ΟΡΕΣΤΗΣ’10

«ΟΡΕΣΤΗΣ» του Ευριπίδη από το Εθνικό Θέατρο, στο Αρχαίο Θέατρο της
Επιδαύρου, σε Μετάφραση Στρατή Πασχάλη και Σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά

Εάν στην «Ορέστεια» ο Αισχύλος αποθεώνει την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου
εντάσσοντάς την στους νέους θεσμούς της πόλης και της Δημοκρατίας, ο
Ευριπίδης τον «Ορέστη» του τον «ρίχνει» στη δύση της Δημοκρατίας, σε
καιρούς αμφισβήτησης των πάντων.
Ενας «Ορέστης» πανικόβλητος, εξαγριωμένος, προδομένος από θεούς κι
ανθρώπους (κανένας Αρειος Πάγος δε θα φέρει την κάθαρση), «ψυχολογικό
ράκος» θα λέγαμε σήμερα, σχεδιάζει με την Ηλέκτρα και τον Πυλάδη τη
συνέχιση του κύκλου του αίματος.
Σαν τυφλός επιβεβαιώνει τον κανόνα «αμαρτίαις γονέων παιδεύουσι τέκνα». Και
ένας ειρωνικός Απόλλωνας, ο θεός που τη δική του εντολή ακολούθησε, κλείνει
το δράμα κατά το δοκούν.
Το έργο διαθέτει όλα τα στοιχεία να αντιμετωπιστεί με σύγχρονες
αντιστοιχίσεις, ακόμα και εύκολες. Αλλωστε πολλοί το έχουν αντιμετωπίσει ως
παρωδία, ως πρόδρομο του θεάτρου του παραλόγου ή ως ψυχολογικό δράμα,
προβάλλοντας ατελέσφορα σύγχρονες αισθητικές αντιλήψεις στις μορφές του
αρχαίου δράματος που παραμένουν πεισματικά αρχετυπικές.
Ο Γιάννης Χουβαρδάς ξεπέρασε τους παραπάνω σκοπέλους καθότι δεν είχε στόχο
τον «εκσυγχρονισμό» του έργου, αλλά να δοκιμάσει επί σκηνής την αντοχή
πρόσληψης της ίδιας της τραγωδίας από τους νέους του σήμερα.
Ετσι μια ομάδα νέων, μάλλον φοιτητών που γνωρίζουν το έργο, εισβάλλοντας
στην ορχήστρα θα βιώσουν την εξωπραγματική εμπειρία της επαφής μ’ αυτόν
τον αρχαίο κόσμο της τραγωδίας. Σιγά – σιγά θα ενσωματωθούν στη δράση
παίζοντας το ρόλο του χορού.
Οι λεπτές φωτεινές «βέργες» του σκηνογράφου Γιοχάνες Σουτς, σχημάτιζαν
αφαιρετικά το παλάτι των Ατρειδών ενώ ταυτόχρονα όριζαν και διαχώριζαν το
χώρο και το χρόνο. Από εκεί εισέβαλαν στο παρόν τα πρόσωπα του δράματος,
ενώ όταν τελείωνε ο ρόλος τους επέστρεφαν στα παρασκήνια καθήμενοι γύρω από
ένα μεγάλο παλιό ξύλινο τραπέζι, περιμένοντας τη στιγμή της εμπλοκής τους
στη δράση.
Σε όλη την παράσταση ο Πυλάδης (Κώστας Βασαρδάνης) παίζει στο πιάνο
Καλομοίρη, σαν καλοαναθρεμμένος αστός που συνοδεύει έτσι τις δραματικές
αλλαγές της ζωής, εύθυμα, μελαγχολικά, επικά κλπ.
Με έναν θίασο άξιο και καθόλα ενταγμένο στη σκηνοθετική σύλληψη (Στεφανία
Γουλιώτη, Νίκος Κουρής, Κώστας Βασαρδάνης, Χρήστος Στέργιογλου Καραθάνος,
Καραζήσης κλπ) και παρότι το εύρημα της παρουσίας των νέων στην σκηνή δεν
είναι πρωτότυπο, ούτε αποφεύχθηκαν συγχύσεις στην εκτέλεση, ο σκηνοθέτης
κατάφερε το ακατόρθωτο για τα ελληνικά δεδομένα. Μένοντας πιστός στο
κείμενο και το ήθος του έργου, το έκανε κυριολεκτικά παιγνίδι στα χέρια των
παιδιών, φέρνοντας τους αρχαίους ήρωες σε άμεσο διάλογο με τους σημερινούς
συνομηλίκους τους.

ΑΘΗΝΑ 1-9-10
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ