«ΟΡΕΣΤΕΙΑ» του Αισχύλου σε Μετάφραση Δημήτρη Δημητριάδη, Σκηνοθεσία Γιάννη
Χουβαρδά, από το Εθνικό Θέατρο
Είναι γεγονός πως η παράσταση του Χουβαρδά προκάλεσε μια σχετική αμηχανία
σε κοινό και κριτικούς.
Παρότι ο Σκηνοθέτης μας έχει συνηθίσει σε «αποδομήσεις, παραναγνώσεις και
επαναγνώσεις» κλασσικών κειμένων, αυτή τη φορά αποφάσισε να τα «βάλει» με
ένα «Είδος» ιδιαίτερα σκληρό και ανθεκτικό στη δομή του, την αρχαία
τραγωδία, που εύκολα πετάει στ’ άχρηστα ενδιαφέρουσες αρχικά ιδέες
εκσυγχρονισμού της και παραλληλισμού της με θέματα και συμβάντα ενός
προσδιορισμένου ιστορικού χρόνου.
Ο Χουβαρδάς κινήθηκε ανάμεσα στη διασκευή και την ποιητική απόδοση του
τραγικού λόγου. Από μια πρώτη ματιά μεταφέρει τη δράση τουλάχιστον του
«Αγαμέμνονα» και των «Χοηφόρων» σκηνογραφικά, ενδυματολογικά και μουσικά
στη δεκαετία του 40-50, ως δράμα δωματίου με φόντο έναν πόλεμο εμφύλιο,
δείχνοντας σκηνικά έναν αστικό οίκο που καταρρέει (ή μια χώρα), με το
ματωμένο παρελθόν να διαιωνίζεται με το φόνο και την αντεκδίκηση. Από την
άλλη, στην Τρίτη «πράξη» δηλαδή τις «Ευμενίδες» στις οποίες έχουν
μετατραπεί οι Ερινύες που καταδιώκουν τον Ορέστη για το φονικό της μητέρας
του, τις πετάει σε μια ανιστορική διάσταση, μετατρέποντάς τες σε σκοτεινούς
ερμαφρόδιτους καλόγερους που ψέλνουν κατάρες και απαιτούν δικαίωση και
συνέχιση των προνομίων τους σε μια εμπορικοπολιτική συναλλαγή με την Αθηνά.
Ο περίφημος Αρειος Πάγος, ο τρόπος που ο Αισχύλος βρίσκει για να περάσει σε
ένα άλλο πολιτιστικό επίπεδο την εποχή του, η απόδοση δικαιοσύνης από σώμα
τίμιων πολιτών, αντιμετωπίζει τη χλεύη του Σκηνοθέτη, σαν στη lifestyle
εποχή μας, να μην έχει καν νόημα η συμμετοχή των πολιτών στα κοινά.
Η Καροφυλλιά Καραμπέτη στο ρόλο της Κλυταιμνήστρας απέδειξε ότι μπορεί να
ανταποκριθεί σε οποιαδήποτε φόρμα, διατηρώντας το τραγικό της μεγαλείο και
η Στεφανία Γουλιώτη όχι τόσο στο ρόλο της Ηλέκτρας (σαν μαθητριούλα του
πενήντα) αλλά σαν Αθηνά, παρά το ειρωνικό στυλ που της ζητήθηκε, έσωσε
αισθητικά το τρίτο μέρος.
ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ