Ο ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ’11

«Ο ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ» του Τενεσί Ουίλιαμς σε Σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου
στο Θέατρο «Δημήτρης Χορν»

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου μετέφρασε και σκηνοθέτησε το πιο προσωπικό,
αυτοβιογραφικό έργο του Τενεσί Ουίλιαμς, το έργο που τον καθιέρωσε και
εμπεριέχει όλο το ψυχικό υπόβαθρο του συνόλου του έργου του.
Πρωτοανεβαίνει στο Σικάγο το 1944 και έχει πίσω του το ρημαγμένο
Αμερικανικό Νότο, το κραχ του 1929, την κατάπτωση των αμερικάνων μεσοαστών,
τις προσωπικές και οικογενειακές ματαιώσεις, την ψευδαίσθηση ενός χαμένου
παραδείσου που συνοδεύει πάντα τις εποχές κρίσης και κατακρήμνισης των
μεσοστρωμάτων. Εχει πίσω του την προσωπική του οικογενειακή τραγωδία, την
συνειδητοποίηση της ιδιαιτερότητάς του, μια αυταρχική μητέρα, έναν χαμένο
πατέρα, μια αγαπημένη αδερφή με ψυχική ασθένεια, χαμένη στον ευάλωτο
εσωτερικό της κόσμο που θα υποστεί λοβοτομή λίγο αργότερα, όταν αυτός θα
λείπει και που θα τον γεμίσει ενοχές.
Ολο αυτό το δραματικό υλικό θα το μετουσιώσει σε ένα μεγάλο έργο που θα τον
καθιερώσει ως έναν από τους σημαντικότερους θεατρικούς συγγραφείς του 20ου
αιώνα.
Μια ποιητική ενσάρκωση αυτής της «χαμένης» αδερφής, είναι η ευάλωτη «Λώρα»
που ζει στο «γυάλινο κόσμο» της, το γεμάτο εύθραυστα λαμπυρίζοντα ζωάκια.
Η Ευαγγελάτου επεξεργάστηκε δραματουργικά το έργο, έκοψε κάποιες σκηνές
(αυτήν του μεθυσμένου Τομ) και πρόσθεσε μικρά αποσπάσματα από παλαιότερα
σχεδιάσματα του συγγραφέα, καθώς και από το διήγημα «Πορτραίτο κοριτσιού σε
γυαλί» και τοποθέτησε όλο το έργο στον ονειρικό χώρο της ανάμνησης.
Χρησιμοποίησε βιντεοπροβολές που μεγέθυναν τον όγκο των ηρώων και κυρίως
την παρουσία της μητέρας – Αμάντας, ή πρόβαλαν την μικροσκοπική εκδοχή της
Λώρας στην πόρτα της απομίμησης ενός προπολεμικού ψυγείου που δεσπόζει στον
σκηνικό χώρο. Αυτό το ψυγείο, διάφανο, που λειτουργεί ως καταφύγιο της
Λώρας, αλλά και βιτρίνα που φιλοξενεί τα γυάλινα ζωάκια της , λειτουργεί
στην παράσταση και ως καταψύκτης συναισθημάτων και ως «παγωμένο ψυχικό
τοπίο» που δημιούργησε μια συναισθηματικά ανάπηρη μητέρα.
Πράγματι η σκηνοθέτης δημιούργησε έναν περιβάλλον ψυχρού εγκλωβισμού των
ηρώων, αυτό το τρίγωνο της δυστυχίας (μάνα-γιός-κόρη) που μάταια
προσπαθεί να επιβιώσει «φεύγοντας» από την πραγματικότητα.
Γενικά θα λέγαμε ότι το όραμα της σκηνοθέτιδας για το (ονειρικό) ύφος της
παράστασης υπηρετήθηκε περισσότερο από τον ίδιο το σκηνικό χώρο και τις
παρεμβάσεις της σ’ αυτόν παρά από τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών της.
Η πρωτοεμφανιζόμενη Αμαλία Νίνου κράτησε γερά το ρόλο της «Λώρας» που τον
ενίσχυσε με δόσεις κάποιας εσωτερικής δυναμικότητας, απομακρυνόμενη από το
μοντέλο της μονοδιάστατα «αδύναμης» αδερφής του συγγραφέα – αφηγητή Τομ.
Η Ναταλία Τσαλίκη έπλασε μια πολύ ρεαλιστική μητέρα – Αμάντα, μια
καταπιεστική μικροαστή που κυνηγάει την ενσάρκωση του μικροαστικού της
ονείρου μέσα από το μέλλον των παιδιών της, ευνουχίζοντάς τα. Δεν ξέρω αν
αυτή ήταν και η εικόνα της σκηνοθέτιδας για το συγκεκριμένο ρόλο.
Ο Αντίνοος Αλμπάνης επαρκής στο ρόλο του Τομ αλλά χωρίς τη γοητεία που
απαιτούσε, ενώ ο «Τζιμ» του Κωνσταντίνου Γαβαλά πρόβαλε περισσότερο από το
αναγκαίο το ανάλαφρο και χιουμοριστικό στοιχείο.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ