλο σκοτείνιαζε και τρόμαζε να τον αναγνωρίσει. Περισσότερο την τάραζε το φωτογραφικό του χαμόγελο με την άσπρη , σκληρή απαστράπτουσα οδοντοστοιχία , έτοιμη να δαγκώσει στο ψαχνό.
Σχεδόν είκοσι χρόνια στη χώρα του Βορρά. Γύρευε πώς επιβίωσε.
Στις 6 Δεκεμβρίου 2008 το βράδυ, ανήμερα του Αγίου Νικολάου, η κυρά Πραξία δεν επέστρεψε στο σπίτι με την αυλή και τη βουκαμβίλια. Το σπίτι της Καλλιδρομίου. Κανείς δεν είδε φως στο μπροστινό δωμάτιο, συζητούσαν τις επόμενες μέρες οι άνθρωποι που την ήξεραν.
Οι γείτονες αλαλιασμένοι από την αγριάδα των δρόμων εκείνων των ημερών, μετά τη δολοφονία του παιδιού, δεν έδωσαν και πολύ σημασία.
Οσο όμως περνούσαν οι μέρες κι η κυρά Πραξία δε φαινόταν πουθενά, άρχισαν να ανησυχούν. Αλλωστε είχαν διαπιστώσει τον τελευταίο καιρό κάποια ανησυχητικά σημάδια . Την έβλεπαν να γυρίζει τους δρόμους και να ταϊζει όλο και περισσότερες γάτες, να πιάνει κουβέντα μαζί τους με τις ώρες, να χαμογελά σε όλους σα να μην τους έβλεπε όμως, να ντύνεται παράταιρα – ολόκληρη η ντουλάπα με τα ταγεράκια και τα αξεσουάρ του ’60 λες κι είχε μετακομίσει στις πλάτες της – να ψάχνει τα σκουπίδια, να μαζεύει μικρά, σπασμένα παιγνίδια, κυρίως κουκλάκια και λούτρινα.
Εν τω μεταξύ η Αθήνα καιγόταν τα βράδια, κι η Αστυνομία που απευθύνθηκαν, βαριεστημένα έδωσε την άδεια στο ΑΜΒΕΡ ΑΛΕΡΤ να μεταδώσει τη φωτογραφία της στην τηλεόραση, «ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΥ» κι αυτό ήταν όλο. Είχαν λέει άλλες δουλειές. Ποιόν ενδιέφερε μια γριά. Παιδιά δεν είχε;
Τα πιο περίεργα Χριστούγεννα από την εποχή του Δεκέμβρη του 1944 έφταναν, έλεγαν οι πιο παλιοί. Όταν φούντωσε και το Χριστουγεννιάτικο δέντρο του Δημάρχου στο Σύνταγμα, για κάποιο περίεργο λόγο ξαναθυμήθηκαν την εξαφάνιση της κυρά Πραξίας.
Τη σύσταση του γιού τη βρήκαν στο συρτάρι με τα βιβλιάρια υγείας, εκείνα τα παλιά. Τού έγραψαν. Κι εκείνος ήρθε μια νύχτα παγωμένη στα τέλη του Γενάρη του 2009, που η Αθήνα συνέχιζε να καίγεται, γιατί ένα δεκαεξάχρονο παιδί δολοφονήθηκε από το χέρι ενός κρατικού υπάλληλου με στολή.
Τρόμαξε κι αυτός ο δόλιος με την κατάσταση που βρήκε μετά από χρόνια απουσίας. Πού ήταν η χαρούμενη ανεμελιά της δεκαετίας του ‘80, οι παρέες στις ταβέρνες των Εξαρχείων, τα τραγούδια τα λαϊκά ή οι ροκιές στα μπαράκια;
Μια μουντή Αθήνα που μύριζε χημικά τον υποδέχτηκε.
Οσο και να έψαξε, όσο και να προσπάθησε, στο τέλος, το παγωμένο χαμόγελο με τα άσπρα δόντια, έλιωσε στο πρόσωπό του. Η κυρά Πραξία δε βρέθηκε πουθενά, ζωντανή ή νεκρή.
«Να δεις που η Μάνα μου το’ σκασε» σκέφτηκε κι αυτή η σκέψη σα να τον καθησύχασε. Πήρε την επόμενη πτήση και επέστρεψε εκεί που τα συναισθήματά του μπορούσε πιο εύκολα να τα εξορίζει στον πάτο της λίμνης με την παγωμένη επιφάνεια, εκεί που ο γιός του όταν ήταν μικρός, το χειμώνα έκανε πατινάζ.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ
Η ΚΑΡΑΝΤΙΝΑ ΤΩΝ ΕΥΧΩΝ
Κάποτε της είπαν πως θα ήταν χρήσιμο να καταγράφει τα όνειρά της. Για να μην τα ξεχνάει. Ότι κάτι ήθελαν να της πουν. Και ότι έπρεπε να τα φέρνει στο φως, ώστε να αεριστούν οι αποθήκες της ψυχής της ή του υποσυνείδητου όπως ονοματίζουν το άυλο σώμα οι επιστήμονες, να καταλάβει τον μέσα της εαυτό. Ηταν οι καιροί της μόδας της αγοραίας ψυχανάλυσης, όπου όλοι έμαθαν δήθεν να «διαχειρίζονται τα αισθήματά τους», να «διαχειρίζονται το πένθος τους», να «διαχειρίζονται το θυμό, την απώλεια, την αγάπη, το μίσος, γενικώς τις καταστάσεις».
Σαν να είχε ξεπηδήσει από τη μανία του χρηματιστηρίου και τη «διαχείριση χαρτοφυλακίου» έμοιαζε αυτή η νέα πολιτικώς ορθή ντιρεκτίβα.
Ηταν τόσο κακό που αυτή δεν ήθελε να διαχειριστεί τίποτα;
Ηθελε να κλαίει ένα χαμένο έρωτα όσο της άρεσε, ήθελε να ξοδεύει την αγάπη της, ήθελε να βροντοφωνάζει τη χαρά της, ήθελε να κρατάει ζωντανό τον πόνο από το θάνατο της μάνας της και να νοιώθει ενοχές, γιατί δεν κατέβηκε εγκαίρως στην Πάτρα κάποια Χριστούγεννα της δεκαετίας του 90, να τη βοηθήσει να φτιάξει τις δίπλες, που’
θελαν χέρια για να γίνουν, ήταν βλέπεις και κείνος ο ανοικονόμητος έρωτας που την καθυστέρησε, ήθελε τέλος πάντων «να σπαταλάει αλόγιστα τα ψυχικά της αποθέματα», όπως κάποτε τη μάλωσε μία ειδικός.
Ξύπνησε μούσκεμα μέσα στη νύχτα , μια νύχτα που πάλευε ο χειμώνας με την άνοιξη και κείνη πάλευε με άγνωστους δαίμονες, που πριν λίγο στοίχειωναν τον ύπνο της εντελώς πραγματικοί, ευανάγνωστοι, τρομεροί.
Σε χρόνο άχρονο συνωστίζονταν οι δρόμοι γύρω απ’ τα Εξάρχεια , η Σολωμού είχε μετατραπεί σε χείμαρρο και τα νερά κατέβαζαν τάφους, τάφους γεμάτους λουλουδένια στεφάνια που στόλιζαν τους σταυρούς, και κείνη έψαχνε απεγνωσμένα τον οικογενειακό που ήταν θαμμένοι οι δικοί της και μετά χάθηκε στους δρόμους μιας πόλης προϊστορικής ή μάλλον μεσαιωνικής (;), δεν ήταν σίγουρη, άδειας σαν μετά από διαδήλωση που τέλειωσε άδοξα από το κυνήγι της αστυνομίας και στον αέρα χόρευαν προκηρύξεις ανάμεσα σε καπνούς δακρυγόνων και ακουγόταν από το βάθος μια βοή και σειρήνες ασθενοφόρων κι αυτή δε θυμόταν πού είχε παρκάρει το αυτοκίνητό της , έψαχνε και για τα παπούτσια της , πώς θα φαινόταν στους ανθρώπους μια μεσόκοπη να προχωράει ξυπόλητη, αλλά τουλάχιστον είχε βρει την τσάντα με τα κλειδιά και λίγα χρήματα, αλλά όχι την ταυτότητά της, αυτή έλειπε.
Αλλά δεν είχε καιρό, κάτι την έσπρωχνε να βιαστεί και βρέθηκε ξαφνικά στη Ζωοδόχου Πηγής, μπροστά από μια ερειπωμένη διπλοκατοικία του προηγούμενου αιώνα, που σιδεριές και φράγματα προσπαθούσαν να τη συντηρήσουν ή μάλλον να προστατέψουν τους περαστικούς από τους σοφάδες που έπεφταν μ’ ελαφράδα χιονιού. Στο στενό πεζοδρόμιο είχε στήσει το νοικοκυριό της μια άστεγη…Δεκάδες πλαστικές σακούλες γεμάτες τρόφιμα και ρούχα γέμιζαν το στόμα μιας εξώπορτας που έχασκε , γλαστρούλες με ψεύτικα λουλούδια, ξεμαλλιασμένες Μπάρμπυ και κουτσοί Τζων και λούτρινα αρκουδάκια, στόλιζαν τις σιδεριές, θησαυροί ξεθαμμένοι από τους ξέχειλους κάδους σκουπιδιών της αχόρταγης μεγαλούπολης. Κι αυτή είχε στήσει έτσι το σπιτικό της.
Κι ήταν εκεί καθισμένη σ’ ένα καφάσι, γυναίκα απροσδιόριστης ηλικίας και χαρακτηριστικών που’κανε αέρα με μια βεντάλια μπορντό με χρυσό τελείωμα και τραγουδούσε μια παλιά μελωδία κάτι σαν «πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα…να ζω χωρίς εσένα που τόσο αγαπώ…» και πάλι και πάλι σαν ξεκούρδιστος φωνόγραφος που κόλλησε η βελόνα του στο «πόσο λυπάμαι…λυπάμαι, λυπάμαι»…
Αυτή όμως βιαζόταν να γυρίσει σπίτι, σε λίγο άρχιζε η απαγόρευση κυκλοφορίας, να προλάβει, να βρει το αυτοκίνητο, να φτάσει ασφαλής.
Δεν ξέρει πως βρέθηκε στο δρόμο της παιδικής της ηλικίας , στην επαρχιακή της πόλη , μπροστά από το μικρό ισόγειο σπιτάκι, το χωμένο ανάμεσα σε πολυκατοικίες, παλιοκαιρίσιες κι αυτές, του ’70, κι είδε ρωγμές από την υγρασία να αυλακώνουν την πρόσοψη , έπρεπε επειγόντως το καλοκαίρι, όταν τελειώσει αυτή η παλιοκατάσταση να φωνάξει τους μαστόρους να τη φτιάξουν, αυτή η ύπουλη υγρασία δεν τιθασεύεται, τρώει σιγά σιγά τα σωθικά , μα σ’ αυτές τις ρωγμές είχαν φυτρώσει φρέζες και κισσοί που άνοιγαν τα παράθυρα και σκαρφάλωναν στους τοίχους.
Και τότε η μαμά της βγήκε στην εξώπορτα και της είπε, «έλα σου έχω φτιάξει φόρμα με πορτοκάλι», και φόραγε εκείνη τη ρόμπα με τα μικρά λευκά ανθάκια σε μπλε φόντο που της είχε αγοράσει από την Αθηνάς και πολύ τη βόλευε , έλεγε…
«Ωραία σου πάνε τα μαλλιά μαμά», της αντέτεινε , «ωραία τα κούρεψες», έτσι ασημένια, σα φωτοστέφανο, σκέφτηκε… «Ναι είδες», έκανε εκείνη και χάιδεψε το σβέρκο της με κείνη τη γνώριμη μαλακιά κίνηση.
Και όπως πάντα στα όνειρα, συνέχισε κάτι να της λέει, μα δε θυμάται, δε θυμάται…
ΑΘΗΝΑ 7/4/2020
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ
ΥΓ.. Είναι Δικηγόρος Αθηνών και υποψήφια Διδάκτωρ Θεατρολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Κριτικός θεάτρου και συγγραφέας του μυθιστορήματος «Μπορείς ν’ αλλάξεις μόνο το παρελθόν σου» (Εκδόσεις Καστανιώτη 2007) . Εχει επιμεληθεί το ΑΛΜΠΟΥΜ «ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ» (Εκδόσεις Καστανιώτη 1993)
Αρθρογραφεί και δημοσιεύει κριτικές θεάτρου από το 1996 έως σήμ
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Και έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν…
Έβλεπε θολά το διάδρομο του νοσοκομείου να φεύγει πίσω της καθώς την έτρεχαν. Σα σκιές πηγαινοέρχονταν νοσοκόμες, γιατροί, τραυματιοφορείς, καροτσάκια, οροί κρεμαστοί, «οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας» της ήρθαν στο μυαλό, να αυτό το θαύμα θα ήθελε να το είχε δει, όλα τ άλλα…Εδώ μια λαδίλα σκέπαζε τους τοίχους και το δάπεδο έσκαγε τόπους, τόπους και από κάτω ξεπρόβαλε θυμωμένο το παλιό μωσαϊκό. Συγγενείς εκλιπαρούσαν λίγη προσοχή στον άνθρωπό τους και δεν ήξερε ότι αυτή δεν είχε συγγενή δίπλα της και το χειρότερο ότι γι’ αυτήν μουρμούραγαν φωναχτά οι νοσηλευτές και οι άλλοι αρμόδιοι, «να την πάμε για μαγνητική εγκεφάλου, νέα γυναίκα, κρίμα… μέρες πούναι».
Ένα βουητό σκέπαζε τ’ αυτιά της, σα μελίσσι σε οργασμό.
Όμως για πρώτη φορά, εδώ και πολύ καιρό αισθανόταν ασφαλής κι ήταν καλά.
Σα να ξέφυγε από έναν εφιάλτη που έβλεπε συνέχεια στον ύπνο της και σαν αυτός ο εφιάλτης να ήταν η ζωή της η ίδια που ολοκληρώθηκε μ’ ένα κρεσέντο από φωνές, πολλές φωνές «δεν έχεις καταλάβει το νόημα του γάμου Μαρία. Είμαστε ένας, ένας άνθρωπος και όχι δύο. Γι’ αυτό δε θα κάνεις του κεφαλιού σου Μαρία. Ακουσες Μαρία;»
Άκουσες Μαρία; Από παιδάκι, αυτό άκουγε διαρκώς να τη ρωτάνε: Άκουσες Μαρία;
«Και έσονται οι δύο εις σάρκαν μία. Άκουσες Μαρία; Το είπε κι ο παπάς Μαρία».
Πρώτο καταγκρεμνίστηκε το ολόφωτο δέντρο, το όλο δικό του. Αυτό που στόλιζε κάθε χρόνο με μπιχλιμπίδια γυάλινα και πορσελάνινα και φυσητά, τα καμάρια του, όπως έλεγε.
Αυτός ο άνιωθος άνθρωπος, φρόντιζε σαν παιδί το χριστουγεννιάτικο δέντρο του. Αλίμονο αν κάποιος πείραζε τα παιγνίδια του.
Κι όμως απ’ αυτό προσπάθησε να κρατηθεί η Μαρία σαν την έσπρωξε κι έπεσε κάτω. Ξάπλωσε στολισμένη με ψεύτικα γκυ και ου, ψεύτικο χιόνι και χριστούληδες θρυμματισμένους , αηβασίληδες ραγισμένους, πολύχρωμα κομματάκια γυαλιού που λαμπύριζαν και μια φάτνη από χαρτί γκοφρέ, καφετιά , τσαλακωμένη. Λυπημένα φωτάκια αναβόσβηναν σαν τρελά και ξαφνικά κάποιος τα τράβηξε από την πρίζα. Χλωμό φως και σκιές επικράτησαν. Πλαστικά αρνάκια βρέθηκαν να βόσκουν μπρούμητα στο χώμα με το δήθεν φυσικό χορταράκι, χάρτινες παναγίτσες πλάγιαζαν με άδειες αγκαλιές κι ένας Ιωσήφ ανάσκελα, έψαχνε ανάμεσα στα χρυσαφιά αστεράκια εκείνο το υπέρλαμπρο που θα οδηγούσε τους Μάγους με τα δώρα στη φτωχιά καλύβα της Μαρίας, θα την έπαιρναν αγκαλιά και θα τη σήκωναν από κείνο το πορφυρό ψευτοπερσικό χαλί πούχαν αγοράσει πέρσι από κάτι κινέζους στη λαϊκή της Κυψέλης.
Πρώτα άκουσε τις βλαστήμιες του και μετά να σπάνε πιάτα και ποτήρια και να πετάγονται καρέκλες στο πάτωμα και τα τασάκια τα Μουράνο, τα χρωματιστά, βυσσινιά και μπλε και εκάιγ, τα καμάρια του γάμου της , να βρίσκουν τις πόρτες και να βαθουλώνουν τους καπλαμάδες κι αυτή στο πάτωμα σε στάση εμβρύου να κλείνει με τα χέρια τ’ αυτιά της και να σφαλίζει τα μάτια .Δεν την ένοιαζαν οι κλωτσιές ούτε ο πόνος, μόνο να μην βλέπει και να μην ακούει…
Τέλος έφτασαν στ’ αφτιά της σειρήνες περιπολικού και κάποιοι που φώναζαν «Αστυνομία» κλωτσώντας την πόρτα.
Μετά όλα χάθηκαν σε μια κατευναστική σιγή μ’ ένα σβήσιμο των ήχων.
Μέσα στο κουβούκλιο της μαγνητικής, η Μαρία Κατιμερτζή, μεσήλικας πιά, με γνώσεις Λυκείου και με το παιδί που γέννησε φευγάτο για σπουδές στην Εσπερία και σύζυγο το Στέλιο το μάστορα, οικογενειάρχη, άντρα παλιάς κοπής, θρήσκο και συντηρητικό όπως έλεγε με καμάρι, θυμήθηκε το γαμήλιο ταξίδι τους στη Ρώμη και τις νωπογραφίες της Καπέλα Σιξτίνα που τους εξηγούσε η ξεναγός.
Ιδίως της ήρθε ως τελευταία εικόνα εκείνη με τα δύο χέρια που τείνουν να σμίξουν , η εμβληματική της ανθρωπότητας όπως τους έλεγε, εικόνα των χεριών του Θεού και του Αδάμ που σχεδόν βρίσκονται σε επαφή, αυτή η βιβλική κοσμογονική αφήγηση σύμφωνα με την οποία ο Θεός δίνει ζωή στον Αδάμ, τον πρώτο άνθρωπο.
Ψευτοϊστορίες, σκέφτηκε.
Αλλά μετά όλα τα σκέπασε ο θόρυβος του μηχανήματος.
Καλύτερα έτσι. Γιατί να τα θυμάται όλα τούτα;
18-12-2023
ΣΚΟΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ
Βγήκε να περπατήσει και την έπνιξαν οι μυρωδιές που είχαν εγκλωβιστεί χαμηλά, κοντά στην άσφαλτο, στον αέρα της λεωφόρου και την εμπόδιζαν ν ανασάνει.
Ο ορίζοντας ήταν θολός, η θάλασσα στο βάθος άσπριζε σαν από χνώτα κι εκείνη πνιγόταν σ΄ ένα γλυκό άρωμα λουλουδιών της άνοιξης και μπουμπουκιασμένων δέντρων που χυνόταν από τις πυλωτές και τα ρείθρα των δρόμων. Συνωστίζονταν δε στους φανοστάτες και σ’ έναν στύλο της ΔΕΗ φυτεμένον λες στην άκρη του διαζώματος και ξεχώριζε από τις ανθοδέσμες που τον στόλιζαν. Ενας στύλος της ΔΕΗ πνιγμένος στις ανθοδέσμες.
Εκεί που άφησε την τελευταία του πνοή ο μικρός της γιός. Αγκαλιά με τη μηχανή του.
Ο ουρανός συνέχιζε να βρέχει σκόνη από την Αφρική, ο Απρίλης συνέχιζε το δρόμο του με τη σκληρότητα ενός ποιήματος και το Πάσχα φέτος αργούσε. Εν τω μεταξύ επιμηκύνονταν στο χρόνο το πένθος κι οι λιγωμένες μυρωδιές τόσο που νόμιζες ότι έβλεπες μπροστά σου τις σκιές των περασμένων. Πραγμάτων και ανθρώπων.
ΤΟ ΣΚΙΣΜΕΝΟ ΜΟΥ ΜΠΟΥΦΑΝ
Μη με μαλώσεις μαμά
Πήρα μαζί μου το καλό μου μπουφάν
Αυτό το νταμπλ φας
Απέξω κόκκινο, ρουμπινί, χρώμα βυζαντινό
Αδιάβροχο μου είπες,
«στο πήρα αδιάβροχο
να μη σε πιάνουν οι καιροί
Εκεί που σε γυρνά η ηλικία σου
Σε γήπεδα, σε συναυλίες, δίπλα σε λίμνες
Αγκαλιά με το κορίτσι σου
Στα σκαλάκια του Χημείου
Δεμένο στη μέση σου,
όταν τρέχεις στις λεωφόρους του μέλλοντός σου
στα χέρια σου σημαία και λάβαρο
του ενθουσιασμού σου
από τις μουσικές της νιότης
να το προσέχεις…άκουσες….»
Κι από μέσα, μαμά, εγώ έκρυψα
άλικα φιλιά σε πράσινο φόντο
σημαδάκια μικρά της ζωής
αυτοκολλητάκια του ψυγείου
«θ’ αργήσω, φάτε»
«έφυγα, μη με περιμένετε»
Με τη σιγουριά της επιστροφής
Τώρα το είδα μαμά να πετάει μόνο του
Πάνω από τις λιωμένες ράγες
Χωρίς εμένα μέσα
Αυτή τη φορά δε φταίω μαμά
Κάηκε λίγο το δεξί του μανίκι
Λάσπωσε κάπως κι η κουκούλα
Σκίστηκε μαμά το καλό μου το μπουφάν
Και μερικά χαρτάκια ξέφυγαν
κόλλησαν στον αέρα
«φεύγω, φιλάκιααα»
Πες στο μπαμπά ότι τον αγαπάω
Κι ότι εγώ του «κλεψα» πέρυσι
το πράσινο αδιάβροχο
Το καλό του
Έβρεχε θυμάσαι;
Η μέρα σκάλωσε στις 28 του μήνα Φλεβάρη
Άλλος χρόνος δεν ήρθε
Ο.Μ
(28-2-2024)
΄Ενας χρόνος μετά
Σήμερα στενοχωρήθηκα πολύ.
 Είχα διοριστεί από τον κατάλογο του  ΔΣΑ της Νομικής Βοήθειας ,προκειμένου  να υπερασπιστώ στον Ανακριτή, 4 ανήλικα που διώκονταν σε βαθμό κακουργήματος: 
Τα δύο για ληστεία και τα άλλα δύο για ναρκωτικά (2 τσιγάρα χασις).
Ο Αρμάντο λοιπόν, Ελληνάκι, ετών 14 και ο Μπουλάι , ετών 16, από πατέρα Σουδανό και μητέρα Φιλιππινέζα , φίλοι καρδιακοί, είχαν ρίξει κάτι χαστούκια σε δύο άλλα ανήλικα στον Κολωνό και τους πήραν περίπου 6 ευρώ!!! Αυτό θεωρείται “ληστεία”…
Ο Αρμάντο ζει με τη γιαγιά και τον παππού (η υπόλοιπη οικογένεια αγνοείται)  και ο Μπουλάι σε Δομή Προσφύγων με τη μητέρα του και τρία αδέρφια…
Ο Αρμάντο είναι σα σφορδάκλι, κοντούλης και αδύνατος με μαύρα κατσαρά μαλλιά και αεικίνητα μάτια…Ενα χαριτωμένο διαβολάκι πανέξυπνο, που  πάει και δεν πάει σχολείο, δεν ξέρει ουσιαστικά να γράφει και να διαβάζει και ήταν η δέκατη φορά που επισκεπτόταν τ ανακριτικά για παρόμοιες υποθέσεις!!!
Ο Μπουλάι είναι ένας ψηλός γεροδεμένος , όμορφος έφηβος που μιλάει καλά Ελληνικά, γράφει και διαβάζει.
Ενα σύστημα ολόκληρο, μέσα του κι εγώ, κινητοποιήθηκε, τους συνέλαβε, τους πέρασε ανακριτή και εισαγγελέα, κάλεσε κι εμένα να υπερασπιστώ τα δικαιώματά τους και τους άφησε ελεύθερους μέχρι τη δίκη τους.
Οι Δικαστές, το έπαιξαν αυστηροί γονείς, τους έδωσαν αυστηρές συμβουλές, τους περιέγραψαν το μέλλον τους αν συνεχίσουν έτσι (οι φυλακές  ανηλίκων στον Αυλώνα είναι μπροστά σας και σας περιμένουν) και έδωσαν εντολή να τους αφήσουν ελεύθερους.
Εγώ έβαλα δεκάδες υπογραφές, έκοψα τα γραμμάτια προείσπραξης και έφυγα…
Ολο το σύστημα (αστυνομικοί, δικαστές, γραμματείς, δικηγόροι κλπ) περιμένουν να επιβεβαιωθούν, ότι “αυτοί θα είναι οι μελλοντικοί σοβαροί εγκληματίες”…
Τίποτε άλλο δεν έχουμε να τους προσφέρουμε.
Νιώθω να γυρίζω μέσα σε μια μεγάλη ρόδα που δεν ακουμπά στο χώμα και δεν πάει πουθενά. Κάνει κύκλους στον αέρα…
Λέω, πολύ σοβαρά να εγκαταλείψω τη μαχόμενη δικηγορία…
Αρκετά έως εδώ.
ΤΑ ΑΓΝΩΣΤΑ ΚΡΑΤΙΔΙΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ
Είχε εξειδικευτεί να παραμερίζει τα συναισθήματα όταν αυτά γίνονταν επικίνδυνα. Όταν δηλαδή ήταν μεγάλα. Όταν ερωτεύονταν.
Τα’ χτιζε γύρω-γύρω με τείχη κι έφτιαχνε μια δικιά της, μυστική καστροπολιτεία.
Ετσι κατάφερνε να φαίνεται στους έξω ήρεμη, χαμογελαστή, γεμάτη. Δίχως ρωγμές.
Είχε δηλαδή κατακτήσει μία τεχνογνωσία απώθησης συναισθημάτων, σ’ έναν χώρο ασφαλή, δικό της.
Και μόνο κάτι βράδια που μύριζαν επιτάφιο ή βραδιά Ανάστασης, από πασχαλιές, νυχτολούλουδα, νερατζιές και λεμονανθούς από λεμονιά δίφορη, γιασεμιά και κεράκια λαμπριάτικα που καίγονται στάζοντας μέλι και κερήθρα . Κάτι βράδια χλιαρά, αρωματισμένα, ανοιξιάτικα, λίγωνε και την έπαιρναν τα κλάματα.
Όχι γοερά, αλλά ήσυχα, ήρεμα έσταζαν τα μάτια της άγιο μύρο σταλαγματιά, σταλαγματιά, γιατί ήταν πολύτιμο.
Γέμισε έτσι μέσα της μικρές χώρες, κρατίδια απωθημένων αισθημάτων, απ’ αυτά που δεν αναγνώριζε ο ΟΗΕ γιατί δεν συγκέντρωναν τις αναγκαίες ψήφους από τις μεγάλες δυνάμεις, τις ισχυρές.
Γιατί καμία μεγάλη Δύναμη δεν ήταν διατεθειμένη ν’ αναγνωρίσει «την απελπισία της μοναξιάς, της απώλειας, της μονομερούς αγάπης ή της ματαιωμένης, της απώλειας του αγαπημένου προσώπου, εκείνου που έφυγε ή την άδειασε, ή δεν μοιράστηκε καν τη δική της επιθυμία, εκείνου που τη ματαίωσε, εκείνου που σκότωσε τη μέσα της καλοκαιρία.
Γιατί ποιος θέλει ν’ αντικρύσει τον καθρέφτη του εαυτού του;
Κάπως έτσι έμεναν έρημα τα μικρά παράνομα κρατίδια κι έμαθε κι αυτή να τα υπερασπίζει μόνη της με μικρές βόμβες δακρύων, χωρίς κρότο και λάμψη, χωρίς δόξα, μίζερα θα λεγε κανείς. Γιατί τί νόημα έχουν όλα αυτά τα παλιά ξεθυμασμένα αισθήματα που όμως κυριαρχούν μέσα της;
Καθορίζουν τις νύχτες της, όταν όλα σωπαίνουν στο σπίτι κι αυτά παίρνουν το πάνω χέρι.
Είχε μάθει να μετακομίζει σ’ αυτά τα μικρά, άγνωστα στους πολλούς μέρη, χωρίς θόρυβο, έλεγχε ακόμα και το ρυθμό της αναπνοής της ώστε να υποδύεται αυτόν του ύπνου, αφήνοντας να κυριαρχεί μόνον ο υγρός ήχος της βαριάς εκπνοής του άντρα της, εκείνο το καθησυχαστικό ροχαλητό καθότι γνωστό και σίγουρο, όσο αυτή μούσκευε τα μαξιλάρια της χώρας των χαμένων ονείρων.
Την τελευταία όμως φορά την πρόδωσε ο μέσα της εαυτός.
Τρεις μέρες, ναι , τρεις ολόκληρες μέρες την έριξαν στο κρεββάτι κάτι τέτοια ύπουλα φαντάσματα συναισθημάτων, αυτά τα υπό αναστολή ή καταστολή, που όμως έριξαν τα τείχη και διεκδίκησαν την έκθεση στο φως.
Πήραν τη μορφή ημικρανίας κι αυτή τότε έκλεισε το φως να γίνει σκοτάδι, να ξεγελαστούν τα φαντάσματα, να μην πάρουν σχήμα και όνομα και νομιμοποιήσουν την ύπαρξή τους. Να επιστρέψουν εκεί που αυτή τους είχε ορίσει. Να μείνουν ακίνδυνα.
Τρεις μέρες της πήρε αυτή η μάχη χαρακωμάτων. Να ξαναχτίσει τα ασφαλή τείχη να κλείσει μέσα το παρελθόν.
Την επόμενη μέρα σηκώθηκε από το κρεβάτι. Είχε πληγές σ’ όλο της το μέσα σώμα, πληγές που έτσουζαν , αλλά οι μικρές της παράνομες χώρες ήταν ακόμα μια φορά ασφαλείς.
5/11/23 ΚΑΠΟΤΕ
Κάποτε, μια νύχτα,
θ’ ανοίξω τα
μεγάλα κλειδιά των τρένων
για να περάσουν οι παλιές μέρες…
Τάσος Λειβαδίτης
Ο θαλασσινός αέρας της έφερνε λουλούδια στο στόμα
Έφτυνε πέταλα από τριαντάφυλλα και μαργαρίτες
Άσπρα και κίτρινα
Νεκρολούλουδα σκέφτηκε
Λιγωμένος ο άνεμος από τις μυρωδιές
Παράσερνε κυπαρισσόμηλα και πευκοβελόνες
Ενώ ένας άλλος
Από την Αφρική αυτός
Πασπάλιζε με άμμο τα ρουθούνια
Στέγνωνε τη γλώσσα και το φάρυγγα
Κι ένας βήχας σα σπασμός έρωτα ή θανάτου
Πάσχιζε να ξαναδώσει ζωή σ’ ό,τι φάνταζε νεκρό
Μέσα στα χρόνια
Και σκέφτηκε πάλι πως χρωστούσε στον Τάσο Λειβαδίτη
Ένα χέρι βοηθείας ώστε
« ν’ ανοίξουν τα μεγάλα κλειδιά των τρένων
για να περάσουν οι παλιές μέρες»…
3/1/2024
ΤΟ ΚΑΔΡΟ
ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΛΟΥΣΤΡΙΝΙΑ
21 Απριλίου 1967…Ημέρα Παρασκευή, σαν αύριο,  Σάββατο του Λαζάρου.
Μέρα μουντή, με ζέστη, γεμάτη λες λιγοθυμισμένα αρώματα από τους ανοιξιάτικους κήπους. Μια αναμονή θανάτου με ελπίδα ανάστασης, ανακατεύεται με τη σκόνη του δρόμου, με τα πέταλα των λουλουδιών που ξεφεύγουν από τους μίσχους, τη γύρη και το ζουζούνισμα των μελισσών. Ενας μαύρος μπούμπουρας έχει εισβάλλει στην κουζίνα, παίζει με το καρό τραπεζομάντηλο, απειλεί την κατσαρόλα με τον αρακά, μπίζα τα λέγαμε εμείς τότε, χορεύει πάνω απ’ τα κεφάλια μας.
«Μην πας Βασίλη στο Φούρνο σήμερα, είδα πάλι το αναθεματισμένο τ΄όνειρο, κάτι σκυλιά σε τραβούσαν πάλι Βασίλη, θα σε θυμηθούν πάλι Βασίλη, στο μάτι σ΄έχουν, δεν το κλείνεις κι εσύ το στόμα σου, δεν σου έφτασε το ’48, το 49, το 50, το 51 , το 52…Τα ξέχασες»;
Εσύ δε μούλεγες Βασίλη λίγο πριν παντρευτούμε, πριν κάνουμε τις κόρες μας… «Αρκετά με τα μακρονήσια…Πάνε αυτά τώρα Αλεξάντρα,  τώρα παλεύουμε με τη νομιμότητα».
Σε ποιόν τάλεγες αυτά βρε Βασίλη; Αχ, τα βιβλία καλά είναι Βασίλη μου, αλλά σας αδειάζουν το κεφάλι από την πραγματικότητα. Πες τα ντε κι αυτά στο χωροφύλακα, στον κυρ’ Διοικητή που σου κλείνει κάθε τόσο το μαγαζί.. Και σε κείνον τον παστρικοθόδωρο του υγειονομικού που βρίσκει σκόνη και μια μύγα να περνά έξω από το τζάμι του φουρνάρικου «κλειστόν επί τριήμερον, απολύμανσις , πρόστιμον και βλέπομεν»…
Και σήμερα αλυχτάνε από τα ξημερώματα Βασίλη μου τα σκυλιά στα ραδιόφωνα…
Μην πας Βασίλη μου…Ανεβα στο χωριό, κρύψου μέχρι να περάσει η μπόρα…Να δούμε τί θα κάνουμε…
Της έχει μείνει η εικόνα της σκιάς του στην εξώπορτα να ξεμακραίνει, ψηλός, λίγο σκυφτός, έτσι που κρυβόταν το μεγάλο του μέτωπο…
Επιτέλους συνέβη. Εγινε…Δε χρειάζεται πια να περιμένει μήπως τον χάσει. Μήπως της τον πάρουνε.
Μπορεί τώρα ήρεμα, να κλάψει με την ησυχία της.
Αύριο, μετά το σχολείο, θα ρχόταν κανονικά η νονά της, να την πάρει να πάνε ν’ αγοράσουν λαμπάδα και τα κόκκινα λουστρίνια που είχε δει στη βιτρίνα του μαγαζιού στην πλατεία.
«Μην αργήσετε, ένα έχω στο νούμερο του παιδιού… μα, αυτό ψήλωσε πολύ, σε λίγο δεν θα της κάνουν τα παιδικά…»
Η γριά Νταϊνα ανασκάλευε τη σβηστή στάχτη του τζακιού όταν ήρθαν τα μαντάτα ότι τον συνέλαβαν και τον έχουν μαζί με τους άλλους στο σχολείο .
Ετρεξε η μάνα της μαζί με τις άλλες, έτρεξε  κι αυτή ξοπίσω της, να διαπιστώσει η ίδια πως πάει, αυτό ήταν, αυτό ξόρκιζαν τόσο καιρό… τους είδαν όλους μαζί πίσω από ένα ντουμάνι καπνού, σε μια σχολική αίθουσα, στους τοίχους φωτογραφίες των αγωνιστών του ΄21, ένας εσταυρωμένος κι ο  Βασιλιάς με τη Βασίλισσα. Ετοιμες ήταν ν αρχίσουν τα κλάματα και τις κατάρες στους χωροφύλακες, όταν ακούστηκε η φωνή του γνωστού Ντούλη, του χωρατατζή, του λεβέντη, του φίλου του πατέρα της, «φέρτε καφέ και τσιγάρα και μην ακούσω κλάματα, ούτε κιχ, γιατί σας έφαγα»…Βάλανε τα γέλια…
Εκεί, στο ίδιο σημείο τη βρήκαν και λίγο αργότερα.
Η γριά Νταϊνα, άσχετη περί τα εκκλησιαστικά, έβριζε, έριχνε κατάρες και έψελνε τα κάλαντα του Λαζάρου, μαζί με τους θρήνους της Μ. Παρασκευής…
Λαζαρίνες μου!!! Τους φώναξε…
Και συνέχισε, ανακατεύοντας τη στάχτη, πετώντας την δεξιά, αριστερά:
«Οι Ιταλοί: πού είν ο Βασίλης
Οι Γερμανοί: πού είν ο Βασίλης
Οι Ελληνες: πού είν ο Βασίλης
Αχ που να μη σας εύρη τ’ Αηβασιλιού, καθάρματα, φασίστες
Ξύπνα Λάζαρε καὶ μὴν κοιμᾶσαι,
ἦρθε ἡ μέρα σου καὶ ἡ χαρά σου.
Ποῦ ἤσουν Λάζαρε; Ποῦ ἤσουν κρυμμένος;
Κάτω στοὺς νεκρούς, σὰν πεθαμένος.
Δὲ μοῦ φέρνετε, λίγο νεράκι,
πού ῾ν᾿ τὸ στόμα μου πικρὸ φαρμάκι.
Δὲ μοῦ φέρνετε λίγο λεμόνι,
Πού ῾ν᾿ τὸ στόμα μου, σὰν περιβόλι.
-Αι γενεαί πάσαι, ύμνον τη ταφή σου
Ους έθρεψε τω μάννα
Φέρουσι τω Σωτήρι
Χολήν άμα και όξος
-Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον
 «Ωχου πώς πονάνε οι μυρωδιές τ’ Απρίλη», βούγιαξε τελικά η γιαγιά της.
Η μάνα της τράβηξε κατά το μέσα δωμάτιο, δεν άντεχε το παραλήρημα της πεθεράς της.
Η γριά, μύρισε λίγες πασχαλιές κι έτριψε στα δάχτυλά της φύλλα βασιλικού.
«Ωχου, πως πονά η νιότη κι ο θάνατος»…
Μετά από λίγες μέρες, στη γειτονιά πέρναγε  ο Επιτάφιος.
Και έραναν αυτόν οι Μυροφόρες…
Κεριά, φλογίτσες, ψαλμωδίες, άνθια σκεπασμένος ο ιερός νεκρός, το ιερό σφάγιο των αιώνων , ο πάσχων άνθρωπος.
Ενας έρωτας , ακόμα ανείπωτος, στριμωγμένος στις σόλες των λουστρινένιων παπουτσιών των μικρών κοριτσιών που ακολουθούν όλο χαμόγελα την πομπή, τολμάει να διαφεύγει στον αέρα και να ρίχνει τα νεραντζολούλουδα πάνω στα μαυρομάλλικα κεφάλια αυτών των κοριτσιών που αύριο θάχουν να κλαίνε για τις δικές τους χαμένες αγάπες, αλλά ακόμα δεν το ξέρουν.
Μα εκείνη τα δικά της κόκκινα λουστρίνια τα δώρισε στο φυλακισμένο της πατέρα.
Όχι δεν τα ήθελε έτσι…Δε θα γινόταν αυτή προδότρα σαν τον Ιούδα.
Κοιτάει από το παράθυρο τα πόδια των κοριτσιών.
Ας τα φορέσει λοιπόν η κόρη του χωροφύλακα.
Ωχου πώς πονάει η ζωή….
ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΚΥΡΑ-ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ
Εμενε στο διπλανό σπίτι. Σπίτι, τρόπος του λέγειν, το ισόγειο ενός διώροφου νοίκιαζε με τη μάνα της, που κανονικά ήταν μαγαζί, με τα ρολά του και με τα όλα του, για έτσι δηλαδή το προόριζε ο ιδιοκτήτης με τη γυναίκα του. Ο έμπορος κυρ- Παναγιωτάκης με την κυρά Μαρία τη δασκάλα.
Αλλά επειδή η γειτονιά, εκεί στα μέσα του ’60 δε σήκωνε ούτε ψιλικατζίδικο, ούτε κρασοπουλιό, ούτε φούρνο, μιας κι όλα τούτα υπήρχαν στον παρακάτω φαρδύ δρόμο με τα δέντρα και την κατεύθυνση στη θάλασσα, το νοίκιαζαν κατά καιρούς σε διάφορες φτωχές οικογένειες που δεν τους πέρσευε ούτε για το νοίκι μιας κάμαρης με κουζίνα και αποχωρητήριο , στις αυλές των γύρω μονοκατοικιών.
Οταν κάπως η οικογένεια τα βόλευε κι έβγαζε λίγα μεροκάματα παρα πάνω, μετακόμιζε από το μαγαζί για κάπου καλύτερα, κάπου που θα φάνταζε περισσότερο σπίτι.
Όμως αυτή η κυρά Νικολίτσα με τη μάνα της (έτσι τους προσφωνούσαν στη γειτονιά, μαζί, σαν ένα όνομα με επώνυμο), έμειναν καιρό εκεί, τόσο που να τις θυμάμαι καλά καθώς μεγάλωνα, όπως θυμάμαι και τα πιτσιλίσματα από την πίσσα που άφηναν στα πεζοδρόμια τα μηχανήματα της ασφαλτόστρωσης του δρόμου μας μαζί με μια βαριά μυρωδιά πετρελαίου.
Η κυρά -Νικολίτσα έστηνε το θεωρείο της από πολύ νωρίς, έπαιρνε θέση σε ένα είδος παράθυρου που δημιουργούσε το ανασήκωμα του ρολού και ήταν ενήμερη για τα τεκταινόμενα αλλά και τα μελλούμενα της γειτονιάς και του κόσμου.
Από το άνοιγμα προσπαθούσα να δω μέσα. Να δω πώς είναι ένα σπίτι – μαγαζί, αλλά η κυρά – Νικολίτσα δεν επέτρεπε τέτοιες αδιακρισίες κι έβαζε τις φωνές, πρόγκαγε άγρια τα μικρά αλητάκια του δρόμου, δηλαδή εμάς, με τις μπάλες μας, τις πέτρες μας, τις ρόδες μας και τα πατίνια μας.
Ηταν το φόβητρο των παιδιών. Ρόλο που εμφανώς απολάμβανε να παίζει.
Η μάνα της ξενόπλενε. Ετσι ακούσαμε κάποτε να συζητούν οι γυναίκες , καθισμένες κάτι καλοκαιρινά απογεύματα έξω στα πεζοδρόμια, σε σκαμνάκια, πλέκοντας και ράβοντας.
Είχε λοιπόν σχεδόν κάθε μέρα έξω από την πόρτα της – ποια πόρτα δηλαδή, πάλι ένα από τα ρολά ανέβαινε και το άνοιγμα αυτό, έφτιαχνε την είσοδο- μια σκάφη και μέσα μούλιαζε ασπρόρουχα.
Ετσι λοιπόν εγώ νόμιζα ότι το «ξενόπλενε» σήμαινε, «πλένω έξω», μιας και το μαγαζί – σπίτι δεν είχε αυλή.
Όμως μούκανε εντύπωση που έπλενε κάθε μέρα, μα τόσο καθαρές ήταν αυτές οι γυναίκες, η κυρα Νικολίτσα και η μάνα της;
Αλλά τα ρούχα εξαφανίζονταν δια μαγείας, κανείς δεν τα’ βλεπε απλωμένα σε σχοινιά στις αυλές των σπιτιών. Και την άλλη μέρα νάτη πάλι η τσίγκινη σκάφη με μια ξύλινη τάβλα για το τρίψιμο και η μάνα της κυρά – Νικολίτσας, έτριβε έτριβε…
«Νεροκονίδες θα βγάλουν τα χέρια της, την καψερή», σιγομουρμούριζαν οι γειτόνισσες.. «Νεροκονίδες, άκου νεροκονίδες»…
Υπάρχουν μερικές μαγικές λέξεις της δεκαετίας του ’60 που εξαφανίσθηκαν με τα χρόνια…
Εν πάση περιπτώσει έμαθα τελικά από μια φιλενάδα μου ότι αυτό σήμαινε πως έπλενε για ξένα σπίτια.
« Να όπως της νεόπλουτης , μου είπε, στο δίπατο πιο πέρα, που λέγανε στη γειτονιά πως ο άντρας της τα λεφτά τα έκανε από το χασίσι. Φούσκωνε το μωρό με στρώσεις από ζιπουνάκια, πουλοβεράκια και παλτουδάκια, γιατί ήταν αδενικό, δήθεν τώρα, έλεγε και κινδύνευε από το κρύο, ενώ το φόρτωνε εμπόρευμα για τους πρεζάκηδες κάτω στο λιμάνι». Μου τα είπε μια κι έξω η Σμαρώ, χωρίς ανάσα, τ’ άκουσε από την κυρά Μηλίτσα που της τα’ λεγε η κυρά- Πόπη, παλιά, προπολεμικιά στη γειτονιά, που τους ήξερε όλους..
Ανδρα δεν είχαμε δει να μπαίνει ή να βγαίνει από κει μέσα. Τα σκούρα ρούχα της μάνας της κυρά-Νικολίτσας δεν βεβαίωναν πένθος χηρείας…Ισως ένα πένθος γενικό…
Πολλά σπίτια δεν είχαν άνδρες τότε.
Χαμένοι «από τα πολιτικά» ακούγαμε, χαμένοι από τον πόλεμο λέγανε…
Για «χαμένα κορμιά» επίσης, ελεεινολογούσαν οι γυναίκες…Τζογαδόρους , μπεκρούλιακες, τεμπέληδες και γυρολόγους.
Ακούγαμε και για ναυτικούς που τους έπνιξε η Φαλκονέρα στα 1966, μήνα Δεκέμβρη μες τα Νικολοβάρβαρα, για ένα μεροκάματο στο πλοίο «Ηράκλειον» ή για μαγείρους που πήρε μαζί του το «Ελεάννα» του Ευθυμιάδη (αυτό όμως ήταν στα 1971), ή άλλους που πλέανε ακόμα σε κίτρινες θάλασσες και μαύρους Ωκεανούς.
Δείγματά τους άφηναν στα σπίτια της γειτονιάς, που άνοιγαν στις γιορτές και βλέπαμε κινέζικα βάζα και μπιμπελό, κάδρα με παγόδες και άλλα τέτοια εξωτικά. Αφήναν και τις γυναίκες με φουσκωμένες τις κοιλιές. Αλλά αυτά τα σπίτια ήταν καλοσυγυρισμένα, είχαν αυλές με κήπους και πολλά απ’ αυτά και πανωσήκωμα για την προίκα της «μεγάλης».
Όμως αυτά δεν έμοιαζαν σαν εκείνο που εμένα κυρίως απασχολούσε :
το σπίτι – μαγαζί. Ηθελα να μπω μέσα, ήθελα να ελέγξω το νοικοκυριό τους και κυρίως ήθελα να δω την κυρά- Νικολίτσα από μέσα.
Κανείς δεν είχε δει ολόκληρη την κυρά– Νικολίτσα. Μόνο απ’ τα στήθη της και πάνω. Βαριά , φουσκωτά στήθια που στήριζαν έναν κοντό λαιμό μ’ ένα σταυρουδάκι, βαφτιστικό, που θύμιζε περίεργα πως κι αυτή ήταν κάποτε παιδί.
Κανείς μας δε γνώριζε πόσο χρονών ήταν, ούτε μας έλεγαν όταν ρωτάγαμε τις μανάδες και τις γιαγιάδες μας. Γενικώς νομίζω ότι εκείνη τη δεκαετία κανείς δεν μας απαντούσε σε τίποτα.
Μόνες μας βάζαμε τις ερωτήσεις, μόνες μας τις απαντήσεις.
Αλλά μαζεύαμε τα σκόρπια λόγια των μεγάλων, σαν τα φύλλα του φθινοπώρου απ’ τα πεζοδρόμια και στήναμε τα ιστορίες μας.
Η γυναίκα με το μπούστο λοιπόν ήταν το σήμα κατατεθέν της γειτονιάς μας.
Ηταν πάντα εκεί. Στο παράθυρο με τ’ ανεβασμένα ρολά. Χτισμένη ανέκαθεν .
Εκεί θα σταμάταγαν οι γειτόνισσες όταν γύριζαν από τα ψώνια ή όταν έκαναν διάλειμμα από το νοικοκυριό.
Ηταν το στοιχειό μας.
Μόνο την παραμονή των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς δεν άνοιγε τα ρολά η κυρά-Νικολίτσα. Ούτε του παράθυρου, ούτε της πόρτας.
Τί κι αν χτυπούσαν με πετραδάκια τους τσίγκους τα αγόρια, τί κι αν κουδούνιζαν τα τρίγωνα και τα σιδερένια πέταλα φωνάζοντας «να τα πούμε»…
Ακρα του τάφου σιωπή από το μαγαζί – σπίτι…Πουθενά η κυρά-Νικολίτσα κι η μάνα της.
Μόνο όταν έπεφτε το φως της μέρας κι η υγρασία της πόλης έστελνε τα παιδιά στα σπίτια τους, ανέβαιναν λίγο τα ρολά κι ένα κίτρινο φως από το χλωμό λαμπτήρα έστελνε δύο ασουλούπωτες σκιές ορατές στον έξω κόσμο.
Και ποτέ δεν θα μάθαινα το μυστικό αν δεν κρυφάκουγα ένα τέτοιο βράδυ που η μάνα μου μ’ έστειλε απέναντι, στο σπίτι της γιαγιάς να πάρω λίγο αλεύρι μιας κι είχε ξεμείνει και δεν έφτανε για τους λουκουμάδες που μας είχε τάξει.
Κρυφάκουσα και μπερδεμένα λόγια, κλαψιάρικα , σαν παιδιού που του πήραν τις καραμέλες απ’ τα χέρια, έφτασαν σε μένα τα κάλαντα της κυρά- Νικολίτσας «Καλήν εσπέραν Αρχοντες…»
Και η φωνή της μάνας της «σώπα παιδάκι μου»…
Η γιαγιά μου έλυσε τις απορίες έτσι ταραγμένη και μπερδεμένη που με είδε και που μ’ άκουσε.
«Ναι, όταν η Νικολίτσα ήταν μικρό κοριτσάκι, τότε στα χρόνια του Μεγάλου πολέμου, έπαθε μια φοβερή αρρώστια. «Πολιομυελίτιδα», τη λένε, δύσκολη, άσκημη αρρώστια, «ασκίτη» δηλαδή… Κι έμεινε παράλυτη. Τότε δεν υπήρχε το εμβόλιο κι η μικρή Νικολίτσα έμεινε για πάντα στην αναπηρική καρέκλα. Ηταν και τότε παραμονές Χριστουγέννων.
Μαύρες γιορτές δηλαδή, μες την κατοχή, την πείνα και τους σκοτωμούς αλλά τα παιδιά βγήκαν να πουν τα κάλαντα, μη και μαζέψουν λίγες σταφίδες, λίγα χαρούπια, κανά γλυκάκι…
Μόνο η Νικολίτσα δεν πήγε, γιατί αρρώστησε βαριά… Ούτε τότε, ούτε ποτέ.
Κι έτσι μίσησε τα κάλαντα.
Τα μίσησε από την πολύ αγάπη που τους είχε…»
ΑΘΗΝΑ 22-12-20
ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ
Πώς είναι να’ σαι παιδί μέσα στην Κατοχή και τον Εμφύλιο;
Να κλείνεις τα δέκα ενώ οι σειρήνες του πολέμου σου τρυπούν τ αυτιά, παιδιά μικρότερα από σένα, μωρά σχεδόν  να κλαίνε και να τραβάνε τη φούστα της μάνας σου, ενώ ο πατέρας λείπει σ’ ένα ακόμα ταξίδι, μηχανοδηγός σε κείνα τα καρβουνιάρικα τρένα που αγκομαχούν στην ανηφόρα προς Καλάβρυτα, επιταγμένα από τους Γερμανούς και με τις φήμες ότι οι ελασίτες έχουν οργανώσει την ανατίναξή του, κάπου στη διαδρομή;
Μόλις έχεις γυρίσει με τη μάνα σου από μια γύρα τριάντα -σαράντα χιλιομέτρων μέχρι τα χωριά κάτω ως το Αίγιον, μήπως και μαζέψετε τίποτα χόρτα, τίποτα χαρούπια, τίποτα σταφίδες και κάστανα. Στη σειρά πήρατε όλους τους συγγενείς ως τη Βούντενη, τα Συχαινά, το Ψαροφάι, το Κεφαλόβρυσο. Τίποτα. Κι έτσι άρχισε το ταξίδι ως το Αίγιον. Λίγες σταφίδες εκεί θα εξοικονομούσατε στα σίγουρα. Ισως και λίγο λάδι. 
Κάπου κάπου σκαρφαλώνατε σε κάποιο αγώι, ένα σαραβαλιασμένο φορτηγό, μια καρότσα, ένα μουλάρι…
Μα εσύ τον θυμάσαι τη δεκαετία του 60, ψηλό, γεροδεμένο, νέο, μαυρισμένο από τον αέρα και τον ήλιο που καίγαν το πρόσωπο και το ένα μπράτσο, το δεξί, καθώς αφήνονταν εκτεθειμένα χειμώνα – καλοκαίρι, έξω από το παράθυρο της μηχανής της αμαξοστοιχίας Πατρών, Πύργου, Κυπαρησσίας, Καλαμάτας.
Κάθε χρόνο στα μέσα Δεκέμβρη άρχιζε η τελετουργία στολισμού του δέντρου.
Κάθε χρόνο άνοιγε η καλή σάλα, αφού είχαν πλυθεί οι κουρτίνες, το προικώο χαλί, ρουμπινί με λουλούδια και πολύχρωμα σχέδια, χειροποίητο που πλενόταν με νερό και ξύδι, τοπικά, με προσοχή να μη χαλάσουν τα χρώματα. Είχαν πλυθεί οι τοίχοι, είχαν γιαλιστεί τα έπιπλα από οξυά ανοιχτόχρωμη, είχαν πλυθεί ένα – ένα τα γυαλάκια του πολυέλαιου, όλα προικώα, αποκτημένα με αιματηρές οικονομίες της οικογένειας της μαμάς, όπως έλεγε συνέχεια η γιαγιά, εξυμνώντας τις αρετές της οικονομίας και της χρηστής “διοίκησης” του σπιτιού…
Σ αυτό λοιπόν το δωμάτιο, το καλό, που σπάνια άνοιγε και μύριζε μέλι κι κανελλογαρύφαλα, από τα κρυμμένα γλυκά της σερβάντας, στηνόταν με μεγαλοπρέπεια το Δέντρο.
Το δέντρο του μπαμπά λέγαμε.. Προσοχή, μην πέσει το δέντρο του μπαμπά, .Τότε ήταν κάτι …φυσικό. Αργότερα πολύ, ήρθε η παραδοξότητα μαζί με τη γενικότερη αμφισβήτηση της εφηβείας του Πολυτεχνείου και της Μεταπολίτευσης , να φανεί σε όλο της το μεγαλείο…
Ομως τότε, ο μπαμπάς αγόραζε κάθε χρόνο δυο-τρία καινούργια στολιδάκια, εκείνα τα χρωματισμένα γιαλάκια, τα εύθραυστα, με την ασιμόσκονη και τη χρυσόσκονη, καμάρι του το αστέρι της κορφής, τα μπαλάκια, τα αγγελάκια,  οι μικροί χριστούληδες, η Παναγία, ο Ιωσήφ, οι βοσκοί , τα αρνάκια, λίγο άχυρο και η μικροσκοπική φάτνη που δεν ήταν χάρτινη, αλλά από πιλό, μινιατούρα, κουκλίτσα.
Κι όλα αυτά τα στολιδάκια, κοιμόντουσαν όλο το χρόνο σε βαμβάκι, τυλιγμένα καλά, να μην σπάσουν, να μην ραγίσουν, φυλαγμένα σε χάρτινο άχυρο, κίτρινο και μπεζ, μέσα σε χαρτόκουτες ΝΟΥΝΟΥ και ΟΜΟ που παίρναμε από το μπακάλικο της κυρ- Αλεξάνδρας,  στην Ελληνος Στρατιώτου και Πέντε Πηγαδίων.
Ο τρόμος μας κάθε φορά που ανοίγαμε τις κούτες ήταν μήπως και κάποιο απ’ αυτά τα πολύτιμα αστραφτερά στολιδάκια είχε σπάσει ή ραγίσει. Μήπως και κάποιο τριβόταν στα δάχτυλά μας , “είχε καεί” από τον καιρό έλεγαν, γιατί ο μπαμπάς θύμωνε σαν παιδί που του σπάσαν τα παιγνίδια του, τά βαζε με μας που έντρομα κλέγαμε και το πράγμα χειροτέρευε γιατί η γιορτή φάνταζε ναχει ήδη τελειώσει, πριν αρχίσει καν.
Αχ αυτά τα παιγνιδάκια του μπαμπά, ποτέ δεν ήταν δικά μας. Ούτε το δέντρο τελικά. Μα μέναμε να το θαυμάζουμε όταν το τελείωνε, όταν έβαζε μπαμπάκια στα κλαριά και το ράντιζε με χιονόσκονη κι ένα πέπλο λευκό δαντελένιο σαν ιστό αράχνης και τέλος όταν άναβε όλα τα λαμπάκια.
Τοποθετημένο δίπλα στο παράθυρο, με μισάνοιχτες τις κουρτίνες να φαίνεται από το πεζοδρόμιο στους περαστικούς, που το θαύμαζαν.
Μέναμε κι εμείς να το θαυμάζουμε , μαζί με το τρενάκι που’χε αγοράσει δώρο στον μικρότερο αδερφό, εκείνο με την μπαταρία, που έτρεχε γύρω από τις ράγες του και ξετρελαινόταν να παίζει, όχι ο αδερφός μου , αλλά ο μπαμπάς.
Ενας μπαμπάς – παιδί, που έπαιρνε με λαιμαργία τη θέση μας.
– Προσοχή μη ρίξετε το δέντρο, προσοχή μη χαλάσετε το τρενάκι.
Στις δικές μου κούκλες δεν είχε εξουσία ο μπαμπάς. Τις έκανα ό,τι ήθελα. Τις ξεμάλιαζα, τις χτένιζα, τις έγδυνα και τις έντυνα, τις τάιζα, τις μάλωνα, τις κανάκευα.
Αλλά αυτές δεν στόλιζαν το δέντρο. Μέναν αξιοθρήνητες κάτω από τις κουβέρτες μου.
Πέρασαν πολλά χρόνια να τον συγχωρήσω. Ισως και τώρα γι αυτό τον μνημονεύω.
Πέρασαν χρόνια νάρθρει στη σκέψη μου ως εικόνα σχεδόν πραγματική, το δεκάχρονο αγόρι της Κατοχής , τρομαγμένο και πεινασμένο στο κρύο σπιτάκι της Γούβας, να περιμένει τα Χριστούγεννα του σκληρού χειμώνα του 41, απλά να γυρίσει ο μπαμπάς του.
Δε μίλαγε ποτέ σχεδόν για κείνα τα χρόνια. Ούτε για τα επόμενα. Κείνη η δεκαετία του ’50, χανόταν μέσα στη σιωπή… Μόνο για την αγάπη του στη μαμά μίλαγε. Για το πώς στήθηκε το προξενιό… Για τη μαθητεία του στο Μηχανοστάσιο του Πειραιά. Το στέκι του Τσιτσάνη…Αλλά κι αυτά λίγα, πολύ λίγα για να αρκέσουν να φτιάξουν μια ιστορία. Λίγα λόγια, μισά λόγια, αναστεναγμοί και μισές κουβέντες.
Πολύ μετά τη μεταπολίτευση, όταν ο φόβος υποχώρησε λίγο, του ξέφευγαν λίγα λόγια για τότε…
Τότε που ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος κι ο Αρης πάνω στ’ άλογό του, παρέλασαν στους δρόμους της Πάτρας.
Τον σκέφτομαι ψηλό, κοκκαλιάρικο 14τράχρονο αγόρι, με κοντά παντελόνια και τρύπια παπούτσια , μέλος της συμμορίας των πιτσιρικάδων της Γούβας, 4 Οκτωβρίου στην Καλαβρύτων ,στις 11 το πρωί, να παρακολουθεί τη μεγάλη παρέλαση. Την 8η Ταξιαρχία και το 12ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ μαζί με τους Βρεττανούς στρατιώτες που είχαν ελευθερώσει την Πάτρα από τους Γερμανούς. Είμαι σίγουρη πως την επόμενη μέρα πάλι θάταν στη συγκέντρωση κάτω από το αρχηγείο του ΕΛΑΣ εκεί που έβγαλαν λόγο ο Κανελλόπουλος , ο Αρης και ο Δήμαρχος ο Ρούφος. Εκεί που θάβλεπαν από κοντά τους θρυλικούς καπετανέους, τον καπετάν Ερμή και τους άλλους, να μεταδώσουν τα νέα στις γειτονιές, ότι το Αρχοντικό του Δάρα τόχε επιτάξει η VIII Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ, κι ότι το Αρχηγείο του ΕΛΑΣ είχε στηθεί στο Γηροκομειό, στο Εξοχικό Κέντρο “Διάκος”, περίφημο για το εκλεκτό φαγητό και το κρασί του, εκεί που οι εύποροι πατρινοί έκαναν τις συνεστιάσεις τους. Οτι είχαν παραδοθεί 1800 ταγματασφαλίτες και τους έφερναν στο Ψαροφάι. Τα παιδιά ηταν τα ζωντανά ραδιόφωνα των ημερών. Μετέφεραν τα νέα στις γειτονιές, φώναζαν στις γυναίκες που έπλεναν στην εξώπορτα, ή τίναζαν τα σεντόνια απ’ τα παράθυρα. Τί άλλο άξιζε περισσότερο κείνες τις μεγάλες ώρες.. Είμαι σίγουρη πως πλησίαζαν τα Εγγλεζάκια για να πάρουν κανένα τσιγάρο, μια σοκολάτα…
Αυτά τα ίδια έφεραν κι αργότερα, το μαύρο Δεκέμβρη, τα κακά μαντάτα.
3 του Δεκέμβρη 1944 και οι Βρετανοι φρουρούν σαν άλλοι κατακτητές όλα τα δημόσια κτήρια. Οτι είδαν τα πολυβολεία τους. Οτι η πόλη κόπηκε στα δύο με συρματοπλέγματα, εκεί στη Μαιζώνος.
Κι ότι στις 10 του Γενάρη του 45 στο λιμάνι των Πατρών αποβιβάστηκαν βρετανικές δυνάμεις, τα φοβερά άρματα Σέρμαν και φορτηγά. Κι ότι ο ΕΛΑΣ υποχώρησε στον Ομπλό και στου Κλάους.
Και τότε οι γειτονιές τα μάζεψαν τα παιδιά στα σπίτια τους. Κι άλλος χειμώνας βαρύς ερχόταν . Το γλέντι είχε τελειώσει…
Οπως τα χριστουγιεννιάτικα στολιδάκια, που όσο μαλακά κι αν τα’ πιανε στα μεγάλα, δουλεμένα του χέρια, αυτά τρίβονταν κι έπεφταν στο πάτωμα σα διαλυμένη χρυσόσκονη , ριγμένη στη δίνη του χρόνου.
30-12-2018
ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ
ΜΟΣΧΟΧΩ
ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΜΙΑΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ
Εσκασε νωρίς φέτος το καλοκαίρι, ίσα να ειρωνευτεί τη μελαγχολία της που έμενε ως απωθημένο κατακάθι, βαριά στο στήθος.
Δε βρήκε βλέπεις κατάλληλο καιρό να εκδηλωθεί σ’ όλο της το μεγαλείο, καθώς της έπρεπε.
Έναν γκρίζο Νοέμβρη βρε αδερφέ ως φόντο, έναν κρύο Δεκέμβρη για να τιμήσει τις γιορτινές μέρες σπάζοντας τα πολύχρωμα λαμπάκια της εξώπορτας, να κάνει έστω μια Γεναριάτικη ανακωχή στις Αλκυονίδες, να νιώσει ένα Φλεβαριάτικο ξεροβόρι, μερικές χιονονυφάδες να στολίσουν εκείνη την περίσσια μέρα, τη δίσεκτη. Ούτε καν μια γερή βροχή Μαρτιάτικη δεν έτυχε φέτος.
Μετρούσε μόνο λασποβροχές και ιδρωμένους νοτιάδες, σκατόκαιρος για τα καλά.
Βάρυναν λοιπόν νωρίς οι μυρωδιές και τα χρώματα, εγκλωβισμένα χαμηλά, δίχως ένα ανοιξιάτικο αεράκι να τις χαϊδέψει, να τις αραιώσει.
Να κάνει ανεκτή αυτήν την αναστολή της Ανάστασης. Πόσο καιρό ν’ αντέξεις έναν διαρκώς περιφερόμενο επιτάφιο;
Κάθεται λοιπόν στην ακροθαλασσιά κι έχει απέναντι τα φώτα της πολιτείας. Βλέπει τα φωτισμένα δεξαμενόπλοια, τις λάντζες και τις υψικαμίνους των διυλιστηρίων , τις τεράστιες εγκαταστάσεις που βυζαίνουν το τοπίο. Τη νύχτα όλα μοιάζουν απόκοσμα, παραμυθένια.
Όταν πέφτει το φως, όλα μπλέκονται γλυκά. Αστέρια, φώτα, το φεγγάρι και κείνη η πύρινη γλώσσα που ξερνάει η υψικάμινος , διαρκούς καύσης…και το φεγγάρι και η υψικάμινος.
Μόνο η βαριά μυρωδιά πετρελαίου και χημικών αερίων παραμένει στον αέρα , πηχτή, δύσοσμη να θυμίζει την πρωινή αντάρα του βιομηχανικού τοπίου.
Έσφιξε το κεφαλομάντηλο και τα μάτια της πήραν το χρώμα του νερού.
Παράξενη αυτή η πατρίδα που της έλαχε μετά από κείνη τη νύχτα του χαμού.
Κι όσο κι αν μετράει το χρόνο που περνάει αδυσώπητος με τους νυχτερινούς της εφιάλτες, την παρασέρνει κι αυτή να κλαίει και να γελάει την ίδια στιγμή. Να υψώνει τα χέρια στον ουρανό για ωσαννά ή για τ’ ανάθεμα.
Να περιμένει μιαν Ανάσταση σε λάθος γλώσσα. Να προσεύχεται σε ξένους αγίους και μια Παναγιά που την έκανε δικιά της, την Κυρά Ξένη και Κυρία των Αγγέλων.
Να μισεί τη βρώμικη θάλασσα που της πήρε τα σωθικά κι ένα αγέννητο μέλλον που’ χε μέσα της κι ύστερα να κάθεται στην αμμουδιά, να μυρίζει το θαλασσινό αέρα και να παρακολουθεί τα μικρά ιστιοφόρα να σεργιανούν μεσοπέλαγα με μια χαρά μικρή, ανθρώπινη, σαν επιστροφή και νοσταλγία μαζί.
Στέκεται λοιπόν εκεί. Όρθια και την κοιτάζει κατάματα. Τί είσαι λοιπόν;
«Τοπίο θανάτου;
Η πετρωμένη θάλασσα, τα μαύρα κυπαρίσσια,
το χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο από το αλάτι και το φως,
τα κούφια βράχια, ο αδυσώπητος ήλιος […]
απέραντη, αρυτίδωτη, πηχτή σιγή», που λέει ο ποιητής,*
ή αντιφεγγίζουν τα είδωλα των φευγάτων πλοίων αλλοιωμένα , αντεστραμμένα, πολλαπλά αντίγραφα παλιών ναυαγίων;
Άκουσε κάποτε πως τη λένε Φάτα Μοργκάνα…
Παράξενη που είναι η ζωή…
* «Ελπήνωρ» του Τάκη Σινόπουλου
28/04/2024
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Ολο χαρά ανέλαβε τα καθήκοντά της στο Νοσοκομείο Παίδων. Τραπεζοκόμος. Για τη Φιλιώ Κουραμέτζη, αυτό ήταν το θαύμα των Χριστουγέννων. Τη θέση τη χάρισε ο τοπικός βουλευτής στον πατέρα της, χρέος από παλιούς καιρούς που χάνονταν στα χρόνια του εμφύλιου κι αυτός αναφώνησε όλο δουλικότητα «για τη Φιλιώ μου, ό,τι πρέπει για τη Φιλιώ μου, είναι άξια, μα κουτσαίνει λίγο, ποιος θα την πάρει».
Δεν την πείραζε που ως νεώτερη έκανε τη βάρδια της Αγιας νύχτας.
Αλλωστε εκεί ήταν πιο ζεστά απ’ ό,τι στο σπίτι της. Το μικρό προσφυγικό έμπαζε από παντού.
Θ’ απέφευγε επίσης την εικόνα της μάνας της με κείνη τη μαραμένη κι ανώφελη θλίψη που θύμιζε δαρμένο σκυλί και τη ξινή μυρουδιά του πατέρα της που έμενε στον αέρα σα μπαγιάτικο, φτηνό κρασί.
Μόνο να συνηθίσει αυτή τη μυρωδιά του αντισηπτικού που τρύπωνε ύπουλα σε κάθε πόρο του κορμιού της, σε κάθε κλωστίτσα της φτηνής της ζακέτας.
Κι ήταν και κείνα τα μεγάλα μάτια των παιδιών που της τρυπούσαν την καρδιά. Αλλά θα συνηθίσει.
Το πρωί ήρθαν οι κυρίες του Φιλόπτωχου, με τα γάντια τους, τα καπέλα τους και το κόκκινο κραγιόν τους. Μοίρασαν κάτι φτηνοδωράκια , χαμογέλασαν τα κόκκινα δόντια επιθετικά και χάιδεψαν τα κουρεμένα κεφάλια. Εφεραν και κάτι μικρά μελομακάρονα, που τους έλειπε το μέλι.
Στήθηκαν πέντεξι προσκοπάκια κάτω από το δέντρο, τραγούδησαν τα κάλαντα, τους έσφιξε το χέρι ο κ. Διοικητής και έφυγαν.
Η μέρα ήταν μουντή, ψιλόβρεχε από το πρωί, το Κάστρο δίπλα έμοιαζε μουχλιασμένο και κάτω στο λιμάνι, η θάλασσα είχε πάρει το χρώμα τ’ ουρανού. Χρώμα βαρύ, μολυβένιο. Μόνο ένα φωτισμένο πλοίο σα να’ χε εισβάλει στην πόλη, να’ χε αφήσει το μόλο και να κυλούσε στον κάθετο δρόμο που έφτανε στην μεγάλη πλατεία με τα σιντριβάνια και τους φτερωτούς λέοντες.
Κατά της έξι είχε βραδιάσει. Οι λαμπτήρες έριχναν ένα λερωμένο κίτρινο φως στ’ αποφάγια από το βραδινό γεύμα. Λίγη κοτόσουπα, υπολείμματα κρέμας, φλούδες μήλων, κουκούτσια. Να τα μαζέψει, να πλύνει, να φάει κι αυτή κάτι. Το δικαιούταν.
Ξαφνικά άκουσε κλάμα μωρού. Ετρεξε ακολουθώντας το μωρουδίστικο ήχο και έφτασε δίπλα απ’ την εξώπορτα. Εκεί που κατέληγε η τρύπα που λέγανε «βρεφοδόχο» οι παλιές νοσηλεύτριες.
Την πήραν τα κλάματα όταν έπιασε στα χέρια της το μικρούλι φτωχοντυμένο. «Θα συνηθίσεις» άκουσε την «παλιά» πίσω της . Γύρισε, της το’ δωσε και άνοιξε ενστικτώδικα την εξώπορτα. Η βροχή νότιζε τη σκιά που χάθηκε τρέχοντας κι εμπόδισε τους χωροφύλακες να τρέξουν ξοπίσω της.
Εκλεισε την πόρτα και γύρισε στην κουζίνα της. Καλύτερα να μην ξεδιαλύνεις ποτέ τις δυστυχίες των ανθρώπων. Εκτός κι αν έχεις κάτι να τους προσφέρεις, σκέφτηκε.
Εκείνη την ώρα το τραντζιστοράκι της μαγείρισσας, απόκτημα από τον γιό της το ναυτικό, όπως δίκαια περηφανευόταν, μετέδιδε τη βραδινή θεία λειτουργία της γέννησης του Θεανθρώπου.
Πενήντα χρόνια μετά, η Φιλιώ Κουραμέτζη, καθηλωμένη στην πολυθρόνα της, με το γαλαζωπό φως της τηλεόρασης να καλύπτει σεμεδάκια, μπιμπελό από μπομπονιέρες γάμων άλλων κοριτσιών και καδράκια κεντητά στους τοίχους, χαϊδεύει τα ρυάκια που τις χάρισε η φλεβίτιδα στα πόδια και τα σαράντα χρόνια του Νοσοκομείου Παίδων.
Από το γυαλί περνάνε πάλι τεράστια μάτια παιδιών, άρρωστων ή πεινασμένων.
Κάθε χρόνο, παραμονή Χριστουγέννων η Φιλιώ Κουραμέτζη γιορτάζει τα γενέθλια του μικρού της φτωχοντυμένου.
Περιμένει τα κορίτσια του Δήμου να την φροντίσουν στοιχειωδώς, ενώ τα ρυάκια από τα μάτια της δε λένε να στεγνώσουν. Δε συνήθισε ποτέ.
ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ
Ο ΒΥΘΟΣ
Ετρεχε.
Αν κάποιος τη φωτογράφιζε με μηχανή υψηλής ευκρίνειας, θα αποτύπωνε στο χαρτί μια μαύρη τρομαγμένη γαζέλα. Η ίδια φωτογραφία σε κοντινότερο πλάνο, θα έδειχνε τα χέρια της που έκλειναν σε γροθιές, να κρατάνε ψηλοτάκουνα πέδιλα, ροζ περλέ, στραβοπατημένα κάπως.
Ενα μικρό περήφανο αιλουροειδές, που σα να ξέφυγε από την οικεία του ζούγκλα για να βρεθεί στην άσφαλτο, κυνηγημένο από αχρείους εισβολείς, κυνηγούς κεφαλών ή δερμάτων.
Ετρεχε λοιπόν. Για πρώτη φορά χρησιμοποιούσε για να προστατέψει τον εαυτόν της, τη δύναμη που της χάρισε η φύση . Δυνατά πόδια, γεμάτη αναπνοή και διασκελισμό που κάποτε, πριν από αιώνες, θα είχαν σώσει πολλούς προγόνους της από αντιπάλους άγριους αλλά έντιμους. Θηρία της ζούγκλας ή αλλόφυλους.
Εκείνη τώρα άκουγε μόνο τη φωνή της μητέρας της που της φώναζε μέσα από καπνούς «τρέξε Αϊντα, τρέξε».
Η άσφαλτος έκαιγε. Απομεσήμερο ενός καυτού Ιούλη κι η Πειραιώς έγερνε κάπως ηττημένη από τη λαύρα. Οι πίδακες της πλατείας Ομονοίας ξέρναγαν ψεύτικο νερό που δεν είχε τίποτε να δροσίσει. Πένθιμες ελιές, ξεχασμένες μέσα σε μισοβυθισμένες γλάστρες έκαναν το τοπίο αλλόκοτο. Νεκροταφείο άταφων ψυχών είχε γίνει η παλιά πλατεία, αφού πρώτα χρημάτισε νεκροταφείο αρχιτεκτονικών ιδεών και επηρμένων αρχόντων.
Ενας τίμιος δήμαρχος θα φύτευε γύρω – γύρω από την πλατεία κυπαρίσσια και στο κέντρο της ένα μνημείο πεσόντων ψυχών και εξευτελισμένων σωμάτων. Μονον ένας τίμιος.
Αλλά η Αϊντα έτρεχε. Οσο απομακρυνόταν από την οδό Σωκράτους και το μικρό εξαθλιωμένο μοτέλ, το τυλιγμένο στις φλόγες, τις σειρήνες της Πυροσβεστικής και της αστυνομίας, ένιωθε για πρώτη φορά ελεύθερη. Περίεργη που είναι η ζωή. Ο δρόμος της οδού Πειραιώς είχε γίνει για λίγο ο δρόμος της ελευθερίας της. Σαν να γεννήθηκε τρέχοντας, σαν όλη της τη ζωή να την πέρασε τρέχοντας κάτω από έναν ήλιο καυτό να της καίει την πλάτη.
Ο ιδρώτας διέτρεχε το μαύρο της δέρμα σαν βροχή πάνω σε μαύρη ολοκαίνουργια λαμαρίνα και μετά έσταζε κάτω, σε ένα έδαφος που κάποτε ήταν γη. Δεν ήξερε πού βρισκόταν. Ποτέ της δεν είχε απομακρυνθεί από την οδό Σωκράτους, το πίσω μέρος του παλαιού Δημαρχείου και την Αγορά της οδού Αθηνάς. Εκεί που αργά το μεσημέρι μέχρι χτες, ξεδιάλεγαν αυτή και η μητέρα της από τα σκουπίδια της λαχαναγοράς, ζουλιγμένα φρούτα και μαυρισμένα λαχανικά.
Το δρόμο που αργά το βράδυ θα την ξεδιάλεγαν κι αυτήν, αν ήταν τυχερή, για λίγα ευρώ.
Ο φόβος της είπε κάποια στιγμή να χαθεί στα στενά, ο μεγάλος δρόμος την αγρίευε.
Χώθηκε στο πρώτο που συνάντησε κι ακολούθησε τη μάντρα στα δεξιά της. Πίσω διέκρινε τα κτήρια ενός εγκαταλελειμμένου εργοστασίου. Εάν ήταν τυχερή μπορεί και να σωζόταν. Για πόσο δεν ήξερε. Η ζωή κερδίζεται από τις στιγμές της.
Η μεγάλη μαύρη σιδερένια πόρτα φαινόταν κλειστή και απαραβίαστη, όταν όμως πλησίασε, διέκρινε ένα μικρό άνοιγμα. Με το θάρρος της απελπισίας πλησίασε και την έσυρε τόσο ώστε να περνάει. Μπροστά της ξανοίχτηκε ένας χώρος σχεδόν μαγικός. Προχώρησε και κούρνιασε τρέμοντας παρά τη ζέστη, πίσω από κάτι περίεργες λαμαρίνες και υλικά γι αυτήν άγνωστα, κάτω από ένα υπόστεγο κλειστό και συνάμα ανοιχτό, με μεγάλα τζαμωτά παράθυρα, άλλα σπασμένα και άλλα βρώμικα. Εκλεισε τα μάτια της για λίγο. Τόσο όσο να μαζευτεί στον εαυτό της.
Η Μάντα βρισκόταν στα κτήρια της οδού Πειραιώς 260 από το πρωί κι η ώρα είχε πάει 5. Η παράσταση άρχιζε στις 9 και η τεχνική πρόβα καρκινοβατούσε. Η ζέστη χειροτέρευε τα πράγματα και τα κλιματιστικά δεν κατάφερναν να δροσίσουν επαρκώς το παλιό αχανές κτήριο που κάποτε φιλοξενούσε τις μηχανές του εργοστασίου επίπλων του Τσαούσογλου.
Μα πάνω απ’ όλα ήταν η ίδια η σκηνοθέτης που δυσκόλευε τα πράγματα. Τίποτε δεν έδειχνε να την ικανοποιεί και άλλαζε την τελευταία στιγμή τις οδηγίες.
Το να είσαι βοηθός της γυναίκας που είχε γίνει πια μύθος όχι μόνο για τις πρωτοποριακές της σκηνοθεσίες αλλά και την υπαρξιακή της δυσθυμία, αποτελούσε από μόνο του άθλο.
Πόσο μάλλον που είχε ανακοινώσει πως αυτή θα ήταν η τελευταία της σκηνοθεσία, πλέον θα αποχωρούσε από τη θεατρική σκηνή. Αισθανόταν ότι δεν είχε τίποτε άλλο να πει.
Η σημερινή παράσταση ήταν «Ο Βυθός» του Γκόρκυ. Μια σύγχρονη ανάγνωση του έργου που η σκηνοθέτης μετέφερε από την Μόσχα των αρχών του 20ου αιώνα, στην Αθήνα των αρχών του 21ου.
Το άθλιο παράπηγμα που στέγαζε τους απόκληρους της προεπαναστατικής Ρωσίας, είχε αντικατασταθεί από μια εξ ίσου άθλια πανσιόν του κέντρου της Αθήνας που στέγαζε μετανάστες για 5 ευρώ τη βραδιά. Στο θίασο υπήρχαν και ηθοποιοί μετανάστες δεύτερης γενιάς, μαύροι, ασιάτες και βαλκάνιοι. Ενας σύγχρονος πύργος της Βαβέλ.
Ακόμα και η Βασιλική που με σπουδές σκηνοθεσίας στο Λονδίνο ήταν εξοικειωμένη με αυτό που αναφέρεται ως «θέατρο στα μούτρα», είχε πιάσει τον εαυτό της να σοκάρεται από τις σκηνές βίας και την οσμή θανάτου που απέπνεε. Μια άποψη χωρίς καμία διαφυγή. Η σκηνοθέτης καθιστούσε το κοινό υπεύθυνο γιατί κατρακύλησε ολόκληρη η κοινωνία στο βυθό. Και του το ‘δειχνε.
Όταν βγήκε από τη σκοτεινή αίθουσα, τη χτύπησε ο ήλιος κατακούτελα.
Αρχισε να περιφέρεται στο χώρο εκνευρισμένη, από την αϋπνία, το άγχος, τη ζέστη και την ανασφάλεια για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα του εγχειρήματος.
Ξαφνικά από το κτήριο που χρησιμοποιούνταν ως πάρκιγκ αυτοκινήτων, είδε έναν από τους ανθρώπους ασφαλείας, από κείνους τους μισθωμένους σεκιουριτάδες, να τραβάει σχεδόν σηκωτό ένα κορίτσι. Ετρεξε προς τα κει και πλησιάζοντας είδε το τρομαγμένο παιδί-κορίτσι με το μαύρο δέρμα , τα ξυπόλητα πόδια, την μικροσκοπική τζιν φουστίτσα, το ροζ μακό μπλουζάκι και τα τεράστια ματωμένα μάτια να την τρυπούν στο στήθος, κατάσαρκα. Μικρές πολύχρωμες φουντίτσες στόλιζαν τα μαλλιά της και τα νύχια της ήταν κεντημένα λες, με κόκκινη χένα. Από κει κρέμονταν ένα ζευγάρι στραβοπατημένα , ροζ περλέ, ψηλοτάκουνα πέδιλα.
Σε μια στιγμή μέσα φωτίστηκε ο νους της και τα κατάλαβε όλα. Ορμησε σχεδόν στον σωματώδη άντρα που οπισθοχώρησε έκπληκτος.
«Τη βρήκα να κρύβεται μέσα, πρέπει να την παραδώσω στην αστυνομία. Κάποια αλλοδαπή παράνομη θα είναι», βιάστηκε να πει και κάπως να δικαιολογηθεί.
«Τι λες άνθρωπέ μου, άφησε το κορίτσι ήσυχο. Είναι ηθοποιός και παίζει στην παράσταση»
«Με δουλεύετε; έτσι που είναι αυτό θα…»
«Πρόσεχε πώς μιλάς, είναι η Νάστια του «Βυθού», δώσε μου την κοπέλα γρήγορα, μην σε αναφέρω»
Πήρε σχεδόν αγκαλιά το κορίτσι και απομακρύνθηκε γρήγορα προς το κτήριο που γινόταν η πρόβα, ενώ με σιγανή φωνή σα νανούρισμα καθησυχαστικό άρχισε να της απαγγέλλει:
«…Και να λοιπόν που έρχεται τη νύχτα στον κήπο, όπως είχαμε κανονίσει…Κι εγώ είμαι από ώρα εκεί και τρέμω απ’ το φόβο κι απ’ τον πόνο. Τρέμει κι αυτός και είναι άσπρος σαν κιμωλία και στο χέρι του κρατάει πιστόλι… και μου λέει με τρομαγμένη φωνή: “Πολύτιμη αγαπημένη…»
Ο φύλακας άναυδος κατευθύνθηκε προς τα γραφεία και μπήκε μέσα .
«Είναι σίγουρα τρελοί αυτοί οι καλλιτέχνες, σιγά μην ήταν ηθοποιός».
Εν τω μεταξύ η τηλεόραση στο μικρό δωματιάκι, διέκοψε το πρόγραμμά της και ανήγγειλε ΕΚΤΑΚΤΗ ΕΙΔΗΣΗ.
«Φωτιά ξέσπασε στο ξενοδοχείο « ΠΑΡΘΕΝΩΝ» στην οδό Σωκράτους, από άγνωστη μέχρι στιγμή αιτία . Μετά την άμεση επέμβαση της Πυροσβεστικής, τέθηκε υπό έλεγχο. Στην Πανσιόν αυτή έμεναν κυρίως μετανάστες που είχαν απασχολήσει επανειλημμένα την Αστυνομία. Νεκρή βρέθηκε μια γυναίκα αγνώστων στοιχείων, μάλλον Νιγηριανή, καθώς και ένας άνδρας λευκός, επίσης αγνώστων λοιπών στοιχείων. Τα σώματα των νεκρών βρέθηκαν κοντά στο παράθυρο, μπλεγμένα σαν από συμπλοκή. Προφανώς προσπάθησαν να διαφύγουν από τον ακάλυπτο αλλά δεν τα κατάφεραν. Οι αρχές εξετάζουν κι ένα περίστροφο που βρέθηκε πεταμένο στο πάτωμα. Η ασφάλεια διενεργεί ανακρίσεις. Νεώτερα στο νυχτερινό μας δελτίο».
ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ
Μην αργείς,
Δεν έχω χρόνο
γερνάω
Και δε θα προλάβουμε…
Μ΄ ΕΝΑ ΤΣΙΤΑΚΙ
Ευτυχώς που’χε ειδοποιήσει το κορίτσι, τη Μαρίνα, να καθαρίσει το σπίτι.
Δεν θ’ άντεχε τη σκόνη των κλειστών μηνών και μάλιστα με τους 36 βαθμούς Κελσίου συν την υγρασία της Πάτρας.
Σκληρός μήνας ο Αύγουστος, άνυδρος. Και τα κακά όταν συμβαίνουν, νιώθονται πιο ξερά, πιο τελειωτικά…Κάπως…
Είχε ξεκινήσει ξημερώματα από την Αθήνα, να προλάβει το 40ήμερο μνημόσυνο ενός θείου που εγκατέλειψε τα εγκόσμια πλήρης ημερών, μιας και δεν είχε παραβρεθεί στην κηδεία και εν πάση περιπτώσει , κάποιος έπρεπε να εκπροσωπήσει και την Οικογένεια που είχε σταδιακά αδειάσει επικίνδυνα από τα μεγαλύτερα σε ηλικία μέλη της.
Ήταν ευκαιρία να ρυθμιστούν και κάποια ζητήματα του οικογενειακού τάφου, της τελευταίας κατοικίας των νεκρών, άκου εκεί έκφραση, «τελευταία κατοικία», βαρύγδουπη, μιας και μετά από χρόνια , ένα απλό, μικρό κασελάκι χωρούσε όλα τα υπολείμματα αυτών που κάποτε υπήρξαν, πατέρας, μητέρα, θείοι, παππούδες…
Κανείς δεν κατοικούσε εκεί μέσα. Ούτε η μάνα της ούτε κανένας. Όμως τον διεκδικούσαν οι εναπομείναντες ζωντανοί. Μια τελευταία ματαιοδοξία βρε αδερφέ, συγχωρούνταν.
Οικογενειακός ο τάφος στο Πρώτο των Πατρών, με θέα τη θάλασσα και δροσιά κάτω από τα κυπαρίσσια , που πάντως ήταν ανοικονόμητα και γέμιζαν κυπαρισσόμηλα και βελόνες τα μάρμαρα. Μια συνεχής φροντίδα.
Έτσι λοιπόν κι αυτή, έπρεπε να ρυθμίσει αυτό που καθυστερούσε για χρόνια. Να μαζέψουν και τη μάνα τους σ’ ένα κασελάκι, ν’ αφήσει χώρο για τους υπόλοιπους συγγενείς. Και εί δυνατόν να μεταφερθούν τα οστά στο απέναντι τμήμα, στων Καθολικών, όπως ήταν η κρυφή της επιθυμία.
Να την λειτουργάει ο δικός της παπάς, με τα δικά τους λόγια. Να την ευλογάει τη Μεγάλη Παρασκευή και να της ψέλνουν τα δικά τους τροπάρια. Δεν είχε τολμήσει να το δηλώσει ευθαρσώς, ούτε στον πατέρα τους, ούτε στους συγγενείς του. Μόνο στα κορίτσια μουρμούραγε την τελευταία της βούληση ποντάροντας στις ενοχές τους. Τον αδερφό τους τον προστάτευε από τα δύσκολα…Αχ μανάδες…
Δεν το αποφάσισε ούτε και άντεχε να το πραγματοποιήσει μόνη της. Να χωρίσει το ζευγάρι, ο Ορθόδοξος πατέρας από τη μια και η Καθολική μητέρα απ’ την άλλη. Ας το συζητούσαν όλα τ’ αδέρφια γι’ άλλη μια φορά και βλέπανε.
Βρε άστους εκεί, μαζί, είπε κι η ξαδέρφη. Σιγά τώρα μην πηγαινοερχόμαστε από τάφο σε τάφο.
Όσο να πεις πάντως είχαν μιαν αγριάδα όλα τούτα κι αυτή ήθελε να πετάξει από πάνω της τις μακάβριες μυρωδιές και τις εικόνες της σήψης.
Ηθελε , αν είναι δυνατόν, να τις αντικαταστήσει με τις παλιές, γνώριμες μαλακές εικόνες , άλλων καλοκαιριών, που σχηματίζονταν από την πλάτη μιας μητέρας μπροστά στο νεροχύτη!!!
Ξεκλείδωσε και μπήκε μέσα.
Δεν άντεχε την ησυχία του μεσημεριού και την έλλειψη μιας κάποιας παρουσίας.
Ανοιξε το ραδιόφωνο στο Δεύτερο και την τηλεόραση στην ΕΡΤ2. Θα πρόβαλε σίγουρα εκείνη την ώρα κάποια ελληνική ταινία.
Κι εσύ μου λες να ξεχαστώ
Τον Αύγουστο να σβήσω από τους μήνες
Μα κι αν τις μνήμες πολεμώ
Στον Αύγουστο με πάνε πάλι εκείνες…
Η φωνή της Ελλης Παπασπαλά τραγουδούσε για κάποιον καλοκαιρινό έρωτα που τέλειωσε, ή έναν έρωτα που τέλειωσε Αύγουστο μήνα, (τί γκαντεμιά αλήθεια) μέσα από τα λόγια της Ζιώγα και τη μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα.
Το ρεφραίν επαναλαμβανόταν διαρκώς κι εκείνη παρασύρθηκε, δυνάμωσε τη μουσική και τραγουδούσε μαζί, πετώντας τα ρούχα από πάνω της κι αφήνοντας το χλιαρό νερό να χαϊδέψει όσο γινόταν τις γρατσουνιές που ο χρόνος αναπόφευκτα χάραζε στο σώμα. Μέσα κι έξω.
Κι εσύ μου λες να ξεχαστώ
Τον Αύγουστο να σβήσω από τους μήνες…
Το τραγούδι κάποια στιγμή τέλειωσε, αυτή είχε βγει στάζοντας από το μπάνιο και προς στιγμή την πήρε από κάτω εκείνη η απελπισμένη χαρά του Θανάση Βέγγου, από τη μεσημεριανή ταινιοθήκη της κρατικής τηλεόρασης. Του Βέγγου που άλλαζε δουλειές, έτρεχε να προλάβει το τίποτα ή το οτιδήποτε, και στο τέλος φόραγε καπέλο στο κεφάλι ενός κακομαθημένου παιδιού, τη μακαρονάδα που δεν έτρωγε, του παιδιού μιας καινούργιας μικρομεσαίας αστικής τάξης που μπορούσε πια να τρώει σε ταβέρνες, οικογενειακώς.
Ετσι ονόμαζε το κλίμα των κωμωδιών του 50-60 . «Κλίμα απελπισμένης χαράς». Τα αστεία με τα παθήματα των λαϊκών ανθρώπων , των μειονεκτικών, των φτωχών, των άνεργων, των διαφορετικών, των χοντρών , των ομοφυλόφιλων, των γεροντοκόρων και των γεροντοπαλλήκαρων , των άσχημων, των ασουλούπωτων, των υπηρετριών από την Ανδρο, όλων αυτών των χωρίς ελπίδα, της προκαλούσαν μια απέραντη θλίψη. Κι όχι για τίποτα λόγους κάποιας πολιτικής ορθότητας, που κυριαρχούσε στο δικό της ώριμο καιρό, αλλά γιατί της φαινόταν πως οι άνθρωποι μέσα τους σπάραζαν ακόμα.
Η απελπισία για χαρά των επιζώντων του εμφυλίου!!!
Μερικές φορές ένιωθε πως σ’ αυτή τη χώρα ζούσανε όλοι, διαρκώς, τη μέρα της μαρμότας. Στριφογυρίζανε διαρκώς στο ίδιο σημείο, γλύφοντας την πληγή. Γιατί ποτέ δεν πένθησαν αληθινά, πραγματικά, βαθιά, τις χαμένες ελπίδες και τις χαμένες άλλες εκδοχές ζωής που είχαν αχνοφανεί κάποια στιγμή , μέσα από τις φωτιές του Δεύτερου Μεγάλου Πολέμου.
Είμαστε όλοι, εδώ και 70 χρόνια επιβιώσαντες του εμφυλίου. Ενθεν, κακείθεν, σκέφτηκε, κάπως τελεσίδικα.
Είχε φροντίσει να ψωνίσει μικρές λιγδοπούλες* , λίγα ζαρζαβατικά και τυρί, φρέσκο ψωμί και μια μπουκάλα ούζο τοπικής παραγωγής . «Αγουρίδη» προτιμούσε, όχι «Χάχαλη».
Δεν ήθελε να παραγγείλει έτοιμο φαγητό, παρότι με το άνοιγμα της πόρτας της μικρής μονοκατοικίας του ’60, την υποδέχθηκαν δεκάδες διαφημιστικά φυλλάδια για delivery που εκείνο το ευλογημένο κορίτσι που ήρθε και καθάρισε, θεώρησε καλό, αντί να τα στείλει στην ανακύκλωση, να τ΄ αφήσει πάνω στο τραπέζι, μαζί με τους ληγμένους λογαριασμούς.
Ήθελε ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι Κυριακής κανονικό βρε αδερφέ, μετά από μπάνιο, με πεταμένα τα μπανιερά στην αυλή, με το λάστιχο να τα μουσκεύει όλα, τον πατέρα της να ετοιμάζει τη ντοματοσαλάτα και να κόβει τη φέτα μετρημένα. Μεζεδάκια για το ούζο, με συντροφιά κάποιους τυχαίους μακρινούς συγγενείς ή φίλους, που βρέθηκαν μαζί στο μικρό λιμανάκι πού είχε πάει για ψάρεμα και πέρασαν για ένα «ουζάκι στα όρθια κυρά – Μαρία, μην κάνεις τώρα φασαρία, ξένοι είμαστε; Αλλωστε περιμένει κι η κυρά στο σπίτι για φαγητό»…
«Μια λεκάνη σπαράκια μου’ φερε πάλι. Αντε να τα καθαρίσεις. Τί να φας από δαύτα. Ισα η φασαρία τους», μουρμούραγε η πλάτη στο νεροχύτη, «αλλά αμαρτία είναι, να τα πετάξω»;
Εκείνη η πλάτη η ντυμένη με τα αιώνια φτηνά, ελαφρά τσιτάκια, τα λουλουδιαστά, τ’ αγορασμένα από τον έμπορα που πέρναγε συχνά – πυκνά έξω από την πόρτα της.
«Μ’ ένα τσιτάκι τα μεγάλωσα. Με μισή παντόφλα τα σπούδασα».
Η αγαπημένη της έκφραση. Την εκσφενδόνιζε σαν υπενθύμιση της υπέρτατης θυσίας στο βωμό της αιώνιας Οικογένειας.
Την ενοχλούσε πάντα.
Χαμογελούσε όμως στους απρόσκλητους μουσαφίρηδες, αλεύρωνε, τηγάνιζε και έδινε στον πατέρα τα γεμάτα πιάτα.
«Προσέχετε, έχουν κόκκαλα, μην πνιγείτε»…
Είχαν μια γενναιοδωρία εκείνα τα κυριακάτικα μεσημέρια…
Ναι, αυτή είναι η κατάλληλη λέξη για κείνη την εποχή. Λαϊκή γενναιοδωρία. Αρχοντιά του τραπεζιού. Αγιο πράγμα. Ιερό.
Με τον γλυκάνισο να αρωματίζει τη ζεστή, υγρή ατμόσφαιρα.
Όχι. Εκείνα τα καλοκαίρια δεν ήταν στεγνά.
Είχε πάρει τη θέση της στο νεροχύτη. Οι λιγδοπούλες ήταν ήδη καθαρισμένες από τον ψαρά, αλλά έκανε όλα τα υπόλοιπα. Σχεδόν με τις ίδιες κινήσεις. Τις ίδιες σκέψεις.
Δε φορούσε τσιτάκι. Παρά ένα μαύρο μακό , μακρύ μπλουζάκι. Ηταν σύγχρονη της εποχής της.
Έψαχνε όμως εκείνη τη γενναιοδωρία που τη μεγάλωσε. Την είχε ανάγκη στους καινούργιους καιρούς με τις περίεργες νέες δυσκολίες.
Άκουγε πίσω από την πλάτη της συζητήσεις και φωνές γνώριμες.
Της μάνας της, του πατέρα της, της γιαγιάς, του παππού, των αδερφών της, κάποιων φίλων. Ίσως και κάποιου παλιού εραστή που εμφανιζόταν στο σπίτι σαν φίλος δήθεν.
Κι αυτή η ορθολογίστρια της ψηφιακής εποχής παρασύρθηκε και γύρισε να τους απαντήσει σε κάτι.
Αλλά δεν υπήρχε κανένας..
Σσ..Λιγδοπούλες: Μικρές μεσολογγίτικες τσιπουρίτσες.
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2022
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ