Μπέρτολτ Μπρέχτ
Ο Κύριος Πούντιλα
κι ο δούλος του ο Μάττι
Μετάφραση
Οδυσσέας Νικάκης
Αθήνα 20 Αυγούστου 2010
Για το Κ.Θ.Β.Ε
Πρόσωπα:
1.- Πούντιλα Γαιοκτήμονας
2.- Μάττι Αλτόνεν Υπηρέτης του Πούντιλα – Σωφέρ
3.- Εύα Κόρη του Πούντιλα
4.- Ο Έϊνο Σίλακα Διπλωματικός Ακόλουθος
5.- Ο Αρχιδικαστής
6.- Ο Δικηγόρος
7.- Ο Πάστορας
8.- Άννα Η Γυναίκα του Πάστορα
9.- Ο Κτηνίατρος
10.- Έμμα Τακινάϊνεν Η Λαθρεμπόρισσα
11.- Μάντα Η Υπάλληλος του Φαρμακείου
12.- Λίζου Ζάκκαρα Η Γελαδάρισσα
13.- Σάντρα Η Τηλεφωνήτρια
14.- Λάϊνα Η Μαγείρισσα
15.- Φίνα Υπηρέτρια του Πούντιλα
16.- Σούρκκαλα Ο Κόκκινος
17.- Ένας Εργάτης Ο Κοκκινοτρίχης
18.- Ένας Εργάτης Ο Εξαθλιωμένος
19.- Ένας Εργάτης Ο Ξυλοκόπος
20.- Ένας Εργάτης Ο Κοντός
21.- Ο Χοντρός Ένας Γαιοκτήμονας
22.- Ένας Σερβιτόρος
23.- Έλλα |
24.- Αγόρι α΄ |
25.- Άγόρι β΄ | Παιδιά του Σούρκκαλα
26.- Αγόρι γ΄ |
27.- Ακορντεονίστας
28.- Κιθαρίστας
Πρόλογος
[Απαγγέλεται από τη Λίζου τη Γελαδάρισσα]
Κυρίες και Κύριοι, όλοι αξιότιμοι και σεβαστοί,
ζούμε, όπως ξέρετε, μιά εποχή πολύ σκληρή
κι είναι, όποιος γνοιάζεται, σοφός,
μα είναι ηλίθιος και βλάξ, όποιος αδιαφορεί.
Χτίκιασε ο κόσμος και θέλει να γελάσει,
έτσι και μείς, μιά κωμωδία χοντρή επήραμε για βάση
κι αντί με σταγονόμετρο το γέλιο να μετράμε,
γέλιο με το καντάρι απόψε, απλώχερο ζητάμε.
Κι όπως το θέλει η ανάγκη
στό ένα χέρι το γέλιο θα κρατάμε,
Και στ’ άλλο, με το τσεκούρι θα χτυπάμε.
Θα δείτε λοιπόν απόψε, αγαπητό κοινό,
ένα ζώο παμφάγο, θερίο προϊστορικό,
πνιγμένο στα ξύγκια, άχρηστο και περιττό,
ιδιοκτήτης τ’ όνομά του, όλοι τον ξέρετε καλά,
Γαιοχτήμονας και βάλε, με τη σέσουλα λεφτά,
ξεδιάντροπα ξέρει μονάχα, να τρώει, να πίνει, να γλεντά,
ανθρώπους βασανίζει, τους τρώει τα παιδιά,
την όμορφη πατρίδα μας, σπρώχνει στη συμφορά.
Η Φινλανδία είναι η χώρα, με τα κόκκινα χωριά,
με τις χιλιάδες λίμνες, τα ποτάμια, τα νερά,
μες τα δάση οι σημύδες σα νεράϊδες να χορεύουν,
και τον ήλιο, μέρα νύχτα, όλα να τονε γυρεύουν.
Ελπίζουμε, όσα θ’ ακούσετε κι όσα θα δείτε
τίμια και σωστά με το μυαλό σας να τα βρείτε.
Αυτό θα δείξει ότι και το έργο του Μπέρτολτ Μπρέχτ
Ο Κυρ-Πούντιλα ο Αφέντης, που εδώ μέσα θα παιχτεί,
τίμια και σωστά έχει γραφτεί.
1.- Ο ΠΟΥΝΤΙΛΑ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΤΟΥ
[Δωμάτιο ξενοδοχείου σ’ ένα χωριό στο Τάβαστλαντ.
Ο Πούντιλα, ο Αρχιδικαστής κι ο Σερβιτόρος.
Ο Δικαστής πέφτει μεθυσμένος από την καρέκλα του.]
ΠΟΥΝΤ: Γκαρσόν, πόσον καιρό είμαστ’ εδώ;
ΣΕΡΒΙΤ: Δυό μέρες Κύριε Πούντιλα.
ΠΟΥΝΤ: [Στο Δικαστή, επιτιμητικά] Τ’ άκουσες; Δυό μέρες μόνο!
Και μου σωριάστηκες σαν άδειο σακί. Εγώ φταίω που
ετοιμαζόμουνα να σου ανοίξω την καρδιά μου κι έτσι όπως
πίνουμε το κρασάκι μας, να σου μιλήσω για μένα, για την
εγκατάλειψη που αισθάνομαι, να σου εκθέσω τις απόψεις μου
για την πολιτική αλλά εσείς με την παραμικρή προσπάθεια
σωριάζεστε στο πάτωμα σαν ψόφια σκυλιά, γιατί το πνεύμα
πρόθυμο αλλά η σάρξ ασθενής. Πάρε το δόκτορα, που χτες
ακόμα κοκορευότανε πως δεν του παραβγαίνει κανένας στο
πιοτό. Τον έβγαλα έξω σηκωτό και μόλις τον είδε ο
Σταθμάρχης σωριάστηκε χάμω τραυλίζοντας. Ο Φαρμακοποιός
κρατιότανε ακόμα στα πόδια του αλλά μόλις είδε τους
άλλους, φουντάρισε κι αυτός. Και μας παίζουνε τους ηγέτες
της χώρας! Αυτά είναι τα χάλια μας! Θά ‘πρεπε να τους
πάρουμε με τις κλωτσιές. Είναι παράδειγμα αυτό για τους
πολίτες; Ολόκληρος Αρχιδικαστής να μην μπορεί να
σταθεί στα πόδια του, μ’ ένα μπουκάλι κρασί; Αν είχα εγώ
έναν εργάτη τόσο ανίκανο στο όργωμα όσο είσαι εσύ στο
πιοτό, θα τον πέταγα αμέσως στο δρόμο. Δεν
αντιλαμβάνεσαι Φρειδερίκο ότι οι πολίτες περιμένουν από
σένα, έναν άνθρωπο περιωπής, έναν άνθρωπο
καλλιεργημένο, να είσαι πρότυπο αντοχής και να ‘χεις
συναίσθηση των ευθυνών σου; Τόσο αδύνατος είσαι βρε
χαμένε; [στο γκαρσόνι] Τι μέρα είναι σήμερα;
ΣΕΡΒΙΤ: Σάββατο Κύριε Πούντιλα.
ΠΟΥΝΤ: Μένω κατάπληκτος! Πρέπει νά ‘ναι Παρασκευή.
ΣΕΡΒΙΤ: Με συγχωρείτε αλλά είναι Σάββατο.
ΠΟΥΝΤ: Μου αντιμιλάς; Να χαρώ εγώ γκαρσόνι! Εσύ έχεις βάλει σκοπό να
εξοργίζεις τους πελάτες και να τους διώχνεις; Λοιπόν σερβιτόρε
άκου προσεκτικά και μην τα ξαναμπερδέψεις. Σου παραγγέλνω ακόμα
ένα μπουκάλι και μιά Παρασκευή. Με αντελήφθεις;
ΣΕΡΒ: Μάλιστα Κύριε Πούντιλα. [βγαίνει γρήγορα].
ΠΟΥΝΤ: [στο Δικαστή] Ψοφίμι ξύπνα! Μη με παρατάς έτσι ολομόναχο.
Λιποθύμησες μπροστά σε μερικά μπουκάλια; Ντροπή σου! Κοίταξε
μένα. Κολυμπάω μες στο πιοτό αλλά περπατάω πάνω στα κύματα. Με
βλέπεις να βουλιάζω; [βλέπει το σωφέρ του το Μάττι που στέκεται
στην πόρτα]. Ποιός είσαι σύ;
ΜΑΤΤΙ: Είμαι ο σωφέρ σας Κύριε Πούντιλα.
ΠΟΥΝ: Ποιός είσαι είπες; Για ξαναπέστο.
ΜΑΤΤΙ: Είμαι ο σωφέρ σας.
ΠΟΥΝ: Ο καθένας μπορεί να το ισχυριστεί αυτό. Δεν σε γνωρίζω.
ΜΑΤΤΙ: Μπορεί να μη με προσέξατε. Είμαι μόνο πέντε βδομάδες στην
υπηρεσία σας.
ΠΟΥΝ: Και πούθ’ έρχεσαι τώρα;
ΜΑΤΤΙ: Απ’ όξω. Δυό μερόνυχτα περιμένω μέσα στ’ αμάξι.
ΠΟΥΝ: Σε ποιό αμάξι;
ΜΑΤΤΙ: Στο δικό σας. Στη Στουντεμπάκερ.
ΠΟΥΝ: Παράξενο μου φαίνεται! Μπορείς να τ’ αποδείξεις;
ΜΑΤΤΙ: Και δεν πρόκειται να σας περιμένω άλλο εκεί έξω. Αυτό να το
ξέρετε. Μ’ έχετε φέρει ίσαμ’ εδώ. Δεν μπορείτε να μεταχειρίζεστε
έτσι έναν άνθρωπο.
ΠΟΥΝ: Στάσου στάσου, τι είπες τώρα; Έναν άνθρωπο; Είσαι άνθρωπος; Μα μόλις
τώρα ομολόγησες πως είσαι σωφέρ. Σ’έπιασα. Είσαι βουτηγμένος
στις αντιφάσεις. Παραδέξου το.
ΜΑΤΤΙ: Θα σας αποδείξω αμέσως κύριε Πούντιλα πως είμαι άνθρωπος. Γιατί
δεν θα επιτρέψω να με μεταχειρίζεστε σαν κτήνος. Και δεν θα
σας περιμένω άλλο μες στο δρόμο ώσπου να ευαρεστηθείτε εσείς
και νά ‘ρθετε.
ΠΟΥΝ: Άκουσα καλά; Είπες πως δεν θα το επιτρέψεις;
ΜΑΤΤΙ: Ακριβώς. Πληρώστε μου τώρα τα 175 μάρκα που τά ‘χω δουλεμένα
και τα χαρτιά μου θά ‘ρθω από το χτήμα να τα πάρω.
ΠΟΥΝ: Σα να τη γνωρίζω τη φωνή σου. [τον εξετάζει ένα γύρω σα να βλέπει
κάποιο παράξενο ζώο.] Η φωνή σου λοιπόν μοιάζει εντελώς με φωνή
ανθρώπου. Κάτσε να πιείς ένα ποτό, πρέπει να γνωριστούμε.
ΣΕΡΒ: [μπαίνει κρατώντας ένα μπουκάλι.] Το ποτό σας κύριε Πούντιλα και
σήμερα είναι Παρασκευή.
ΠΟΥΝ: Έτσι σε θέλω. [δείχνοντας τον Μάττι.] Είναι ένας φίλος μου.
ΣΕΡΒ: Μάλιστα κύριε Πούντιλα, είν’ ο σωφέρ σας.
ΠΟΥΝ: Νά το λοιπόν. Είσαι σωφέρ. Πάντοτε τό ‘λεγα εγώ πως μόνο στα ταξίδια
συναντάει κανείς ενδιαφέροντες ανθρώπους. Βάλε να πιούμε.
ΜΑΤΤΙ: Θά ‘θελα νά ‘ξερα τι μαγερεύετε πάλι. Και δεν ξέρω αν πρέπει να
δεχτώ το κέρασμά σας.
ΠΟΥΝ: Είσαι και φιλύποπτος βλέπω. Καλά κάνεις. Δεν πρέπει να πίνει κανείς
με αγνώστους. Άμα κοιμηθεί μπορεί να τον ληστέψουν. Ορίστε
λοιπόν. Εγώ είμαι ο αφέντης Πούντιλα από το Λάμμι. Γαιοχτήμονας
με κοπάδια γελάδες και τίμιος άνθρωπος. Μαζί μου μπορείς να
πιείς άφοβα αδελφέ!
ΜΑΤΤΙ: Καλώς. Είμαι ο Μάττι Αλτόνεν και χαίρομαι για τη γνωριμία σας.
[πίνει στην υγειά του.]
ΠΟΥΝ: Παρομοίως. Βλέπεις τι καλή καρδιά έχω; Κάποτε σήκωσα από το δρόμο ένα
σκαθαράκι, μην το πατήσουν. Πήγα μάλιστα και τ’ ακούμπησα σ’ ένα
κλαράκι. Υπερβολή θα μου πεις, το ξέρω. Και συ έχεις καλή
καρδιά, το διακρίνω στα μάτια σου. Να ξέρεις λοιπόν, σιχαίνομαι
τους ανθρώπους, που γράφουν το “εγώ” με Ε κεφαλαίο. Ευχαρίστως
θα τους μαστίγωνα. Υπάρχουν κάτι τέτοιοι μεγαλοκτηματίες
παλιοχώριατοι, που όταν δίνουν φαί στο προσωπικό τους, η μύτη
τους στάζει φαρμάκι. Εγώ θά ‘θελα να ταΐζω τους ανθρώπους μου,
μονάχα με κρέας ψητό. Άνθρωποι είναι κι αυτοί και τους αρέσει να
τρώνε καλά, όπως μ’ αρέσει κι εμένα. Δικαίωμά τους είναι.
Δε συμφωνείς;
ΜΑΤΤΙ: Απολύτως.
ΠΟΥΝ: Αλήθεια, σ’ άφησα να περιμένεις έξω στο δρόμο δυό μερόνυχτα; Μεγάλη
απρέπεια εκ μέρους μου, είμαι ασυγχώρητος και σε παρακαλώ αν
ξεχαστώ και το ξανακάνω, να πάρεις το γρύλο τ’ αμαξιού και να
μου σπάσεις το κεφάλι. Μάττι, είμαστε φίλοι;
ΜΑΤΤΙ: Όχι.
ΠΟΥΝ: Ευχαριστώ, τό ‘ξερα. Μάττι κοίταξέ με προσεκτικά. Τι βλέπεις;
ΜΑΤΤΙ: Μού ‘ρχεται να πω: Έναν χοντράνθρωπο τύφλα στο μεθύσι.
ΠΟΥΝ: Βλέπεις πως τα φαινόμεν’ απατούν; Μάττι, είμαι ένας άρρωστος
άνθρωπος.
ΜΑΤΤΙ: Πολύ άρρωστος.
ΠΟΥΝ: Χαίρομαι που το λες. Οι περισσότεροι δεν το αντιλαμβάνονται. Με
βλέπουν έτσι και νομίζουν ότι είμαι μιά χαρά. [Κοιτάζει τον
Μάττι εξεταστικά] Παθαίνω κρίσεις.
ΜΑΤΤΙ: Μη μου το λέτε!
ΠΟΥΝ: Σοβαρά σου μιλάω. Παθαίνω κρίση τουλάχιστον μιά φορά κάθε
τρίμηνο. Ξυπνάω ξαφνικά με το μυαλό μου πεντακάθαρο, σα να μην
έχω πιεί ποτέ μου ούτε μιά γουλιά. Τι λες γι’ αυτό;
ΜΑΤΤΙ: Δηλαδή αυτές οι κρίσεις διαύγειας σας πιάνουν κανονικά;
ΠΟΥΝ: Κανονικά. Κοίτα πως γίνεται. Όλον τον άλλο καιρό είμαι εντελώς
φυσιολογικός, όπως με βλέπεις αυτή τη στιγμή. Απόλυτα κύριος των
πνευματικών μου δυνάμεων. Είμαι κύριος των αισθήσεών μου. Και
ξαφνικά με πιάνει η κρίση. Ξεκινάει από τα μάτια. Καταλαβαίνω
αμέσως πως κάτι δεν πάει καλά. Αντί να βλέπω δυό πιρούνια,
[σηκώνει ένα πιρούνι], βλέπω μονάχα ένα.
ΜΑΤΤΙ: [τρομαγμένος.] Μα τότε είστε μονόφθαλμος!
ΠΟΥΝ: Βλέπω τον κόσμο μισό! Αλλά το τραγικό είναι άλλο. Όσο κρατάει αυτή η
κρίση, αυτή η μυστηριώδης κατάσταση της απόλυτης διαύγειας,
κατεβαίνω αμέσως στο επίπεδο του κτήνους. Γίνομαι απάνθρωπος.
Δεν έχω καθόλου αναστολές. Δεν με σταματάει τίποτα. Κι όπως
καταλαβαίνεις, κάθε λογικός άνθρωπος, ξέροντας πως βρίσκομαι
κάτω από την τρομερή επίδραση μιάς τέτοιας αρρώστιας, δεν
μπορεί να με κατηγορήσει. [έντρομος] Σ’ αυτή την κατάσταση για
ότι κάνω είμαι απολύτως υπεύθυνος! Και ξέρεις τι σημαίνει αδελφέ
μου να είσαι “υπεύθυνος των πράξεών σου;” Από έναν άνθρωπο
“υπεύθυνο των πράξεών του”, όλα μπορεί να τα περιμένει κανείς.
Π.χ. Να μην μπορεί να αντιληφθεί το καλό του παιδιού του, να
ποδοπατάει κάθε αίσθημα φιλίας, να πατάει επί
πτωμάτων, ακόμα και πάνω στο ίδιο του το πτώμα. Αυτός είναι κατά
τη Νομική επιστήμη, “ο υπεύθυνος των πράξεών του”.
ΜΑΤΤΙ: Και δεν κάνετε τίποτα γιαυτές τις κρίσεις;
ΠΟΥΝ: Κάνω ότι μπορώ αδελφέ μου! Ότι είναι ανθρωπίνως δυνατόν, το κάνω.
[βουτάει το ποτήρι του και το σηκώνει]. Να ποιό είναι το
μοναδικό μου φάρμακο. Και δεν αστειεύομαι μαζί του. Πίνω σαν
καταβόθρα, θέλω να με πιστέψεις. Αγωνίζομαι μ’ όλη μου τη δύναμη
ενάντια σ’ αυτές τις κρίσεις της ηλίθιας διαύγειας. Αλλά δε
βγαίνει τίποτα. Όταν έρθει η καινούργια κρίση, ξανακυλιέμαι
στο βούρκο. Κοίτα πόσο αδιάντροπα φέρθηκα σ’ έναν εξαίρετο
άνθρωπο σαν και σένα. Εδώ είναι η πλάτη μου, μαστίγωσέ με! Θα
‘θελα νά ‘ξερα σε ποιά καλή τύχη χρωστάω τη γνωριμία σου. Πως
ήρθες σε μένα;
ΜΑΤΤΙ: Γιατί με διώξανε από την προηγούμενη δουλειά μου. Αλλά χωρίς να
φταίω.
ΠΟΥΝ: Τι συνέβη;
ΜΑΤΙ: Είδα φαντάσματα.
ΠΟΥΝ: Τι φαντάσματα, αληθινά;
ΜΑΤΤΙ: [σηκώνοντας τους ώμους.] Αυτά συνέβησαν στο υποστατικό του
κυρίου Πάτμαν. Μέχρι που πήγα εγώ, ποτέ δεν είχανε βγεί τα
φαντάσματα. Κατά τη γνώμη μου έφταιγε το κακό φαϊ. Όταν ταϊζουνε
τους ανθρώπους μανάχα μπλουγούρι, αυτό τους κάθεται στο στομάχι
σα μολύβι και τις νύχτες βλέπουν εφιάλτες. Ειδικά το δικό μου
στομάχι δεν το ανέχεται το μπλουγούρι και μάλιστα
κακομαγερεμένο. Σκέφτηκα να καταγγείλω το συμβόλαιο και να φύγω
αλλά δεν είχα που να πάω κι έπεσα σε μαύρη απελπισία. Έτσι, τα
βράδυα στην κουζίνα άρχισα να διηγούμαι τους εφιάλτες που
έβλεπα. Τους είπα για τα κεφαλάκια των παιδιών που ήτανε
μπηγμένα στα παλούκια του φράχτη, για το κεφάλι που έβγαινε τη
νύχτα απο την πόρτα του σταύλου και χοροπήδαγε σα μπάλα κατά την
κουζίνα, για κείνον τον γιγαντόσωμο άντρα που γύριζε μες στο
πλυσταριό, κρατώντας κάτω απο τη μασχάλη το κεφάλι του και μου
ζήταγε φωτιά ν’ ανάψει την πίπα του κι άλλα πολλά. Σε λίγο τα
φαντάσματα παρουσιάστηκαν σ’ όλο το προσωπικό. Η επιστάτρια
κάτι είδε κι έπεσε ξερή. Μιά υπηρέτρια σηκώθηκε νύχτα κι έφυγε
απ’ το σπίτι. Σε λίγες μέρες το υποστατικό είχε αδειάσει. Ο
κύριος Πάτμαν, έξω φρενών, με κατηγορούσε παντού ότι τού
‘διωξα τους ανθρώπους του. “Το σπίτι μου δεν είναι
στοιχειωμένο” φώναζε. Όταν όμως του απόδειξα πως λέει ψέματα,
γιατί τότε που ήτανε η γυναίκα του στην κλινική ετοιμόγεννη, εγώ
έβλεπα τις νύχτες το φάντασμα της μαγείρισσας να καβαλάει το
παράθυρο του κυρίου Πάτμαν, το βούλωσε και δεν ξαναμίλησε. Αλλά
με απόλυσε. Φεύγοντας του εξήγησα πως έπρεπε να προσέξει το φαί
του προσωπικού. Και πως τα φαντάσματα αν έπιαναν και λίγη τσίκνα
κρέατος νά ‘ρχεται από την κουζίνα, θα ησυχάζανε κάπως.
ΠΟΥΝ: Κατάλαβα. Έχασες τη δουλειά σου γιατί ενδιαφέρθηκες για το φαγητό του
προσωπικού. Δε σε ρίχνει καθόλου στα μάτια μου το γεγονός ότι σ’
αρέσει το καλό φαί. Εμένα μου αρκεί να οδηγείς καλά τα τρακτέρ
μου, να μην είσαι αντιρρησίας και ν’ αποδίδεις τα του Πούντιλα
τω Πούντιλα. Έτσι μπορούμε να τα βρούμε. Όλοι μπορούνε να τα
βρούνε με τον Πούντιλα. [τραγουδάει]
Οι Κοινωνικοί Εταίροι
δεν πρέπει ν’ αντιδικούμε αδελφέ!
Δεν σ’ αρέσει στο κρεββάτι,
κόπιασε στον καναπέ.
Αχ! Πόσο ευτυχισμένος θά ‘τανε ο Πούντιλα, να ξυλοκόπαγε μαζί
σου τις σημύδες, να ξεχερσώνει τα χωράφια, να οδηγεί τα τρακτέρ!
Αλλά μ’ αφήνουν; Μου κολλήσανε απο την αρχή τούτο το σκληρό
κολάρο, που μού ‘χει γδάρει τα προγούλια, δεν επιτρέπεται ο
μπαμπάς να οργώνει τα χωράφια δεν επιτρέπεται ο μπαμπάς να
γαργαλάει τις υπηρέτριες, δεν επιτρέπεται ο μπαμπάς να πίνει
καφέ με τους εργάτες, δεν επιτρέπεται τό ‘να, δεν επιτρέπεται τ’
άλλο, μπούχτισα, φτάνει πια. Τώρα τρέχω στην Κούργκελα ν’
αρραβωνιάσω την κόρη μου με τον Διπλωματικό Ακόλουθο και μετά θα
την αράξω με το πουκάμισο ανοιχτό, χωρίς πρωτρόκολλα και
απαγορεύσεις, θ’ απαυτώνω την κυρία Κλίγκμαν που ξερογλείφεται
για μένα και τέρμα. Και θα σας κάνω αύξηση στους μισθούς γιατί ο
κόσμος είναι μεγάλος και γιατί εγώ θα τα κρατήσω τα δάση μου,
που φτάνουν και για σας και για τον αφέντη τον Πούντιλα.
ΜΑΤΤΙ: [γελάει δυνατά και παρατεταμένα] Έτσι είναι, σωστά. Ησυχάστε
όμως τώρα κι ελάτε να ξυπνήσουμε τον Αρχιδικαστή αλλά με το
μαλακό, μην τον τρομάξουμε γιατί θα μας ρίξει εκατό χρόνια
φυλακή.
ΠΟΥΝ: Θέλω πρώτα να σιγουρευτώ πως δεν υπάρχει πια χάσμα ανάμεσά μας. Πες
ότι δεν μας χωρίζει πια τίποτα.
ΜΑΤΤΙ: Το παίρνω σα διαταγή κύριε Πούντιλα. Δεν υπάρχει πια χάσμα
ανάμεσά μας.
ΠΟΥΝ: Και τώρα αδελφέ μου πρέπει να μιλήσουμε για λεφτά.
ΜΑΤΤΙ: Οπωσδήποτε.
ΠΟΥΝ: Ναι αλλά είναι ταπεινό να μιλάς για λεφτά.
ΜΑΤΤΙ: Τότε να μη μιλήσουμε για λεφτά.
ΠΟΥΝ: Λάθος! Σε ρωτάω: γιατί να μη γίνουμε ταπεινοί; Δεν είμαστε ελεύθεροι
άνθρωποι;
ΜΑΤΤΙ: Όχι.
ΠΟΥΝ: Τα βλέπεις; Κι αφού λοιπόν είμαστε ελεύθεροι άνθρωποι, μπορούμε να
κάνουμε ότι μας γουστάρει. Ας γίνουμε λοιπόν ταπεινοί. Ας
κάνουμε γυφτιές. Γιατί πρέπει να ξεκαρφώσω από την περιουσία
μου μιά ολόκληρη προίκα για το μοναδικό μου κορίτσι. Αυτό πρέπει
τώρα να αντιμετωπίσουμε κατάμουτρα, ψυχροί, οξυδερκείς και
μεθυσμένοι. Το πράγμα έχει δύο σκέλη. Ή πουλάω ένα δάσος ή
πουλιέμαι εγώ. Τι με συμβουλεύεις;
ΜΑΤΤΙ: Αν είχα ένα δάσος, θα πούλαγα το δάσος. Δε θα πήγαινα να
πουληθώ εγώ.
ΠΟΥΝ: Να πουλήσω το δάσος; Με απογοητεύεις πολύ αδελφέ μου. Ξέρεις τι είναι
ένα δάσος; Έχεις τη γνώμη ότι ένα δάσος είναι μονάχα 5
εκατομμύρια κυβικά ξυλεία ή είναι το οξυγόνο, η δροσερή ανάσα
του ανθρώπου; Και συ μου προτείνεις να ξεπουλήσω την πράσινη
ανάπτυξη; Ντροπή σου.
ΜΑΤΤΙ: Τότε το δεύτερο σκέλος.
ΠΟΥΝ: Και συ τέκνον Βρούτε! Θέλεις πραγματικά να πουληθώ;
ΜΑΤΤΙ: Τι ενοείτε ακριβώς όταν λέτε να πουληθείτε;
ΠΟΥΝ: Η κυρία Κλίγκμαν.
ΜΑΤΤΙ: Εκεί που πάμε, στην Κούργκελα; Η θεία του Ακόλουθου;
ΠΟΥΝ: Μου κάνει τα γλυκά μάτια.
ΜΑΤΤΙ: Και σ’ αυτήν θέλετε να πουλήσετε το κορμί σας; Αποτρόπαιο!
ΠΟΥΝ: Όχι και τόσο! Αλλά τι θα γίνει με την ελευθερία αδελφέ μου; Νομίζω
λοιπόν ότι πρέπει να πάω να θυσιαστώ. Και τι είμαι εγώ στο κάτω
κάτω!
ΜΑΤΤΙ: Σωστά.
[Ο Δικαστής ξυπνάει, ψάχνει για το κουδούνι της έδρας, που δεν
υπάρχει και κάνει πως το χτυπάει.]
ΔΙΚΑΣ: Ησυχία στο ακροατήριον!
ΠΟΥΝ: Επειδή κοιμάται νομίζει πως είναι στην έδρα και δικάζει. Αδελφέ μου,
έλυσες το πιό δύσκολο πρόβλημα. Εσύ ξέρεις τι αξίζει
περισσότερο. Ένα δάσος σαν το δικό μου ή ένας άνθρωπος σαν και
μένα! Είσαι ένας αξιοθαύμαστος άνθρωπος! Σου δίνω το πορτοφόλι
μου. Πλήρωσε τα ποτά και μετά βάλε το στην τσέπη σου να μου το
φυλάξεις, εγώ θα το χάσω. [δείχνοντας το Δικαστή.]Τράβα τον
αυτόν και βγάλ’ τον έξω. Αχ! Όλα τα χάνω! Θα προτιμούσα να μην
έχω τίποτα! Το χρήμα είναι βρώμικο, να το θυμάσαι αυτό. Πάντα
ονειρευόμουνα να μην έχω τίποτα! Να γυρίσω με τα πόδια την ωραία
μας Φινλανδία ή καλύτερα μ’ ένα ανοιχτό διθέσιο, πάντα θα μας
έδιναν λίγη βενζίνα κι όταν είμαστε κουρασμένοι, θα την αράζαμε
σε κανένα πανδοχείο σαν τούτο εδώ και θα κερδίζαμε το πιοτό μας
σκίζοντας ξύλα, μιά δουλειά αδελφέ μου που για σένα είναι
παιγνιδάκι, την κάνεις και με τ’ αριστερό το χέρι.
[Φεύγουν. Ο Μάττι κουβαλάει το Δικαστή.]
2.- H EYA
[Στην Κούργκελα, στο χτήμα της κυρίας Κλίγκμαν.
Η Εύα περιμένει τον πατέρα της μασουλώντας μιά σοκολάτα .Ο Έϊνο
Σίλακα εμφανίζεται στην κορυφή της σκάλας. Νυσταλέος.]
ΕΥΑ: Η κυρία Κλίγκμαν πρέπει να είναι έξω φρενών.
ΕΪΝΟ: Μπα! Της θείας μου δεν της κρατάει για πολύ. Ξανατηλεφώνησα να δω τι
γίνανε. Στο Κίρχεντορφ είδαν ένα αυτοκίνητο να περνάει με
δυό άντρες που ουρλιάζανε.
ΕΥΑ: Αυτοί είναι. Ο πατέρας μου ξεχωρίζει ανάμεσα σε χίλιους. Όταν δεις
κάποιον να κυνηγάει ένα δούλο με το μαστίγιο, ή να χαρίζει ένα
αυτοκίνητο σε μιά σπιτωμένη χήρα, καταλαβαίνεις αμέσως πως είναι
ο πατέρας μου.
ΕΪΝΟ: Μα enfin, εδώ δεν είναι στο χτήμα του. Μυρίζομαι σκάνδαλο! Μπορεί
να μην τα καταφέρνω με τους λογαριασμούς αλλά διαισθάνομαι
αμέσως πότε έρχεται ένα σκάνδαλο. Όταν ο Ακόλουθος της Γαλλικής
Πρεσβείας στο Λονδίνο, φώναξε μεθυσμένος, πάνω απ’ το τραπέζι,
στη Δούκισσα του Κάτραμπλ ότι είναι πουτάνα, εγώ το διαισθάνθηκα
αμέσως πως θα γίνει σκάνδαλο. Και βεβαίως δεν έπεσα έξω. Α,
να ‘τοι έρχονται. Είμαι πολύ κουρασμένος, θα μου επιτρέψεις ν’
αποσυρθώ; [Φεύγει γρήγορα.]
[Ακούγεται τρομερός θόρυβος από αμάξι που σταματάει τρακάροντας κάπου.
Πόρτες ανοιγοκλείνουν και μπαίνουν ουρλιάζοντας, ο Πούντιλα, ο Αρχιδικαστής
και ο Μάττι.]
ΠΟΥΝ: Νά ‘μαστε και μείς! Αλλά δεν θέλω πρωτόκολλα, μην ξυπνάς κανέναν.
Εμείς θα πιούμε ακόμα ένα μπουκάλι και θα πάμε για ύπνο. Είσαι
ευτυχισμένη;
ΕΥΑ: Σας περιμένουμε τρείς ολόκληρες μέρες!
ΠΟΥΝ: Καθυστερήσαμε στο δρόμο αλλά φέραμε μαζί μας τα πάντα. Μάττι φέρε τη
βαλίτσα. Ελπίζω να μην έσπασες τα μπουκάλια γιατί θα πεθάνουμε
από τη δίψα εδώ πέρα. Κάναμε γρήγορα γιατί ξέραμε πως
περιμένατε.
ΔΙΚΑΣΤ: Δέχεσαι τα συγχαρητήριά μας Εύα;
ΕΥΑ: Μπαμπά είσαι ασυγχώρητος! Μ’ άφησες μιά ολόκληρη βδομάδα σ’ ένα
ξένο σπίτι, μ’ ένα ρομάντζο μοναχά, με τον Ακόλουθο και τη θεία
του και κοντεύω να πεθάνω από την πλήξη.
ΠΟΥΝ: Τους πίεζα συνεχώς να κάνουμε γρήγορα, πάταγα συνεχώς το γκάζι
αλλά είμουνα και χαρούμενος που είσουνε συντροφιά με τον
Ακόλουθο, όσο λείπαμε. Μάττι, τη βαλίτσα και τα μάτια σου, μην
πάθουμε κανένα δυστύχημα!
[Με μεγάλη προσοχή βοηθάει το Μάττι που κουβαλάει τη
βαλίτσα.]
ΔΙΚΑΣΤ: Θα τσακώθηκες με τον Ακόλουθο, γιαυτό παραπονιέσαι!
ΕΥΑ: Μπα! Μ’ αυτόν είναι αδύνατο να τσακωθείς.
ΔΙΚΑΣΤ: Πούντιλα, η Εύα δεν φαίνεται καθόλου ενθουσιασμένη με τον
Ακόλουθο! Τον κατηγορεί ότι δεν μπορεί κανείς να τσακωθεί μαζί
του. Δίκαζα κάποτε μιά υπόθεση διαζυγίου, όπου η σύζυγος
αισθανότανε παραμελημένη επειδή ο άντρας της δεν της άστραψε
ποτέ ένα χαστούκι όταν εκείνη του πέταγε τη λάμπα στο κεφάλι.
ΠΟΥΝ: Μάλιστα! Να που μας βγήκε κι αυτό σε καλό. Ότι πιάνει ο Πούντιλα
πάντοτε πετυχαίνει! Δεν είσαι ευτυχισμένη παιδί μου; Σε
καταλαβαίνω. Αν θες τη γνώμη μου, δεν πρέπει να πάρεις τον
Ακόλουθο. Δεν είναι άντρας αυτός.
ΕΥΑ: [βλέποντας τον Μάττι που γελάει σαρκαστικά.] Λέω απλώς ότι ο
Ακόλουθος δεν με διασκεδάζει καθόλου.
ΠΟΥΝ: Αυτό ακριβώς λέω κι εγώ. Να πάρεις τον Μάττι. Μ’ αυτόν όλες οι
κοπέλες διασκεδάζουν.
ΕΥΑ: Είσαι ανυπόφορος μπαμπά. Τις αμφιβολίες μου εκφράζω μόνο. [στον
Μάττι.] Εμπρός λοιπόν, ανεβάστε πάνω τη βαλίτσα.
ΠΟΥΝ: Στοπ! Μιά στιγμή! Να βγάλουμε πρώτα μιά-δυό μπουκάλες. Θέλω να
εξετάσουμε προσεκτικά αν μας ταιριάζει ο Ακόλουθος.
Τουλάχιστον αρραβωνιάστηκες μαζί του;
ΕΥΑ: Όχι, δεν μιλήσαμε καθόλου για αρραβώνες. [στον Μάττι.] Η βαλίτσα να
μείνει κλειστή.
ΠΟΥΝ: Τι, δεν αρραβωνιάστηκες! Και τι κάνατε τρείς μέρες τώρα; Αυτό μου τη
δίνει σ’ αυτόν τον άνθρωπο. Εγώ αρραβωνιάζομαι σε τρία λεπτά.
Πες του να κατέβει. Πάω να φωνάξω τις υπηρέτριες στην κουζίνα,
να του δείξω πως αρραβωνιάζομαι εγώ αστραπιαία. Βγάλε τις
μπουκάλες Βουργουνδίας Μάττι, ή καλύτερα φέρε το λικέρ.
ΕΥΑ: Όχι! Δεν πρόκειται να πιείς σταγόνα. [στον Μάττι.] Ανεβάστε τη
βαλίτσα στο δωμάτιό μου. Το δεύτερο δεξιά απ’ τη σκάλα.
ΠΟΥΝ: [σε συναγερμό, βλέποντας τον Μάττι να σηκώνει τη βαλίτσα.] Εύα, αυτό
δεν είναι καθόλου ευγενικό. Δεν μπορείς με το ζόρι να μ’
απαγορέψεις να διψάω! Σου υπόσχομαι ν’ αδειάσω ήσυχα-ήσυχα ένα
μπουκάλι. Έλα, παιδί μου, λίγη ανθρωπιά!
ΕΥΑ: Είμαι τόσες ώρες στο πόδι για να μην ξεσηκώσεις το προσωπικό.
ΠΟΥΝ: Αλήθεια που είναι η Κλίγκμαν; Αυτή θα μού ‘κανε ευχαρίστως παρέα. Ο
Φρειδερίκος είναι πτώμα, μπορεί να πάει για ύπνο κι εγώ ήθελα
έτσι κι αλλιώς να κουβεντιάσω λίγο με την Γκλίκμαν. Υπήρχε πάντα
μεταξύ μας μιά αμοιβαία αδυναμία.
ΕΥΑ: Πρέπει να συμμαζευτείς λιγάκι! Η κυρία Κλίγκμαν είναι τόσο
εξοργισμένη που άργησες ώστε αμφιβάλω αν θα σε δεχτεί ακόμα κι
αύριο.
ΠΟΥΝ: Θα πάω να της χτυπήσω την πόρτα και θα τα κανονίσω όλα. Ξέρω εγώ πως
θα την καλμάρω. Εσύ Εύα δεν καταλαβαίνεις τίποτα απ’ αυτά.
ΕΥΑ: Εκείνο που καταλαβαίνω είναι ότι καμία γυναίκα δεν θα καθότανε μαζί
σου στην κατάσταση που βρίσκεσαι. [στον Μάττι.]Ανεβάστε τη
βαλίτσα. Αρκετά τράβηξα περιμένοντας.
ΠΟΥΝ: Έλα Εύα, λογικέψου! Αν δεν θέλεις να ξεσηκώσω την Κλίγκμαν τότε
φώναξέ μου εκείνη τη μικρή τη στρουμπουλή, η οικονόμος είναι
νομίζω, έχω να κουβεντιάσω κάτι μαζί της.
ΕΥΑ: Το παρατραβάς μπαμπά! Θα μ’ αναγκάσεις να κουβαλήσω μόνη μου τη
βαλίτσα και μπορεί να μου πέσει απο τη σκάλα!
[Ο Πούντιλα μένει αποσβωλομένος. Ο Μάττι σηκώνει τη
βαλίτσα και η Εύα τον ακολουθεί επάνω.]
ΠΟΥΝ: [ήσυχα.] Να πως συμπεριφέρεται στον πατέρα της! [Γυρίζει να φύγει
πικραμένος.] Φρειδερίκο έλα μαζί μου!
ΔΙΚΑΣΤ: Τι πας να κάνεις Γιόχαν;
ΠΟΥΝ: Αποχωρώ! Δεν μ’ αρέσει εδώ! Εγώ σκοτώθηκα νυχτιάτικα για νά ‘ρθω και
να πως με υποδέχονται! Αντί να σφάξουν για χάρη μου το μόσχο το
σιτευτό, με κατσαδιάσανε αγρίως! Φεύγω!
ΔΙΚΑΣΤ: Για πού;
ΠΟΥΝ: Μα είναι να ρωτάς; Δεν βλέπεις ότι η ίδια μου η κόρη, μου απαγορεύει
να πιώ; Πρέπει να τρέχω μες στη νύχτα, να βρω ποιός μπορεί να
μου δώσει ένα-δυό μπουκάλια;
ΔΙΚΑΣΤ: Σύνελθε Πούντιλα! Κανείς δεν θα σου πουλήσει αλκοόλ μες στη
νύχτα χωρίς συνταγή. Το απαγορεύει ο νόμος!
ΠΟΥΝ: Μ’ εγκαταλείπεις και σύ λοιπόν! Νομίζεις ότι δεν μπορώ να βρω νόμιμο
αλκοόλ! Θα σου αποδείξω λοιπόν ότι είτε μέρα είναι είτε νύχτα, ο
Πούντιλα μπορεί να βρει νόμιμο αλκοόλ.
ΕΥΑ: [Απ’ την κορυφή της σκάλας.] Βγάλε αμέσως το παλτό σου μπαμπά!
ΠΟΥΝ: Ψυχραιμία Εύα! Και τίμα τον πατέρα σου ίνα μακροχρόνιος έσει επί της
γής. Ωραίο σπίτι μα την αλήθεια! Να κρεμάνε τ’ άντερα των
καλεσμένων τους στο σκοινί για να στεγνώσουν! Και δεν έχω
και γυναίκα! Τώρα θα σου δείξω εγώ! Να πεις στην Κλίκμαν πως
την περιφρονώ βαθειά, τη θεωρώ σαν τη μωρά παρθένο που ξέχασε να
βάλει λάδι στο λυχνάρι της. Και τώρα φουλ τα γκάζια! Οι δρόμοι
θα στενάξουνε και θα ισιώσουν οι στροφές απ’ την τρομάρα τους.
[Φεύγει έξαλλος.]
ΕΥΑ: [στον Μάττι, κατεβαίνοντας τις σκάλες.]
Συγκρατείστε λοιπόν τ’ αφεντικό σας.
ΜΑΤΤΙ: Πολύ αργά! Είναι πολύ σβέλτος!
ΔΙΚΑΣΤ: Δεν θα τον περιμένω. Δεν είμαι τόσο νέος όπως άλλοτε Εύα!
Άλλωστε τι μπορεί να του συμβεί; Είναι πάντα τυχερός! Ας πάω στο
δωμάτιό μου. [ανεβαίνει.]
ΕΥΑ: Το τρίτο μετά τη σκάλα. [στον Μάττι.] Εμείς πρέπει να μείνουμε
ξάγρυπνοι για να τον εμποδίσουμε να πάει να πιεί με τους
υπηρέτες και να ξεπέσει σε απρέπειες.
ΜΑΤΤΙ: Αυτές οι οικειότητες είναι πάντα δυσάρεστες.
ΕΥΑ: Τον πατέρα μου τον εκμεταλεύονται όλοι γιατί έχει αυτήν την αδυναμία:
είναι πολύ καλός!
ΜΑΤΤΙ: Ναι, είναι ευτύχημα για τους ανθρώπου του, που τα κοπανάει
συχνά. Τότε γίνεται καλός και ανακαλύπτει χαρίσματα στους
ανθρώπους. Τότε είναι πρόθυμος να σκύψει και να χαϊδέψει
ακόμα κι ένα βρωμερό ποντίκι. Τόσο καλός γίνεται!
ΕΥΑ: Δεν μ’ αρέσει να μιλάτε έτσι για τον κύριό σας. Και θα επιθυμούσα να
μην παίρνετε τις μετρητοίς όσα λέει για τον Ακόλουθο και να τα
διαδίδετε από δω κι από κει. Ο πατέρας μου αστειεύεται!
ΜΑΤΤΙ: Που λέει πως ο Ακόλουθος δεν είναι άντρας; Και τι είναι άντρας;
Ο καθένας έχει τη δική του γνώμη πάνω σ’ αυτό. Μιά φορά που
δούλευα σε μιά μπυραρία, η αφεντικίνα είχε μιά κόρη. Η κόρη της
λοιπόν μιά μέρα μόλις τέλειωσε το μπάνιο της, με φώναξε να της
πάω το μπουρνούζι γιατί ήτανε πολύ ντροπαλή. “Αχ, δώστε μου το
μπουρνούζι”, μου λέει και στεκότανε μπροστά μου θεόγυμνη, όπως
τη γέννησε η μάνα της. “Σας φώναξα”, μου λέει, “γιατί μπορεί να
με δει κανένας άντρας, όπως θα βγαίνω από το μπάνιο”.
ΕΥΑ: Δεν καταλαβαίνω που το πάτε!
ΜΑΤΤΙ: Πουθενά δεν το πάω. Μιλάω απλώς για να περνάει ευχάριστα η ώρα
σας. Όταν μιλάω με τους κυρίους δεν μπορώ να έχω δική μου γνώμη,
γι’ αυτό δεν υπονοώ ποτέ κάτι. Αυτό δεν το ανέχονται από το
προσωπικό τους.
ΕΥΑ: [Ύστερα από μικρή παύση.] Θά ‘θελα να λάβετε υπ’ όψιν σας ότι ο
Ακόλουθος έχει μεγάλη εκτίμηση στο διπλωματικό σώμα και τον
περιμένει μιά μεγάλη καριέρα. Είναι ένα από τα πιο γερά μυαλά
της γενιάς του!
ΜΑΤΤΙ: Καταλαβαίνω.
ΕΥΑ: Αυτό που είπα προηγουμένως μπροστά σας, είναι ότι δεν διασκέδασα όσο
περίμενε ο πατέρας μου. Με τον Ακόλουθο γνωριζόμαστε από παιδιά
κι ο αρραβώνας μας έχει σχεδιαστεί από καιρό τώρα. Ίσως επειδή
είμαι πολύ ζωντανός άνθρωπος, βαριέμαι γρήγορα.
ΜΑΤΤΙ: Δηλαδή διστάζετε!
ΕΥΑ: Δεν είπα αυτό. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν θέλετε να με καταλάβετε! Θα
είστε πολύ κουρασμένος, γιατί δεν πάτε να κοιμηθείτε!
ΜΑΤΤΙ: Για να σας κάνω συντροφιά.
ΕΥΑ: Μην μπαίνετε στον κόπο. Ήθελα μονάχα να τονίσω ότι ο Ακόλουθος
είναι ένας έξυπνος και καλοσυνάτος άνθρωπος που διαισθάνεται
αμέσως τις επιθυμίες μου. Και ούτε θά ‘κανε ποτέ σε μένα,
επίδειξη του ανδρισμού του. Τον εκτιμώ ιδιαιτέρως! Αλλά εσείς
νυστάζετε!
ΜΑΤΤΙ: Μπα! Συνεχίστε! Τα μάτια τα κλείνω γιατί έτσι συγκεντρώνομαι
καλύτερα.
3.- Ο ΠΟΥΝΤΙΛΑ ΑΡΡΑΒΩΝΙΆΖΕΤΑΙ Μ’ ΟΣΕΣ ΞΥΠΝΑΝΕ ΝΩΡΙΣ
[Πολύ πρωί στο χωριό. Ξύλινα σπιτάκια. Σ’ ένα γράφει “Ταχυδρομείο” σ’ άλλο
“Κτηνίατρος” και σ’ ένα άλλο “Φαρμακείο”. Στη μέση της πλατείας είναι ένας
τηλεγραφικός στύλος. Ο Πούντιλα έπεσε με το Στουντεμπάκερ του πάνω στο
στύλο και τον βλαστημάει.]
ΠΟΥΝ: Ελεύθεροι οι δρόμοι για το Τάβαστλαντ! Χάσου απο μπροστά μου
βρωμοπάλουκο του κερατά! Ποιός νομίζεις πως είσαι; Έχεις δάση,
έχεις γελάδια; Τότε τσακίσου και φύγε από το δρόμο του
Πούντιλα. Αν τηλεφωνήσω στον Αστυνόμο και του πω ότι είσαι
κόκκινος, θα σε συλλάβει αμέσως για κομμουνιστή και θα ξεράσεις
το γάλα της μάνας σου! Παραμέρισε λοιπόν όσο είναι καιρός.
[Πηγαίνει σε μιά παράγκα και χτυπάι το παράθυρο.
Η λαθρεμπόρισσα η Έμμα βγάζει το κεφάλι της.]
Καλημέρα σας δεσποσύνη μου! Πως κοιμηθήκατε δεσποσύνη μου! Έχω
να σας υποβάλλω μιά παράκληση δεσποσύνη μου! Είμαι ο αφέντης
Πούντιλα από το Λαμμί και βρίσκομαι σε πολύ δεινή θέση δεσποσύνη
μου! Χρειάζομαι επειγόντως νόμιμο αλκοόλ γιατί χτυπήθηκαν τα
κοπάδια μου απο τον ιό των τρελλών αγελάδων. Που εδρεύει στο
χωριό σας ο κύριος Κτηνίατρος; Θα σου τινάξω στον αέρα τη
βρωμοπαράγκα σου αν δε μου δείξεις αμέσως, που μένει ο
Κτηνίατρος.
ΕΜΜΑ: Μα καλά, στραβός είστε; Μπροστά στα μάτια σας είναι το σπίτι του
Κτηνίατρου. Αλλά αν άκουσα καλά, ο κύριος χρειάζεται αλκοόλ;
Έχω εγώ το καλύτερο αλκοόλ, το φτιάχνω μόνη μου.
ΠΟΥΝ: Χάσου από μπροστά μου βρωμογύναικο! Τολμάς να μου προσφέρεις
παράνομο αλκοόλ; Εγώ πίνω μονάχα νόμιμο, το άλλο ούτε να το
μυρίσω δεν θέλω! Καλύτερα να πεθάνω παρά να παραβώ τους
Φινλανδέζικους νόμους! Εγώ είμαι απολύτως νομοταγής! Άμα μού’
ρχεται να σκοτώσω κάποιον, τον σκοτώνω πάντα μέσα στα πλαίσια
που ορίζει ο νόμος. Αλλιώς δεν τον σκοτώνω καθόλου.
ΕΜΜΑ: Αξιότιμε κύριε, πηγαίνετε τότε να βρείτε νόμιμο αλκοόλ για να
ξετρελλάνετε τις γελάδες σας! [μπαίνει μέσα.]
[Ο Πούντιλα τρέχει στην παράγκα του Κτηνίατρου και χτυπάει.Ο
Κτηνίατρος βγαίνει.]
ΠΟΥΝ: Κτηνίατρε, Κτηνίατρε, επί τέλους σε βρήκα! Είμαι ο αφέντης Πούντιλα
από το Λαμμί και 90 γελάδες μου τρελαίνονται αυτή τη στιγμή από
τον ιό. Χρειάζομαι κατεπειγόντως αλκοόλ.
ΚΤΗΝ: Λάθος πόρτα χτύπησες άνθρωπέ μου! Άειντε, δίνε του με το καλό.
ΠΟΥΝ: Κτηνίατρε με απογοητεύεις! ΄Η μπας και δεν είσαι αληθινός κτηνίατρος
γιατί αν είσαι τότε θά ‘πρεπε να ξέρεις ότι σ’ ολόκληρο το
Τάβαστλαντ δίνουν χωρίς καμιά καθυστέρηση αλκοόλ στον Πούντιλα
όταν οι γελάδες του τρελλαίνονται. Ψέματα θα σου πώ; Αν σού
‘λεγα ότι έχουν κόρυζα θά ‘λεγα ψέματα, αλλά όταν σου λέω
τρελαίνονται, αυτό αποτελεί ένα σύνθημα για να συνεννοηθούμε σαν
κύριοι!
ΚΤΗΝ: Κι αν δεν το πιάνω το σύνθημα;
ΠΟΥΝ: Τότε να πάμε στο παρασύνθημα! Τρείς κτηνίατροι βαραίνουνε κιόλας τη
συνείδηση του αφέντη Πούντιλα. Μού ‘χουνε βγάλει και τραγούδι
που το τραγουδάει όλο το Τάβαστλαντ. Μήπως έπιασες το
παρασύνθημα χερ ντόκτωρ;
ΚΤΗΝ: Τό ‘πιασα και με το παραπάνω! Μπορώ ν’ αρνηθώ τη συνταγή σ’ έναν τόσο
ισχυρό άντρα; Νά ‘ξερα τουλάχιστον πως πρόκειται για τον ιό της
τρέλας!
ΠΟΥΝ: Κτηνίατρε, έχουνε κόκκινες βούλες και μαύρες βούλες! Επομένως δεν
πρόκειται για την τρέλα στην πιο προχωρημένη μορφή της; Αφού τα
ζωντανά δεν μπορούνε να κοιμηθούνε από τον πονοκέφαλο κι όλη
νύχτα σκέφτονται μόνο τις αμαρτίες τους!
ΚΤΗΝ: Στην περίπτωση αυτή το καθήκον, μού επιβάλει να τις ανακουφίσω!
[του πετάει τη συνταγή.]
ΠΟΥΝ: Στείλε μου το λογαριασμό στο υποστατικό Πούντιλα στο Λαμμί.
[Ο Πούντιλα τρέχει στο Φαρμακείο και χτυπάει δυνατά.
Ενώ περιμένει, βγαίνει η Έμμα. Πλένει μπουκάλες και
τραγουδάει.]
ΕΜΜΑ: Ώριμα τα δαμάσκηνα πάνω στα δέντρα
κι όπως έσκασε το πρώτο φώς
μπήκε στο χωριά με φούρια
ένας νιός μελαχροινός.
[Μπαίνει στην παράγκα της.
Στο παράθυρο του φαρμακείου βγαίνει η Μάντα η υπάλληλος.]
ΜΑΝΤΑ: Θα μας διαλύσετε το φαρμακείο!
ΠΟΥΝ: Καλύτερα να το διαλύσω, παρά να περιμένω. Κοτκοτκοτ-τιπτιπτιπ
χρειάζομαι αλκοόλ για τις 90 γελάδες μου, ζουμπουρλούδικό μου
εσύ, ομορφούλι μου!
ΜΑΝΤΑ: Αυτό που σας χρειάζεται είναι να φωνάξω το χωροφύλακα!
ΠΟΥΝ: Τι λες μωρούλι μου! Για τον αφέντη Πούντιλα από το Λαμμί, θα φωνάξεις
το χωροφύλακα; Τι να μου κάνει εμένα ένας χωροφύλακας! Θα ‘πρεπε
να φωνάξεις τουλάχιστον δυό διμοιρίες, αλλά να ξέρεις εγώ τους
λατρεύω τους χωροφύλακες γιατί είναι τα όργανα της τάξεως. Κι
εγώ τη λατρεύω την τάξη. [της δίνει την συνταγή.] Εδώ
περιστεράκι μου είναι κι ο νόμος κι η τάξη!
[Η Μάντα πάει να φέρει το αλκοόλ.
Ενώ ο Πούντιλα περιμένει, ξαναβγαίνει η Έμμα.]
ΕΜΜΑ: Τα κορίτσια πάνω στη δαμασκηνιά
και κείνος ανάσκελα στο χορταράκι
ακόμα δεν είχε καλοφέξει
και κείνος κοίταζε πια θα διαλέξει.
[ξαναμπαίνει στην παράγκα. Η Μάντα φέρνει το αλκοόλ.]
ΜΑΝΤΑ: Είναι όμως τεράστιο μπουκάλι. Ελπίζω να βρείτε και αρκετές
ρέγγες για τις γελάδες σας!
ΠΟΥΝ: Γκλού-γκλού-γκλού! Η πιο όμορφη μουσική του κόσμου! Ω θεέ! Πως δεν το
ξέχασα! Τώρα βρήκα αλκοόλ αλλά δεν έχω γυναίκα! Και συ δεν έχεις
αλκοόλ αλλά δεν έχεις κι άντρα! Φαρμακοτρίφτισσά μου όμορφη,
θέλω να σ’ αρραβωνιαστώ!
ΜΑΝΤΑ: Καλοσύνη σου κύριε Πούντιλα από το Λαμμί αλλά εγώ
αρραβωνιάζομαι μόνο κατά πως λέει η παράδοση. Με δαχτυλίδι και
με κρασί.
ΠΟΥΝ: Είμαι σύμφωνος, φτάνει να μ’ αρραβωνιαστείς. Κι έχεις αργήσει εδώ που
τα λέμε, τι ζωή είν’ αυτή που κάνεις; Μίλησέ μου γιά σένα! Πώς
ζείς; Πώς τα περνάς; Πρέπει να τα ξέρω όλα αφού θα σ’
αρραβωνιαστώ.
ΜΑΝΤΑ: Εγώ; Να πως είναι η ζωή μου! Σπούδασα τέσσερα ολόκληρα χρόνια
κι ο φαρμακοποιός με πληρώνει λιγότερο κι από την υπηρέτρια. Τα
μισά λεφτά τα στέλνω στη μάνα μου στο χωριό γιατί πάσχει από
την καρδιά της, όπως άλλωστε κι εγώ. Μέρα παρά μέρα έχω
νυχτερινή βάρδια κι η γυναίκα τ’ αφεντικού δεν με χωνεύει γιατί
ο φαρμακοποιός μου κολάει συνέχεια. Από τις συνταγές του
γιατρού δεν βγάζεις λέξη και μερικές φορές μπερδεύω τα φάρμακα
και τα χύνω πάνω μου. Μού ‘χουνε καταστρέψει τις μπλούζες και
τ’ ασπρόρουχα είναι πανάκριβα. Φίλους δεν έχω! Οι αξιόλογοι
άντρες του χωριού είναι παντρεμένοι! Μου φαίνεται πως είναι
θλιβερή η ζωή μου!
ΠΟΥΝ: Τα βλέπεις; Ο Πούντιλα είναι για σένα! Πιες μιά γουλιά.
ΜΑΝΤΑ: Τι, χωρίς δαχτυλίδι; Χρειάζεται μιά γουλιά και δαχτυλίδι.
ΠΟΥΝ: Δεν έχεις κανένα κρίκο από κουρτίνα;
ΜΑΝΤΑ: Έναν θέλετε ή πολλούς;
ΠΟΥΝ: Όχι έναν κοριτσάκι μου, θέλω πολλούς. Ο Πούντιλα θέλει πολλά κι απ’
όλα. Ένα μόνο κορίτσι, δεν έχει νόημα για μένα. Με νοιώθεις;
[Η Μάντα πάει να φέρει κρίκους, ενώ η Έμμα ξαναβγαίνει.]
ΕΜΜΑ: Κι όταν βράσαν τα δαμάσκηνα
τον επήραν τα σορόπια
κι έχωνε τα δάχτυλά του
κι έβανε φωτιά στα τόπια.
[Η μάντα δίνει στον Πούντιλα τους κρίκους.]
ΠΟΥΝ: [Της περνάει έναν κρίκο στο δάχτυλο.] Έλα στο χτήμα μου στο Λαμμί την
Κυριακή, σήμερα οχτώ. Εκεί θα γίνει ο μεγάλος αρραβώνας.
[Συνεχίζει το δρόμο του. Βλέπει τη γελαδάρισσα τη Λίζου νά’ ρχεται
με μιά καρδάρα.]
Στάσου περιστεράκι μου! Εσένα σε θέλω. Γιά πού τό ‘βαλες τόσο
πρωί;
ΛΙΖΟΥ: Πάω ν’ αρμέξω.
ΠΟΥΝ: Τι; Μονάχα την καρδάρα βάζεις ανάμεσα στα σκέλια σου; Άντρα δεν
θέλεις; Μα τι ζωή είν’ αυτή που κάνεις; Πώς περνάς; Μίλα μου για
τη ζωή σου, ενδιαφέρομαι για σένα!
ΛΙΖΟΥ: Να ποιά είν’ η ζωή μου! Στις τρεισήμισι αξημέρωτα πρέπει να
σηκωθώ να καθαρίσω την κοπριά απ’ το στάβλο και να ξυστρίσω τις
γελάδες. Ύστερα αρμέγω το γάλα κι ύστερα πρέπει να πλύνω τις
καρδάρες με σόδα και ποτάσα που σου τρώνε τα χέρια. Ύστερα
ξαναβγάζω την κοπριά και τότε πια κάθομαι και πίνω το μαυροζούμι
από ρεβίθια που μας δίνουνε για καφέ. Τρώω μιά φέτα ψωμί με λίγο
ξύγκι και παίρνω έναν υπνάκο στα πεταχτά. Τ’ απόγιομα τρώω
πατάτες με σάλτσα, το κρέας δεν τό ‘χω δεί ποτέ μου. Καμιά φορά
βρίσκω κά’ να αυγό ή μου δίνει κανένα η μαγείρισσα. Μετά, πάλι
το ίδιο βιολί. Να βγάλω την κοπριά απ’ το στάβλο, να ξυστρίσω
τις γελάδες, ν’ αρμέξω και να πλύνω τις καρδάρες. Αρμέγω κάθε
μέρα 120 λίτρα. Για βραδινό τρώω ψωμί με γάλα, κι ότι άλλο θέλω
να μαγερέψω πρέπει να τ’ αγοράσω από το χτήμα. Κάθε πέντε
Κυριακές παίρνω ένα ρεπό και τότε τρέχω στο χορό. Κι αν έρθουν
άσκημα τα πράγματα μπορεί να μείνω κι έγκυος. Έχω δυό φουστάνια
κι έχω κι ένα ποδήλατο.
ΠΟΥΝ: Κι εγώ έχω ένα υποστατικό κι έναν ατμόμυλο και μιά πριονοκορδέλα αλλά
δεν έχω γυναίκα. Εσένα σε θέλω. Να το δαχτυλίδι, πιες και μιά
γουλιά από την μπουκάλα κι όλα είναι νόμιμα και σύμφωνα με την
παράδοση. Κυριακή, σήμερα οχτώ, σε περιμένω στο χτήμα του
Πούντιλα στο Λαμμί για τους αρραβώνες. Σύμφωνοι;
ΛΙΖΟΥ: Σύμφωνοι.
ΠΟΥΝ: [Συνεχίζει το δρόμο του.] Θα πάρω το δρόμο του χωριού. Είμαι
περίεργος να δω πόσα κορίτσια είναι κιόλας στο πόδι. Κανένας δεν
μπορεί να τους αντισταθεί, έτσι που βγαίνουμε ζεστά-ζεστά απ’ το
κρεβάτι, με τα ματάκια τους υγρά, χαμένα μες στην αμαρτία
κι ο κόσμος είναι τόσο νέος!
[Φτάνει στο τηλεγραφείο και βρίσκει τη Σάντρα.]
ΠΟΥΝ: Καλημερίζω τη νυχτερινή βάρδια! Εσύ είσαι η γυναίκα παντογνώστης που
μαθαίνει τα πάντα από το τηλέφωνο. Πολύ καλημέρα σας!
ΣΑΝΤΡΑ: Καλημέρα κύριε Πούντιλα! Πως από δω τέτοιαν ώρα;
ΠΟΥΝ: Προσφέρομαι για γαμπρός!
ΣΑΝΤΡΑ: Κι εγώ σας έψαχνα όλη νύχτα στο τηλέφωνο.
ΠΟΥΝ: Και βέβαια εσύ τα ξέρεις όλα. Και κάθεσαι όλη τη νύχτα ξάγρυπνη κι
ολομόναχη; Θέλω να μάθω τι σόι ζωή κάνεις εσύ!
ΣΑΝΤΡΑ: Μπορώ να σας την πώ. Να πως είν’ η ζωή μου! Παίρνω 50 μάρκα κι
είμαι κολλημένη εδώ μέσα στο τηλεφωνικό κέντρο, τριάντα χρόνια.
Εδώ πίσω έχω έναν κηπάκο με πατάτες κι ότι άλλο πρέπει να τ’
αγοράζω κι ο καφές όλο κι ακριβαίνει. Ότι συμβαίνει στη γύρω
περιοχή, το μαθαίνω με το νι και με το σίγμα. Θα πέσετε απο τα
σύννεφα αν σας πω τι ξέρω! Γιαυτό και δεν παντρεύτηκα. Είμαι
γραμματέας στο εργατικό κέντρο, ο πατέρας μου ήτανε τσαγκάρης,
αλλάζω τα βύσματα στις γραμμές του κέντρου, είμαι πατατοφάγος
και παντογνώστης. Αυτή είναι η ζωή μου.
ΠΟΥΝ: Εμπρός λοιπόν, είναι καιρός να τ’ αλλάξουμε όλα και ν’ αποκτήσεις
μιάν άλλη ζωή. Στείλε αμέσως τηλεγράφημα στους προϊσταμένους σου
και πες τους ότι παντρεύεσαι τον αφέντη Πούντιλα απο το Λάμμι.
Ορίστε το δαχτυλίδι, πιές και μιά γουλιά απ’ την μπουκάλα κι όλα
είναι κανονικά και με το νόμο. Την Κυριακή, σήμερα οχτώ σε
περιμένω στο χτήμα μου στο Λαμμί.
ΣΑΝΤΡΑ: [Γελώντας.] Εντάξει! Ξέρω βεβαίως πως θα γιορτάσετε τους
αρραβώνες της κόρης σας.
ΠΟΥΝ: Και θα πρέπει να ξέρετε ακόμα, αγαπητή κυρία, ότι εγώ γενικώς
αρραβωνιάζομαι κι ελπίζω πως δεν θα λείψετε.
[Η Έμμα και η Μάντα τραγουδούν.]
Μόλις σωθήκαν τα σορόπια
τό ‘σκασε ο πονηρός
και μείναν μαραμένα τα κορίτσια
στον καθρέφτη μπρός.
ΠΟΥΝ: Κι εγώ θα συνεχίσω το δρόμο μου! Θα τραβήξω πέρ’ από το βάλτο, θα
περάσω τη λίμνη, θα περάσω μες απ’ τα έλατα και θά ‘μαι στην ώρα
μου στο δουλοπάζαρο. Κοτ-κοτ-κοτ-κοτ, τιπ-τιπ-τιπ-τιπ! Ω,
κορίτσια εσείς του Τάβαστλαντ, που χρόνια τώρα, τζάμπα κι άδικα,
ξυπνάτε απ’ τ’ άγρια χαράματα! Μην ανησυχείτε! Ήρθε ο αφέντης ο
Πούντιλα τώρα κι όλες σας θα βρείτε ανταμοιβή. Εδώ όλες! Ελάτ’
εσείς που ανάβετε νύχτα τους φούρνους κι ανεβάζετε πάνω στις
στέγες τον άσπρο καπνό, ελάτε σε μένα ξυπόλιτες, το δροσερό
χορτάρι θα χαϊδέψει τα γυμνά σας πόδια κι ο Πούντιλα είν’ εδώ,
ν’ αφουγκραστεί τ’ αέρινα βηματάκια σας!
4.- ΤΟ ΔΟΥΛΟΠΑΖΑΡΟ
[Πλατεία στο κεφαλοχώρι Λαμμί.
Μεγάλο παζάρι, όπου μισθώνονται εργάτες και υπηρέτες.
Μουσική εμποροπανήγυρης με φωνές και σαματά.
Ο Πούντιλα κι ο Μάττι ψάχνουν για δούλους.]
ΠΟΥΝ: Δεν μ’ άρεσε καθόλου που μ’ άφησες να φύγω μόνος από την Κούρκγελα,
αλλά το ότι δεν με περίμενες ξύπνιος να γυρίσω και μ’ ανάγκασες
να σε τραβάω από το ποδάρι για να πάμε στο δουλοπάζαρο, αυτό μ’
έκανε έξω φρενών. Βρήκες την ευκαιρία να το ρίξεις στον ύπνο,
σαν τους Απόστολους στο όρος των ελαιών. Βούλωστο! Έμαθα τώρα
ότι πρέπει να σ’ έχω υπό αυστηρή επιτήρηση. Πήγες να μ’
εκμεταλλευτείς και να ξαπλώσεις την αρίδα σου, επειδή είχα πιεί
ένα ποτηράκι παρά πάνω!
ΜΑΤΤΙ: Μάλιστα κύριε Πούντιλα!
ΠΟΥΝ: Παρά την κακή μου διάθεση, στο λέω με καλό τρόπο. Πρέπει να είσαι
ταπεινός. Εσύ θα ωφεληθείς. Όταν αρχίζεις με αξιώσεις,
καταλήγεις στη φυλακή. Έναν υπηρέτη που γουρλώνει τα μάτια από
τη λαιμαργία, όταν βλέπει τι τρώνε τ’ αφεντικά του, δεν μπορείς
να τον υποφέρεις, σου κάθεται η μπουκιά στο λαιμό. Έναν
άνθρωπο ταπεινό, τον κρατάει κανείς, γιατί όχι! Όταν τον βλέπεις
να δουλεύει με αυταπάρνηση και να λιώνει στη δουλειά, κάνεις τα
στραβά μάτια. Όταν όμως απαιτεί συνέχεια ρεπό και κατεβάζει κάτι
μπριζόλες σαν το καπάκι της χέστρας, σού ‘ρχεται αναγούλα και
τον πετάς στο δρόμο με τις κλωτσιές. Εσύ βέβαια όλ’ αυτά θα τά
‘θελες ανάποδα!
ΜΑΤΤΙ: Μάλιστα κύριε Πούντιλα! Στην επιφυλλίδα της κυριακάτικης
“Ελσίνκι Σάνοματ” διάβασα ότι η ταπεινοφροσύνη είναι δείγμα
μόρφωσης και πολιτισμού. Όταν είναι κανείς συντηρητικός και
χαλιναγωγεί τα πάθη του, τότε ασφαλώς προοδεύει. Δεν αρχίζουμε
το ψάξιμο, γιατί θα μας τους φάνε τους καλύτερους!
ΠΟΥΝ: Θέλω δυνατούς! [παρατηρεί ένα ψηλό παλικάρι κι έναν κοντό.] Αυτός
είναι καλός και γεροδεμένος. Τα πόδια του δεν μ’ αρέσουν, πρέπει
να το ρίχνεις στην ξάπλα. Κοίτα τα χέρια του! Είναι πιο κοντά
από του κοντού. Ή του κοντού είναι μακρύτερα από του ψηλού;
[στον κοντό.] Ε, εσύ, τα καταφέρνεις με το λιγνίτη;
ΧΟΝΤΡ: Καλά, δεν βλέπεις πως παζαρεύω με τον άνθρωπο;
ΠΟΥΝ: Κι εγώ τι κάνω; Μη μπαίνεις στη μέση.
ΧΟΝΤΡ: Ποιός μπαίνει στη μέση;
ΠΟΥΝ: Είστε χυδαίος. Μ’ ενοχλείτε! [στον κοντό.] Ο Πούντιλα πληρώνει για
κάθε κυβικό, μισό μάρκο. Να παρουσιαστείς τη Δευτέρα! Τ’ όνομά
σου;
ΧΟΝΤΡ: Αυτό είναι χωριατιά! Παζαρεύω τον άνθρωπο μαζί μ’ όλη του την
οικογένεια κι έρχεσαι συ και ψαρεύεις στα νερά μου! Σε κάτι
τέτοιους θά ‘πρεπε ν’ απαγορεύεται η είσοδος στο παζάρι.
ΠΟΥΝ: Α, έχεις κι οικογένεια; Σας παίρνω όλους! Τη γυναίκα σου για τα
χωράφια. Είναι γερή; Τα παιδιά πόσα είναι; Πόσο χρόνων;
ΚΟΝΤΟΣ: Είναι τρία. Οχτώ, έντεκα και δώδεκα. Το μεγάλο είναι κορίτσι.
ΠΟΥΝ: Αυτό στην κουζίνα. Είσαστε φτιαγμένοι για μένα! [Στον Μάττι, έτσι που
να τον ακούει ο Χοντρός.] Βλέπεις συμπεριφορά τη σήμερον;
ΜΑΤΤΙ: Είμαι άναυδος!
ΚΟΝΤΟΣ: Με σπίτι, τι γίνεται;
ΠΟΥΝ: Θά ‘ναι πριγκηπικό! Θα κοιτάξω τα χαρτιά σου στο καφενείο. Περίμενε
εκεί στον τοίχο. [στον Μάττι.] Αυτός εκεί πέρα μου κάνει αλλά
το παντελόνι του είναι πολύ φίνο. Πρέπει να κοιτάς προσεκτικά τα
ρούχα. Άμα είν’ ατσαλάκωτα σημαίνει πως είναι τεμπέληδες, άμα
είναι κουρελιασμένα, δείχνουν κακό χαρακτήρα. Τους καρατάρω με
την πρώτη ματιά. Η ηλικία δεν μ’ ενδιαφέρει. Οι γέροι δουλεύουνε
καλύτερα από τους νέους, γιατί τρέμουνε την απόλυση. Το ουσιώδες
για μένα είναι ο άνθρωπος. Μου φτάνει να είναι ταπεινόφρων. Για
τις πνευματικές του ικανότητες δεν δίνω δεκάρα. ‘Οσοι τις έχουν,
μόνο το οχτάωρο κοιτάνε. Είν’ ανυπόφορο! Εγώ θέλω νά ‘μαι φίλος
με τους ανθρώπους μου. Τώρα που το θυμήθηκα, θέλω να βρώ και μιά
γελαδάρισσα. Πρέπει να κάνω ένα τηλέφωνο. Εσύ ψάξε να βρείς ένα-
δυό εργάτες για να μπορώ να διαλέξω. [φεύγει στο καφενείο.]
ΜΑΤΤΙ: [μιλάει σ’ έναν κοκκινομάλλη.] Στου Πούντιλα θέλουν έναν εργάτη
για το λιγνίτη. Εγώ είμαι ο σωφέρ, δεν μου πέφτει λόγος. Τ’
αφεντικό πήγε να τηλεφωνήσει.
ΚΟΚΚ: Πως είναι εκεί τα πράματα;
ΜΑΤΤΙ: Έτσι κι έτσι! Τέσσερα λίτρα γάλα την ημέρα, καλά είναι. Άκουσα
πως δίνουνε και πατάτες. Η κάμαρη δεν είναι μεγάλη.
ΚΟΚΚ: Το σχολειό πόσο μακρυά είναι; Έχω μιά κόρη.
ΜΑΤΤΙ: Μιάμιση ώρα δρόμος.
ΚΟΚΚ: Με καλό καιρό, τρώγεται.
ΜΑΤΤΙ: Το καλοκαίρι ναί.
ΚΟΚΚ: [μετά απο παύση.] Το παζάρι τελειώνει σε λίγο και δεν βρήκα τίποτα
της προκοπής.
ΜΑΤΤΙ: Θα του πω κι εγώ πως είσαι ταπεινός, αυτό τ’ αρέσει. Και πως
δεν κάνεις εξυπνάδες. Νά ‘τονε!
ΠΟΥΝ: [έρχεται απο το καφενείο με καλή διάθεση.] Έκανες τίποτα; Α, τώρα που
το θυμήθηκα. Θέλω κι ένα γουρουνόπουλο των 50 μάρκων, του
γάλακτος.
ΜΑΤΤΙ: Αυτός θα σας κάνει. Θυμήθηκα όσα μου μάθατε και τού ‘κανα
ανάκριση. Μπαλώνει μόνος τα παντελόνια του, μόνο που δεν έχει
κλωστή.
ΠΟΥΝ: Μ’ αρέσει, φαίνεται φωτιά και λαύρα. Έλα στο καφενείο να τα πούμε.
ΜΑΤΤΙ: Πρέπει να τον κλείσετε αμέσως κύριε Πούντιλα, γιατί το παζάρι
τελειώνει σε λίγο και θα μείνει ρέστος.
ΠΟΥΝ: Φυσικά και θα τον κλείσω, δεν είμαστε φίλοι; Σ’ εκτιμώ και σ’
εμπιστεύομαι Μάττι. [βλέπει έναν εξαθλιωμένο εργάτη.] Αυτουνού
μ’ αρέσουν τα μάτια του. Θέλω ανθρώπους για το λιγνίτη αλλά
έχουμε και τα χωράφια. Έλα μαζί, να τα πούμε.
ΜΑΤΤΙ: Κύριε Πούντιλα, δεν παρεμβαίνω αλλά αυτός δεν θ’ αντέξει.
ΕΡΓΑΤΗΣ: Αυτό με προσβάλει! Πού ξέρεις εσύ ότι δεν θ’ αντέξω;
ΜΑΤΤΙ: Εντεκάμιση ώρες δουλειά, μες στο λιοπύρι! Δεν θέλω κύριε
Πούντιλα ν’ απογοητευτείτε αλλά θα πρέπει μετά να τον διώξετε.
ΠΟΥΝ: Πάμε στο καφενείο.
[Ο πρώτος εργάτης, ο κοκκινοτρίχης κι ο εξαθλιωμένος, ακολουθούν
τον Πούντιλα και τον Μάττι στο καφενείο, όπου κάθονται όλοι σ’ έναν
πάγκο.]
ΠΟΥΝ: Ψιτ εσύ, καφέ! Μάττι, πριν αρχίσουμε, να ξεκαθαρίσουμε μεταξύ μας
κάτι. Θα κατάλαβες πως παραλίγο να με πιάσει μιά απο κείνες τις
κρίσεις μου και σου μίλησα κάπως προσβλητικά. Μπορείς Μάττι να
το ξεπεράσεις; Αν δεν με συχωρέσεις, Μάττι, θα τα κάνω θάλασσα
με τα παζαρέματα.
ΜΑΤΤΙ: Ας τ’ αφήσουμ’ αυτό, τό ‘χω ήδη ξεχάσει. Δεν κάνετε τα
συμβόλαια των ανθρώπων να ξεμπερδεύουμε;
ΠΟΥΝ: [γράφει κάτι σε ένα κομμάτι χαρτί.] Μου κρατάς μούτρα Μάττι. Είσαι
ψυχρός μαζί μου. [Στον πρώτο εργάτη.] Συμφωνήσαμε και για τη
γυναίκα. Δίνω γάλα κι αλεύρι και το χειμώνα φασόλια.
ΜΑΤΤΙ: Και τώρα την προκαταβολή, αλλιώς δεν υπάρχει συμβόλαιο.
ΠΟΥΝ: Μη με πιέζεις, άσε με να πιώ τον καφέ μου. Ε, ψιτ,εσύ, φέρε μου κι
άλλο καφέ ή μάλλον φέρε μιά καφετιέρα να βάζουμε μόνοι μας. Για
κοίτα τι κορίτσαρος είναι! Μ’ αυτό το παζάρι των ανθρώπων,
αρρωσταίνω. Να παζαρεύω άλογα ή γελάδες, δεν με πειράζει
καθόλου. Αλλά εδώ πρόκειται περί ανθρώπων. Εσείς είσαστε
άνθρωποι! Δεν θά ‘πρεπε να σας παζαρεύουν σαν να είσαστε βόδια!
Έτσι δεν είναι;
ΕΡΓ: Απολύτως! Βεβαιότατα!
ΜΑΤΤΙ: Επιτρέψτε μου κύριε Πούντιλα να σας πω ότι δεν είναι καθόλου
έτσι. Αυτοί πρέπει να δουλέψουν και σείς τους δίνετε δουλειά.
Αυτό, είναι παζάρεμα. Κι είτε αυτό γίνεται στην αγορά είτε στην
εκκλησία, πάλι παζάρι θά ‘ναι. Θά ‘θελα να τελειώνετε γρήγορα.
ΠΟΥΝ: Τά ‘χεις πάρει μαζί μου και γίνεσαι κακός. Γιαυτό μου πας κόντρα σε
μιά τόσο καθαρή υπόθεση. Σε βλέπω πως με ψάχνεις. Όπως κοιτάς τα
δόντια ενός γαϊδάρου.
ΜΑΤΤΙ: [γελάει.] Τα παραλέτε. Αυτός είναι παντρεμένος και το
κοριτσάκι του πηγαίνει ακόμα σχολείο.
ΚΟΚΚ: Η γυναίκα μου θα μπορούσε να πλένει. Βγάζει διπλή δουλειά απ’ όλες
τις άλλες.
ΠΟΥΝ: Μάττι, δεν μ’ έχεις ακόμα συχωρέσει, το βλέπω. Πές μας την ιστορία με
τα φαντάσματα, θα διασκεδάσουν.
ΜΑΤΤΙ: Αργότερα. Χασομεράτε τους ανθρώπους. Δώστε τις προκαταβολές.
ΠΟΥΝ: Όχι, δεν θα το κάνω. Δεν θα με κάνετε εσείς απάνθρωπο. Πρωτού να
κλείσω συμφωνία με τους ανθρώπους, θέλω να γινουμε φίλοι. Πρέπει
πρώτα να μάθετε ποιός είμαι, για να ξέρετε αν θα τα βρείτε μαζί
μου. Αυτό είναι το ζήτημα. Τι σόι άνθρωπος είμαι!
ΜΑΤΤΙ: Κύριε Πούντιλα, μπορώ να σας διαβεβαιώσω, πως αυτό δεν επιθυμεί
κανείς να το μάθει. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το
συμβόλαιο. Πρέπει να προσλάβετε αυτόν εδώ, είναι ο πιό
κατάλληλος για τη δουλειά σας, το βλέπετε και μόνος σας.
[Στον εξαθλιωμένο.] Όσο για σας, ψάξετε για καμιά άλλη δουλειά
καλύτερα. Με το λιγνίτη δεν θα βγάλετε μεροκάματο.
ΠΟΥΝ: Βρε, βρε, ο Σούρκκαλα! Τι γυρεύει αυτός στο παζάρι;
ΜΑΤΤΙ: Ψάχνει δουλειά. Εσείς υποσχεθήκατε στον παπά πως θα τον διώξετε
γιατί σας τον κάρφωσε πως είναι κόκκινος.
ΠΟΥΝ: Ποιός είναι κόκκινος, ο Σούρκκαλα; Ο μόνος απο τους κολίγους μου που
διαθέτει πνευματικές ικανότητες; Πήγαινε και δως του 10 μάρκα
απο μένα και νά ‘ρθει αμέσως εδώ. Θα τον πάρουμε στο αμάξι
μαζί μας και ν’ αφήσει τις βλακείες. Έχει και τέσσερα παιδιά, τι
θα σκέφτεται για μένα; Κι ο παπάς να μου γλύψει τον κώλο και να
μην ξαναπατήσει στο σπίτι μου, ο παλιάνθρωπος. Ο Σούρκκαλα
είναι εργάτης πρώτης.
ΜΑΤΤΙ: Τρέχω! Αν και δεν πρέπει να βιάζομαι, γιατί με την κοκκινίλα
του δεν πρόκειται να βρεί πουθενά δουλειά. Σας παρακαλώ μόνο να
τελειώνετε με τους ανθρώπους. Αλλά μου φαίνεται πως μάλλον
καθυστερείτε επίτηδες. Τους δουλεύετε.
ΠΟΥΝ: [χαμογελάει θλιμένα.] Ώστ’ έτσι με βλέπεις Μάττι! Τόσες ευκαιρίες σού
‘δωσα και δεν με κατάλαβες.
ΚΟΚΚ: Θα μπορούσατε να μου υπογράψετε τώρα το συμβόλαιο ή να ψάξω για άλλη
δουλειά;
ΠΟΥΝ: Μου διώχνεις τους ανθρώπους Μάττι. Με τον τυραννικό σου τρόπο μ’
αναγκάζεις να κάνω πράματα που δεν μου πάνε. Θα σου αποδείξω
όμως πως ο Πούντιλα είναι άλλος απ’ αυτόν που νομίζεις. Δεν
είμαι αναίσθητος και δεν αγοράζω ποτέ τους ανθρώπους εν ψυχρώ.
Θέλω να βρούν έν’ αποκούμπι στο χτήμα του Πούντιλα.
ΚΟΚΚ: Εγώ φεύγω. Έχω ανάγκη από δουλειά.
ΠΟΥΝ: Στάσου! Πού ‘ναι τος! Πάει χάθηκε! Κρίμα κι ήτανε χρήσιμος! Μα δεν
μπορώ να παζαρεύω όταν έχω πιεί. Τέτοιες ώρες θέλει κανείς να
τραγουδήσει τις ομορφιές της ζωής κι όχι να κάνει δουλειές! Τώρα
σκέφτομαι το δρόμο του γυρισμού. Τρελλαίνομαι για το χτήμα μου,
το σούρουπο με τις σημύδες! Πρέπει να πιούμε κάτι ακόμα. Εμπρός
πιείτε μαζί με τον Πούντιλα, κάντε κέφι, μ’ αρέσει να πίνω μ’
ευχάριστους ανθρώπους και δεν λογαριάζω ούτε χρήματα ούτε
τίποτα. [βγάζει λεφτά και δίνει στον καθένα από ένα μάρκο.]
Ορίστε πάρτε απο μένα ένα μάρκο. [Στον εξαθλιωμένο.] Μην τον
αφήσεις να σε διώξει, αυτός μ’ εχθρεύεται. Μη φοβάσαι, θ’
αντέξεις. Θα σου βρω εύκολη δουλειά στο μύλο.
ΜΑΤΤΙ: Τότε γιατί δεν του υπογράφετε το συμβόλαιο;
ΠΟΥΝ: Γιατί να υπογράψω; Τώρα που γνωριστήκαμε! Σας δίνω το λόγο μου ότι
όλα είναι εντάξει. Ξέρετε τι σημαίνει ο λόγος ενός γαιοχτήμονα
του Τάβαστλαντ; Το βουνό Ατέλμα μπορεί να γκρεμιστεί, που λέει ο
λόγος, το Παλάτι επίσης μπορεί να γκρεμιστεί, αλλά ο λόγος ενός
αγρότη του Τάβαστλαντ, θα στέκει πάντα ορθός, είναι γνωστό αυτό.
Μπορείτε να ρθείτε μαζί μας.
ΕΡΓ: Σας ευχαριστώ κύριε Πούντιλα, ασφαλώς θα έρθω μαζί σας.
ΜΑΤΤΙ: Κι εγώ σου λέω να το βάλεις στα πόδια! Δεν σας πάω κόντρα κύριε
Πούντιλα, τους ανθρώπους σκέφτομαι.
ΠΟΥΝ: Μπράβο Μάττι! Τό ‘ξερα πως δεν έχεις κακία μέσα σου. Κι εκτιμώ βαθειά
τον ευθύ σου τρόπο και το πόσο ενδιαφέρεσαι για τα συμφέροντά
μου. Πρέπει να μάθεις και τούτο ακόμα. Ο Πούντιλα είναι ικανός
να πηγαίνει ακόμα και εναντίον του ίδιου του Πούντιλα. Να το
θυμάσαι αυτό. Μάττι, υποσχέσου πως θα μου λες πάντα τη γνώμη
σου. [στους άλλους.] Στο Τάμμερφορς έχασε τη θέση του, επειδή
είπε στ’ αφεντικό του που οδηγούσε σαν τρελλός, πως έπρεπε
καλύτερα να γίνει δήμιος.
ΜΑΤΤΙ: Ήταν βλακεία εκ μέρους μου!
ΠΟΥΝ: Πολύ τις εκτιμώ κάτι τέτοιες βλακείες.
ΜΑΤΤΙ: Ας πηγαίνουμε. Με τον Σούρκκαλα τι θα γίνει;
ΠΟΥΝ: Μάττι, ολιγόπιστε Μάττι! Δεν σου είπα πως θα τον πάρουμε μαζί μας
γιατί είναι ένας σπουδαίος εργάτης κι ένα πνεύμα εντελώς
ανεξάρτητο; Κι αυτό μου θύμισε εκείνον τον χοντρό που πήγε να μ’
αρπάξει τους ανθρώπους μου. Έχω ακόμα μιά λεξούλα να του πω.
Είναι ο τέλειος καπιταλιστής!
5.- ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΣΤΟΥ ΠΟΥΝΤΙΛΑ
[Αυλή στο υποστατικό του Πούντιλα.
Η παράγκα του μπάνιου, όπου μπορεί κανείς να δεί μέσα.
Είναι πρωί και στην πόρτα της κατοικίας, η Λάϊνα και η Φίνα
καρφώνουν μιά πινακίδα “καλώς ορίσατε στους Αρραβώνες”.
Απο την πόρτα της αυλής μπαίνουν ο Πούντιλα, ο Μάττι,
μερικοί ξυλοκόποι και ο κόκκινος Σούρκκαλα.]
ΛΑΪΝΑ: Καλώς μας ήρθε η αφεντιά σας! Η δεσποινίς Εύα με τον κύριο
Ακόλουθο και τον Αρχιδικαστή, έχουν έρθει και παίρνουν πρωινό.
ΠΟΥΝ: Πρώτα-πρώτα αισθάνομαι το χρέος να ζητήσω συγγνώμη απο τον Σούρκκαλα
και την οικογένειά του. Να τους φέρεις όλους εδώ. Τους
προξένησα τόσο φόβο και τόση αγωνία που θέλω να τους εκφράσω
προσωπικά, την απέραντη θλίψη μου.
ΣΟΥΡ: Δεν είναι απαραίτητο κύριε Πούντιλα!
ΠΟΥΝ: Είν’ απαραιτητότατο κύριε Σούρκκαλα! [ο Σούρκκαλα βγαίνει.] Φέρε ένα
πιοτό στους κυρίους Λάϊνα, θα τους προσλάβω για την υλοτομία.
ΛΑΪΝΑ: Μα νόμιζα πως το δάσος είχατε αποφασίσει να το πουλήσετε.
ΠΟΥΝ: Εγώ να πουλήσω το δάσος; Ποτέ! Η κόρη μου έχει κοτζάμ προίκα ανάμεσα
στα σκέλια της. Σωστό;
ΜΑΤΤΙ: Ίσως θα μπορούσαμε να δώσουμε αμέσως σ’ αυτούς τους ανθρώπους
την προκαταβολή κύριε Πούντιλα , να σας φύγει κι η έγνοια.
ΠΟΥΝ: Εγώ πάω στη σάουνα. Φίνα, να φέρεις στους κυρίους ένα πιοτό και σε
μένα έναν καφέ. [μπαίνει στη σάουνα.]
ΕΡΓ: Τι λες, θα με πάρει στη δουλειά του;
ΜΑΤΤΙ: Όχι! Άμα θα ξεμεθύσει και σε κοιτάξει……
ΕΡΓ: Μα όταν είναι μεθυσμένος δεν κάνει συμβόλαια.
ΜΑΤΤΙ: Εγώ σας προειδοποίησα να μην κουβαληθείτε εδώ πέρα, χωρίς
συμβόλαιο στο χέρι.
[Η Φίνα φέρνει τα κεράσματα. Παίρνουν όλοι από ένα ποτηράκι.]
ΕΡΓ: Κατά τα άλλα, τι άνθρωπος είναι;
ΜΑΤΤΙ: Τι σε νοιάζει εσένα τι άνθρωπος είναι; Εσύ θα χαθείς μες στο
δάσος. Εγώ τι θα κάνω που είμαι μέρα και νύχτα στο έλεός του.
Μέχρι ν’ ανοιγοκλείσω τα μάτια μου, γίνεται άλλος άνθρωπος.
Πρέπει να παραιτηθώ!
[Έρχεται ο Σούρκκαλα με τα 4 παιδιά το. Η μεγάλη κρατάει το μικρό.]
Εξαφανιστείτε γρήγορα. Μόλις κάνει μπάνιο και πιεί τον καφέ του,
θα ξεμεθύσει εντελώς κι αλοίμονο σ’ όποιον βρεθεί μπροστά του.
[Ο Σούρκκαλα γνέφει “ναί” με το κεφάλι και κάνει να φύγει.Ο Πούντιλα έχει
γδυθεί κι έχει στήσει αυτί αλλά δεν άκουσε το τελευταίο. Βγάζει το
κεφάλι του απο την παράγκα.]
ΠΟΥΝ: Σε δυό λεπτά είμαι στη διάθεσή σας. Μάττι, έλα να μου ρίξεις νερό.
[Στον εξαθλιωμένο εργάτη.] Έλα και συ μέσα, θέλω να σε γνωρίσω.
[Ο Μάττι κι ο εξαθλιωμένος μπαίνουνε στην παράγκα της σάουνας.
Ο Σούρκκαλα φεύγει με τα παιδιά του.]
Φτάνει ένας κουβάς, το συχαίνομαι το νερό.
ΜΑΤΤΙ: Μερικούς κουβάδες πρέπει να τους υπομείνετε. Μετά θα πιείτε τον
καφέ σας και μετά θα πάτε να χαιρετίσετε τους καλεσμένους σας.
ΠΟΥΝ: Μπορώ να τους χαιρετίσω κι έτσι. Εσύ επιμένεις να μου κάνεις συνεχώς
υποδείξεις.
ΕΡΓΑΤ: Κι εγώ νομίζω πως ένας κουβάς είναι αρκετός. Ο κύριος Πούντιλα
δεν το αντέχει το νερό, το βλέπω.
ΠΟΥΝ: Βλέπεις Μάττι, έτσι μιλάει όποιος θέλει το καλό μου. [μπαίνει η
Φίνα.] Να το κοριτσάκι το χρυσό με τον καφέ! Είναι δυνατός;
Θέλω κι ένα λικέρ.
ΜΑΤΤΙ: Γιατί να πιείτε και λικέρ; Δεν θα σας φέρει λικέρ.
ΠΟΥΝ: Με μισείς γιατί αφήνω τους ανθρώπους και περιμένουν. Κι έχεις δίκιο.
Έλα, πες την ιστορία με τον χοντρό, να την ακούσει κι η Φίνα.
[Αφηγείται.] Ένας αποκρουστικός χοντρός με πρησμένα τα μούτρα
του, ένας σωστός καπιταλιστής, ήθελε να μου αρπάξει έναν εργάτη.
Τέλος πάντων αυτό το κανόνισα. Όταν όμως φτάσαμε στο αμάξι,
βλέπουμε δίπλα στην Στουντεμπάκερ το δικό του μόνιππο. Συνέχισε
Μάττι, θέλω να πιώ τον καφέ μου.
ΜΑΤΤΙ: Μόλις είδε τον κύριο Πούντιλα έπαθε νευρικό κλονισμό και
μαστίγωσε το άλογό του τόσο δυνατά, που σηκώθηκε ολόρθο στα
δυό του πόδια.
ΠΟΥΝ: Αρρωσταίνω άμα βασανίζουνε τα ζώα.
ΜΑΤΤΙ: Ο κύριος Πούντιλα άρπαξε τα χαλινάρια κι αφού ημέρεψε το άλογο,
τον πέρασε τον χοντρό γενεές δεκατέσσερες.
ΠΟΥΝ: Απο τη λύσσα του δεν μπορούσε ν’ αρθρώσει. Πες τους πως έγινε
κόκκινος σαν παντζάρι.
ΜΑΤΤΙ: Έγινε κόκκινος σαν παντζάρι κι ο κύριος Πούντιλα τότε του είπε
πως μπορεί να πεθάνει κανείς απο συμφόρηση όταν είναι έτσι
χοντρός.
ΠΟΥΝ: Δεν λες το καλύτερο! Εγώ για να τον ερεθίσω τά ‘λεγα σε σένα. Αυτό
τον έσκασε, το πρόσεξες;
ΜΑΤΤΙ: Βέβαια, μιλούσαμε μεταξύ μας, σαν αυτός να μην υπήρχε, κι όσο
γέλαγε ο κόσμος, τόσο αυτός κοκκίνιζε σαν παπαρούνα. Για την
ακρίβεια, τότε κοκκίνισε σαν παντζάρι.
ΠΟΥΝ: Έφυγες απο το θέμα! Το καλίτερο που του είπα είναι ότι δεν θά’ πρεπε
αυτός να δέρνει τ’ άλογο. Δεν επιτρέπεται τό ‘να ζώο να δέρνει
τ’ άλλο!
ΦΙΝΑ: Κανείς δεν πρέπει να βασανίζει τα ζώα.
ΠΟΥΝ: Πολύ σωστά! Σου αξίζει ένα λικέρ Φίνα. Πήγαινε να το φέρεις.
ΜΑΤΤΙ: Έχει καφέ. Τώρα κύριε Πούντιλα, θα πρέπει να νοιώθετε καλύτερα.
ΠΟΥΝ: Νοιώθω χειρότερα!
ΜΑΤΤΙ: Ο κύριος Πούντιλα ανέβηκε πολύ στην εκτίμησή μου, που τιμώρησε
αυτόν τον χοντράνθρωπο. Θα μπορούσε να πεί, τι με νοιάζει εμένα,
γιατί να κάνω εχθρούς και ν’ αδιαφορήσει.
ΠΟΥΝ: Κανέναν εχθρό δεν φοβάμαι!
ΜΑΤΤΙ: Αυτό μόνο εσείς μπορείτε να το λέτε κι ας είσαστε αναγκασμένος
να ψάξετε γι άλλον επιβήτορα.
ΦΙΝΑ: Γιατί να ψάξει γι άλλον επιβήτορα;
ΜΑΤΤΙ: Γιατί τη φάρμα Σούμαλα που στέλναμε τις φοράδες μας, την
αγόρασε αυτός ο χοντρός. Και δεν υπάρχει άλλος επιβήτορας σε
ακτίνα 800 χιλιομέτρων.
ΦΙΝΑ: Και σκοτωθήκατε με το καινούργιο αφεντικό της Σούμαλα; Μετά τον καυγά
το μάθατε αυτό;
[Ο Πούντιλα σηκώνεται και πηγαίνει πίσω, όπου ρίχνει ακόμα έναν
κουβά νερό στο κεφάλι του.]
ΜΑΤΤΙ: Ο κύριος Πούντιλα τό ‘ξερε, γιαυτό φώναξε του χοντρού πως ο
επιβήτοράς του είναι ψοφίμι και δεν κάνει για τις φοράδες μας.
Πώς του τό ‘πατε ακριβώς;
ΠΟΥΝ: Κάπως έτσι.
ΜΑΤΤΙ: Όχι, όχι, το είπατε πολύ αστεία.
ΦΙΝΑ: Μα θά ‘ναι μαρτύριο να στέλνουμε τις φοράδες μας για πήδημα, στην
άλλη άκρη του κόσμου.
ΠΟΥΝ: [σκοτεινός.] Ακόμα έναν καφέ. [Του δίνουν.]
ΜΑΤΤΙ: Η αγάπη για τα ζώα είναι παράδοση στο Τάβαστλαντ, γι’ αυτό
παραξενεύτηκα με τον χοντρό. Κι έμαθα πως είναι και κουνιάδος
της κυρίας Κλίγκμαν. Είμαι βέβαιος πως ο κύριος Πούντιλα τό
‘ξερε αυτό και παρ’ όλ’ αυτά τον έκανε σκουπίδι το χοντρό. [Ο
Πούντιλα τον κοιτάζει.]
ΦΙΝΑ: Ήταν αρκετά δυνατός ο καφές κύριε Πούντιλα;
ΠΟΥΝ: Μην κάνεις βλακώδεις ερωτήσεις! Βλέπεις ότι τον ήπια. [στον Μάττι.]
Εσύ τι κάθεσαι και χαζεύεις; Του κόσμου οι δουλειές
περιμένουν. Πιάσε να γυαλίσεις τις μπότες μου, τράβα να πλύνεις
τ’ αυτοκίνητο που είναι μες στις λάσπες. Σκασμός! Κι αν σε
ξαναπιάσω να κουσομπολεύεις και να μουρμουρίζεις πίσω απο την
πλάτη μου, θα το γράψω στο πιστοποιητικό σου.
[Φεύγει σκοτεινός με το μπουρνούζι.]
ΦΙΝΑ: Γιατί τον αφήσατε να τσακωθεί με τον αφέντη της Σούμαλα;
ΜΑΤΤΙ; Και τι είμ’ εγώ, ο φύλακας άγγελός του; Όταν είναι μεθυσμένος
και κάνει μιιά γενναία πράξη και μάλιστα κόντρα στα συμφέροντά
του εγώ θα τον σταματήσω; Αυτό δεν γίνεται. Στο μεθύσι αποκτάει
ευγενικά αισθήματα και δεν θά ‘θελα τότε να με περιφρονεί.
ΠΟΥΝ: [φωνάζει απ’ έξω.] Φίνα! [Η Φίνα του πηγαίνει τα ρούχα
του.]Ακούστε τι αποφασίζω! Και μην τολμήσει κανείς να διαστρέψει
τα λόγια μου! Αυτόν εκεί θα τον προσλάμβανα, θέλει να δουλέψει
και δεν προσπαθεί να μου γίνει συμπαθής. Αποφάσισα να μην πάρω
κανέναν. Το δάσος θα το πουλήσω. Και φταίει αυτός εκεί. [φωνάζει
προς τον Μάττι που βγαίνει.] Ε, εσύ! Ναί εσένα λέω! Δώσ’ μου το
σακάκι σου! Βγάλε αμέσως και δως μου το σακάκι σου, ακούς; [Ο
Μάττι του το δίνει.] Έτσι μπράβο! Τώρα σε κρατάω στο χέρι. Τι
έχουμ’ εδώ; Σε μυρίστηκα απο την πρώτη στιγμή ότι είσαι του
σκοινιού και του παλουκιού! Είναι αυτό το πορτοφόλι μου, ναί ή
όχι;
ΜΑΤΤΙ: Μάλιστα κύριε Πούντιλα.
ΠΟΥΝ: Τώρα την έβαψες. Ένα τηλεφώνημα στην Αστυνομία κι εξασφάλισες δέκα
χρόνια φυλακή.
ΜΑΤΤΙ: Μάλιστα κύριε Πούντιλα.
ΠΟΥΝ: Αλλά δε σφάξανε! Να πας εσύ ν’ απλώσεις την αρίδα σου στη φυλακή, να
γλυτώσεις όλες τις βαρειές δουλειές του καλοκαιριού, να τρώς και
να πίνεις και να πληρώνω εγώ, ο φορολογούμενος!
ΜΑΤΤΙ: Μάλιστα κύριε Πούντιλα.
[Ο Πούντιλα προχωρεί οργισμένος κατά το σπίτι. Στο κατώφλι
στέκεται η Εύα με ένα ψάθινο καπέλο στο μπράτσο. Είχε ακούσει.]
ΕΡΓΑΤ: Νά ‘ρθω μαζί κύριε Πούντιλα;
ΠΟΥΝ: Τι να σε κάνω εσένα, δεν θ’ αντέξεις!
ΕΡΓΑΤ: Τώρα μου το λέτε; Το παζάρι έκλεισε κι εγώ έμεινα χωρίς
δουλειά.
ΠΟΥΝ: Αυτό έπρεπε να το σκεφτείς στην ώρα του κι όχι να προσπαθείς να
εκμεταλευτείς τη φιλική μου διάθεση. Μωρέ σας μυρίζομαι εγώ απο
μακρυά. [μπαίνει θυμωμένος στο σπίτι.]
ΕΡΓΑΤ: Έτσι είναι αυτοί! Σε βάζουνε πρώτα στ’ αυτοκίνητο και μετά
σέρνεις εσύ τα ποδάρια σου, εννιά ολόκληρα χιλιόμετρα. Και χωρίς
δουλειά. Αυτά παθαίνεις όταν σου παρασταίνουνε το φίλο και τρώς
τις γαλιφιές τους. Θα τον καταγγείλω!
ΜΑΤΤΙ: Σε ποιόν;
[Οι εργάτεςς εγκαταλείπουν το υποστατικό φαρμακωμένοι.]
ΕΥΑ: Αφού όλοι ξέρουμε πως όταν είναι μεθυσμένος, δίνει μόνος του το
πορτοφόλι, γιατί δεν αμύνεστε;
ΜΑΤΤΙ: Στ’ αφεντικά δεν αρέσουν οι άνθρωποι που αντιστέκονται.
ΕΥΑ: Αφήστε αυτό το ύφος του οσιομάρτυρα! Δεν έχω όρεξη γι αστεία σήμερα.
ΜΑΤΤΙ: Α, βέβαια, θα αρραβωνιαστείτε τον Ακόλουθο.
ΕΥΑ: Μη γίνεστε ωμός! Ο Ακόλουθος είναι αξιαγάπητος άνθρωπος, μόνο που δεν
κάνει για παντρειά.
ΜΑΤΤΙ: Συνήθης περίπτωση!
ΕΥΑ: Ο πατέρας μου μ’ αφήνει ελεύθερη, το ξέρετε. Αν θέλω, μπορώ να
παντρευτώ ακόμα και σας. Μόνο που έχει δώσει το λόγο του στον
Ακόλουθο και δεν θέλει να εκτεθεί. Και δεν θέλω κι εγώ να τον
εκθέσω.
ΜΑΤΤΙ: Γοητευτικό αδιέξοδο!
ΕΥΑ: Γίνεστε χυδαίος! Δεν υπάρχει κανένα αδιέξοδο και δεν καταλαβαίνω
γιατί συζητάω μαζί σας τα προσωπικά μου ζητήματα.
ΜΑΤΤΙ: Είναι απαραίτητο να συζητάνε οι άνθρωποι. Αυτή είναι η μεγάλη
μας διαφορά από τα ζώα. Σκεφτείτε πως αν οι αγελάδες μπορούσανε
να κουβεντιάζουνε μεταξύ του, θα κλείνανε την ίδια στιγμή όλα τα
σφαγεία!
ΕΥΑ: Δεν έχει σχέση με μένα αυτό. Εγώ λέω απλώς ότι με τον Ακόλουθο μάλλον
δεν θα είμαι ευτυχισμένη. Αλλά αυτό πρέπει με κάποιο τρόπο να το
καταλάβει μόνος του και να πάρει δρόμο.
ΜΑΤΤΙ: Δεν θά ‘ναι τόσο απλό. Θα χρειαστούν σκληρά μέτρα.
ΕΥΑ: Τι ενοείτε;
ΜΑΤΤΙ: Πρέπει να το αναλάβω εγώ. Είμαι σκληρός!
ΕΥΑ: Που πάει το μυαλό σας; Πως θα μπορούσατε εσείς; Είναι πολύ λεπτό το
ζήτημα.
ΜΑΤΤΙ: Ας υποθέσουμε ότι πήρα τοις μετρητοίς τα μεθυσμένα λόγια του
πατέρα σας και θέλω να σας παντρευτώ. Και πως εσείς αισθάνεστε
ακατανίκητη έλξη για τη ζωώδη δύναμή μου, σας θυμίζω τον Ταρζάν
ή κάτι τέτοιο. Ο Ακόλουθος θα μας πιάσει επ’ αυτοφώρω και θα πει
ότι δεν μου ταιριάζει μιά γυναίκα που τραβιέται μ’ ένα σωφέρ.
ΕΥΑ: Πως να το απαιτήσω αυτό από σας;
ΜΑΤΤΙ: Είναι μες στα καθήκοντά μου, αφού σας υπηρετώ. Μόνο που πρέπει
να είναι σαφή τα δείγματα που θα του δώσουμε.
ΕΥΑ: Και ποιά μπορεί να είναι αυτά τα δείγματα;
ΜΑΤΤΙ: Μπορώ να σας μιλήσω με το μικρό σας όνομα, μπροστά του.
ΕΥΑ: Δηλαδή;
ΜΑΤΤΙ: Η μπλούζα σου είναι ξεκούμπωτη Ευα!
ΕΥΑ: [φέρνει ασυναίσθητα το χέρι στα κουμπιά.] Μα όχι, είναι κουμπωμένη.
Α, μάλιστα, μου τη φέρατε. Αλλά δεν θα πιάσει. Είναι πολύ
αδιάφορος κι αργεί να πάρει μπροστά. Και κυρίως μην ξεχνάτε!
Έχει πολλά χρέη.
ΜΑΤΤΙ: Τότε, μπορώ να τραβήξω το μαντήλι απο την τσέπη μου και μαζί να
βγάλω, δήθεν τυχαία, κι ένα εσώρουχό σας.
ΕΥΑ: Αυτό είναι καλίτερο αλλά θα πεί ότι με θαυμάζετε και τό ‘χετε
κλέψει. [παύση.] Σε κάτι τέτοια, δεν σας λείπει η φαντασία
βλέπω!
ΜΑΤΤΙ: Κάνω το κατά δύναμην δεσποινίς Εύα. Σπρώχνω το μυαλό μου να
φανταστεί τις πιό επικίνδυνες σχέσεις ανάμεσά μας, για να βρώ
αυτό που θα σας εξυπηρετήσει με τον καλύτερο τρόπο.
ΕΥΑ: Όχι, ας τ’ αφήσουμε αυτά!
ΜΑΤΤΙ: Ωραία, ας τ’ αφήσουμ’ αυτά.
ΕΥΑ: Και τι κάνουμε;
ΜΑΤΤΙ: Αφού τα χρέη του είναι τόσο χοντρά και θα μας ξεφεύγει συνεχώς
σαν το χέλι, πρέπει να σοφιστούμε και μείς, κάτι το ίδιο χοντρό
με τα χρέη του. Πρέπει να μας δει, τουλάχιστον, να βγαίνουμε
από το μπάνιο αγκαλιασμένοι. Οτιδήποτε πιο λεπτό, θα βρει τρόπο
να το παρουσιάσει για αθώο. Αν με δει, π.χ. να σας
καταβροχθίζω με τα φιλιά μου, θα πει ότι το έκανα γιατί δεν
μπορούσα πια να συγκρατηθώ μπροστά στην υπέροχη ομορφιά σας και
τα λοιπά και τα λοιπά.
ΕΥΑ: Ποτέ δεν είμαι σίγουρη αν αστειεύεστε ή αν με παίρνετε στο ψιλό.
ΜΑΤΤΙ: Και γιατί να είσαστε σίγουρη; Εδώ δεν παίζετε τα λεφτά σας. Η
αβεβαιότητα είναι πολύ πιο ανθρώπινη και μ’ αρέσει πολύ στις
γυναίκες.
ΕΥΑ: Δεν εκπλήσσομαι!
ΜΑΤΤΙ: Βλέπετε, και η δική σας φαντασία δουλεύει πολύ καλά.
ΕΥΑ: Λέω απλώς ότι δεν μπορεί να ξέρει κανείς με σας, που το πάτε. Τις
αγκαλιές στο μπάνιο δεν μπορώ να τις παίξω μαζί σας. Εμαι
σίγουρη πως θα επωφεληθείτε.
ΜΑΤΤΙ: Να και μιά σιγουριά! Αν το ψειρίζεται πολύ ακόμα, δεσποινίς
Εύα, θα χάσω κάθε διάθεση να σας εκθέσω.
ΕΥΑ: Καλά, για το μπάνιο είμαι συμφωνη, σας εμπιστεύομαι και καλύτερα να
είστε χωρίς πολλή διάθεση. Πάμε αμέσως τώρα, σε λίγο θα βγούν.
ΜΑΤΤΙ: Πηγαίνετε εσείς, πάω να φέρω μιά τράπουλα.
ΕΥΑ: Τι να την κάνουμε την τράπουλα;
ΜΑΤΤΙ: Πως θα σκοτώνουμε την ώρα μας μες στο μπάνιο;
[Ο Μάττι πηγαίνει στο σπίτι. Η Εύα βαδίζει αργά προς την παράγκα
του μπάνιου.]
ΛΑΪΝΑ: [Μπαίνει με το καλάθι της.] Καλημέρα δεσποινίς Πούντιλα! Πάω να
μαζέψω αγγούρια, θέλετε νά ‘ρθετε μαζί μου;
ΕΥΑ: Όχι, έχω λίγο πονοκέφαλο και θέλω να κάνω μπάνιο.
[Η Εύα μπαίνει στο μπάνιο. Η Λάϊνα στέκεται και τη βλέπει
κουνώντας το κεφάλι.
Βγαίνουν ο Πούντιλα κι ο Ακόλουθος, καπνίζοντας πούρα.]
ΕΪΝΟ: Ξέρεις Πούντιλα, σκέφτομαι να πάω με την Εύα μέχρι τη Ριβιέρα, Θα μου
δώσει ο βαρώνος Βωριέν, τη Ρόλλς Ρόυς. Θα είναι μεγάλη ρεκλάμα
για τη διπλωματία της Φινλανδίας.
ΠΟΥΝ: [Στη Λάϊνα.] Που είναι η κόρη μου, βγήκε;
ΛΑΪΝΑ: Στη σάουνα κύριε Πούντιλα. Είχε τέτοιο πονοκέφαλο που έπρεπε να
κάνει μπάνιο. [Φεύγει.]
ΠΟΥΝ: Είναι λοξή! Απο πότε περνάει ο πονοκέφαλος με το μπάνιο;
ΑΚΟΛ: Είναι όμως πρωτότυπο! Ξέρεις Πούντιλα, δεν προβάλλουμε καθόλου τη
Φινλανδέζικη σάουνα. Είχα μιλήσει με τον Υπουργό, για το πως θα
μπορούσαμε να προπαγανδίσουμε τη Φινλανδέζικη κουλτούρα.
Γιατί π.χ. να μην εγκαταστήσουμε μιά Σάουνα, μέσα στο Λούβρο!
ΠOYN: Για προσγειώσου! Ο Υπουργός σου θα ρθεί σίγουρα για τον αρραβώνα;
ΕΪΝΟ: Όπωσδήποτε! Μου τό ‘χει υποσχεθεί! Μου έχει μεγάλη αδυναμία. Εσείς,
μου λέει, δεν είστε αδιάκριτος και κυρίως δεν ενδιαφέρεστε για
την πολιτική. Είστε εξαιρετικός εκπρόσωπος της διπλωματίας μας!
Και μην ξεχνάς Πούντιλα, ότι τον έχω βοηθήσει στο μεγάλο
σκάνδαλο με το νίκελ. Τον ξελάσπωσα τότε.
ΠΟΥΝ: Το μυαλό σου είναι σκέτο κουρκούτι Έϊνο! Να με πάρει ο διάβολος και
να με σηκώσει, αν δεν κάνεις μεγάλη καριέρα! Όμως μην το
ξεχνάς, θέλω να μιλήσω με τον Υπουργό σου!
ΕΪΝΟ: Μην ανησυχείς Πούντιλα, εγώ έχω το κοκαλάκι της νυχτερίδας. Το
παραδέχονται όλοι στο υπουργείο.
[Ο Μάττι έρχεται με μιά πετσέτα στον ώμο και πάει για το λουτρό.]
ΠΟΥΝ: Ε, εσύ! Τι σουλατσάρεις πέρα-δώθε; Έτσι κερδίζεις τα λεφτά που σου
δίνω; Δεν πρόκειται να σου δώσω πιστοποιητικό! Και θα καταλήξεις
στους υπονόμους, με τους αρουραίους.
ΜΑΤΤΙ: Μάλιστα κύριε Πούντιλα!
[Ο Πούντιλα ξαναγυρίζει προς τον Ακόλουθο. Ο Μάττι συνεχίζει ήρεμα
προς το μπάνιο.Ο Πούντιλα στην αρχή δεν βάζει κακό με το νού του. Μετά
αντιλαμβάνεται ξαφνικά πως και η Εύα πρέπει να είναι στο λουτρό και
κοιτάζει κατάπληκτος τον Μάττι. Στη συνέχεια απευθύνεται στον Ακόλουθο.]
ΠΟΥΝ: Δε μου λες Έϊνο, με την Εύα πως τα πας;
ΕΪΝΟ: Είναι λίγο ψυχρή μαζί μου, αλλά φαίνεται ότι αυτό είναι το φυσικό
της. Οι σχέσεις μας είναι άψογες! Παρομοιάζω το γεγονός με τη
στάση μας απέναντι στη Ρωσία. Στη διπλωματική γλώσσα λέμε ότι οι
σχέσεις μας είναι άψογες! Έλα Πούντιλα, θέλω να μαζέψω μερικά
άσπρα τριαντάφυλλα, αρέσουνε πολύ της Εύας ξέρεις!
[Ο Πούντιλα τον ακολουθεί ενώ κοιτάζει προς το λουτρό.]
ΠΟΥΝ: Νομίζω και γω πως είναι πολύ σωστή σκέψη!
ΜΑΤΤΙ: [μέσα στην παράγκα.] Περίφημα! Με είδανε να μπαίνω.
ΕΥΑ: Πως δε σας σταμάτησε ο πατέρας μου; Ήξερε απο τη μαγείρισσα ότι είμαι
μέσα.
ΜΑΤΤΙ: Χασοσκόπησε! Είναι το κεφάλι του καζάνι σήμερα! Κι ευτυχώς
δηλαδή γιατί θα μας τα χάλαγε όλα. Πρέπει να δούνε να συμβαίνει
κάτι σοβαρό ανάμεσά μας.
ΕΥΑ: Είναι πολύ πρωί ακόμα για να πάει το μυαλό τους στο κακό!
ΜΑΤΤΙ: Γιατί; Νομίζετε πως στο σταύλο οι υπηρέτες περιμένουνε να
νυχτώσει; Εσείς παίζετε! Βλέπετε το καλοκαίρι ανάβουν τα αίματα
των ανθρώπων. Με τόσο ζέστη, τρέχουν εύκολα τα ζευγάρια στο
μπάνιο. [Βγάζει το σακάκι του.] Ξαλαυρωθείτε και σείς. Δε θα σας
φάω κανένα κομμάτι από τη σάρκα σας με τα μάτια μου! Προτείνω να
παίξουμε για μισό μάρκο.
ΕΥΑ: Μήπως είναι πολύ χυδαία αυτά που λέτε; Δεν είμαι γελαδάρισσα!
ΜΑΤΤΙ: Δεν μ’ ενοχλούν καθόλου οι γελαδάρισσες!
ΕΥΑ: Δεν έχετε καθόλου σεβασμό.
ΜΑΤΤΙ: Οι άνθρωποι του καλού κόσμου, δεν έχουν καμιά εκτίμηση για τους
σωφεραίους. Ακούμε, βλέπετε όλες τις βρωμιές που λένε μεταξύ
τους στο πίσω κάθισμα.
ΕΥΑ: Οι καλόγριες μού ‘μαθαν ν’ ακούω μόνο καθωσπρέπει συζητήσεις.
ΜΑΤΤΙ: Δε μιλάω για καθωσπρεπισμό. Μιλάω για βλακεία! Εσείς μοιράζετε
αλλά κόψτε πρώτα για να μη χαλάσουμε την παρτίδα.
[Ο Πούντιλα κι ο Ακόλουθος γυρίζουν με τα τριαντάφυλλα.]
ΑΚΟΛ: Η κόρη σας είναι πολύ πνευματώδης. Της λέω: θα ‘σουν τέλεια αν δεν
ήσουν τόσο πλούσια! Και μου απαντάει αμέσως: Μ’ αρέσει όμως που
είμαι πλούσια! Χα, χα, χα! Και ξέρεις Πούντιλα, ακριβώς έτσι μου
απάντησε και η βαρώνη ντε Ρότσιλντ, όταν με συστήσανε κάποτε
στης βαρώνης Βωριέν.Ήταν κι εκείνη το ίδιο πνευματώδης.
ΜΑΤΤΙ: Χαχανίστε τώρα σαν να σας γαργαλάω, αλλιώς θα περάσουν κι ούτε
θα μας δώσουν καμιά σημασία.
[Η Εύα χαχανίζει κάπως, εξακολουθώντας να παίζει.]
Δεν φτάνει αυτό. Προσπαθείστε ξανά.
ΑΚΟΛ: Αυτή δεν είναι η Εύα;
ΠΟΥΝ: Μπα, αποκλείεται. Άλλη θά’ ναι!
ΜΑΤΤΙ: [Δυνατά, παίζοντας χαρτιά.] Πω,πω πως γαργαλιέστε!
ΑΚΟΛ: Άκου!
ΜΑΤΤΙ: [Χαμηλόφωνα αλλά ν’ ακούγεται.] Συγκρατηθείτε λοιπόν, θα μας
ακούσουν!
ΠΟΥΝ: Είναι ο σωφέρ μέσα. Νομίζω ότι είναι καλίτερα να ξαναπάς τα
λουλούδια στα κοτσάνια τους.
ΕΥΑ: [Δυνατά] Αχ, όχι, όχι, μη!
ΜΑΤΤΙ: Έλα τώρα, μη μου αντιστέκεσαι!
ΑΚΟΛ: Ξέρεις Πούντιλα, θά ‘παιρνα όρκο πως είναι η φωνή της Εύας!
ΠΟΥΝ: Σε παρακαλώ μη με προσβάλεις!
ΜΑΤΤΙ: Έλα τώρα, μεταξύ μας είμαστε, μη μου κάνεις τη δύσκολη!
ΕΥΑ: Μη, όχι, όχι, δεν κάνει! [Ιδιαίτερα.] Τι άλλο να λέω;
ΜΑΤΤΙ: Παίξτε το ρόλο σας, λίγο πιό αισθησιακά.
ΕΥΑ: Αχ, όχι, μη, δεν αντέχω!
ΠΟΥΝ: [Ουρλιάζεει.] Εύα!
ΜΑΤΤΙ: Συνεχίστε! Βάλτε τυφλό πάθος. [Μαζεύει τα χαρτιά.] Αγκαλιάστε
με, αν μπει μέσα πρέπει να μας βρει αγκαλιασμένους.
ΕΥΑ: Αυτό δε γίνεται!
ΜΑΤΤΙ: [Αναποδογυρίζει ένα σκαμνί με το πόδι του.] Τότε βγείτε έξω σαν
τη μαδημένη κότα.
ΠΟΥΝ: Εύα!
[Ο Μάττι της ανακατεύει τα μαλλιά και κείνη ξεκουμπώνει τα
κουμπιά της μπλούζας της. Και βγαίνει.]
ΕΥΑ: Μπαμπά με φώναξες; Άλλαζα για να κάνω μπάνιο.
ΠΟΥΝ: Τι είν’ αυτά τα πράματα εκεί μέσα; Για κουφούς μας έχεις;
ΑΚΟΛ: Μη γίνεσαι άδικος Πούντιλα! Δεν μπορεί η Εύα να κάνει μπάνιο;
[Βγαίνει ο Μάττι και στέκεται πίσω απο την Εύα.]
ΕΥΑ: Μα τι άκουσες μπαμπά, δεν έκανα τίποτα.
ΠΟΥΝ: Τίποτα το λες αυτό; Κοίτα πίσω σου!
ΜΑΤΤΙ: [Κάνοντας τον αμήχανο.] Κύριε Πούντιλα, παίζαμε μιά παρτίδα 66
με την αξιότιμη δεσποινίδα. Να και η τράπουλα αν δεν με
πιστεύετε. Έχετε πέσει θύμα παρεξηγήσεως.
ΠΟΥΝ: Βούλωστο! Χάσου απο τα μάτια μου! Σε απολύω! [Στην Εύα.] Τι θα
σκεφτεί ο Έϊνο για σένα!
ΕΊΝΟ: Ξέρεις Πούντιλα, συμβαίνουν αυτά στα χαρτιά. Κάποτε η πριγκίπησα
Μπιμπέσκο, ερεθίστηκε τόσο στον μπακαρά, που έσπασε ένα
πανάκριβο περιδέραιο. Σού ‘φερα τα τριαντάφυλλα που αγαπάς
Εύα! [Της τα δίνει.] Έλα Πούντιλα, πάμε να παίξουμε ένα
μπιλιάρδο. [Τον τραβάει απο το μανίκι.]
ΠΟΥΝ: [Συγκρατεί την οργή του.] Εμείς θα τα ξαναπούμε Εύα! ‘Οσο για σένα
αχρείο υποκείμενο, μπροστά στην κόρη αυτουνού που σου δίνει ένα
κομμάτι ψωμί, πρέπει να στέκεσα σούζα, στο ένα πόδι, σαν το
σκυλί και να τη βλέπεις σαν ένα υπερκόσμιο όν, που κατέβηκε απο
τον ουρανό. Επανάλαβε τι σου είπα!
ΜΑΤΤΙ: Μου είπατε να μη σηκώνω τα μάτια στην κόρη του αφεντικού και να
την βλέπω σαν ένα υπερκόσμιο όν, που κατέβηκε από τον
ουρανό, κύριε Πούντιλα!
ΠΟΥΝ: Και να τσιμπιέσαι, κοπρίτη, μην είναι όνειρο αυτό που βλέπεις μπροστά
στα μάτια σου!
ΜΑΤΤΙ: Και να τσιμπιέμαι, μην είναι όνειρο αυτό που βλέπω μπροστά στα
μάτια μου, κύριε Πούντιλα!
ΠΟΥΝ: Μπροστά σ’ αυτό το θαύμα της αθωώτητας, θα πρέπει να κοκκινίζεις απο
ντροπή για τις βρώμικες σκέψεις σου και για την σωτηρία της
ψυχής σου θα πρέπει να παρακαλάς να βρεθείς γρήγορα στην κόλαση!
ΜΑΤΤΙ: Μάλιστα κύριε Πούντιλα!
[Ο Ακόλουθος τραβάει τον Πούντιλα στο σπίτι.]
ΕΥΑ: Τίποτα!
ΜΑΤΤΙ: Τα χρέη του πρέπει νά ‘ναι πολύ μεγαλύτερα απ’ ότι πιστεύαμε!
6.- ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΒΟΥΡΙΑ.
[Η κουζίνα στο χτήμα του Πούντιλα. Βράδυ.
Απ’ έξω ακούγεται μουσική χορού. Ο Μάττι διαβάζει εφημερίδα.]
ΦΙΝΑ: [Μπαίνει.] Η δεσποινίς Εύα θέλει να σας μιλήσει.
ΜΑΤΤΙ: Καλά! Να πιώ τον καφέ μου πρώτα!
ΦΙΝΑ: Μη μου κάνετε εμένα τον αδιάφορο! Κι ούτε πρέπει να το πάρετε απάνω
σας επειδή η δεσποινίς Εύα καταδέχεται να σας μιλάει καμιά φορά.
Το έφαγε η μοναξιά το κορίτσι και θέλει ν’ ακούει, που και που,
μιαν ανθρώπινη φωνή.
ΜΑΤΤΙ: Μιά τέτοια βραδιά είναι να μην το παίρνεις απάνω σου; Αν μού
‘λεγες τώρα Φίνα, ότι έρχεσαι μαζί μου κάτω στο ποτάμι ν’
αγναντέψουμε τη φεγγαράδα, θα ξέχναγα αμέσως τη διαταγή της
δεσποινίδας Εύας.
ΦΙΝΑ: Δεν έχω καμά όρεξη για φεγγαράδα!
ΜΑΤΤΙ: Το μυαλό σου είναι στο δάσκαλο!
ΦΙΝΑ: Δεν τρέχει τίποτα με το δάσκαλο. Είναι πολύ ευγενικός και μου δάνεισε
ένα βιβλίο για να μορφωθώ.
ΜΑΤΤΙ: Τον κακομοίρη το δάσκαλο! Εγώ παίρνω τρακόσια μάρκα και κείνος
δεν παίρνει ούτε τα μισά. Άρα εγώ ξέρω πιό πολλά απ’ αυτόν. Κι
όπως τους κόβουνε συνέχεια το μισθό για να κάνει οικονομία το
κράτος, σε λίγο οι χωριάτες, δεν θα μπορούν να διαβάσουν ούτε
την εφημερίδα. Αλλά βλέπεις εμένα με χρειάζονται περισσότερο απο
τους δασκάλους. Γιατί αν αφήσω να μου χαλάσει τ’ αμάξι στη μέση
της διαδρομής, τ’ αφεντικά θα τσαλαβουτούσαν μέσα στις κοπριές
και θα πέφτανε μεθυσμένοι μες στα χαντάκια.
[Ο Μάττι κάνει νόημα στη Φίνα κι αυτή πάει και κάθεται στα γόνατά
του. Ο Δικαστής κι ο Δικηγόρος βγαίνουν απο τη σάουνα με τις
πετσέτες στον ώμο.]
ΔΙΚΑΣ: Δεν έχετε τίποτα να πιούμε; Λίγο απο κείνο το ξυνόγαλο που
πείναμε άλλοτε!
ΜΑΤΤΙ: Να σας το φέρει η καμαριέρα;
ΔΙΚΑΣ: Οχι, δείξτε μας που είναι.
[Ο Μάττι τους βάζει με την κουτάλα. Η Φίνα φεύγει.]
ΔΙΚΗΓ: Αριστούργημα!
ΔΙΚΑΣ: Το ζητάω πάντα στου Πούντιλα, μετά τη σάουνα.
ΔΙΚΗΓ: Ω, οι καλοκαιριάτικες νύχτες της Φινλανδίας!
ΔΙΚΑΣ: Εγώ ξεθεώνομαι στη δουλειά εξ αιτίας τους! Οι δίκες διαζυγίων
είναι ένα υπέροχο τραγούδι γι αυτές τις καλοκαιριάτικες νύχτες.
Μόνο μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου ανακαλύπτει κανείς τη
γοητεία που ασκεί στους ανθρώπους ένα δάσος με σημύδες. Αν πείς
δε για το ποτάμι, εκεί τα ζευγαράκια λιποθυμάνε! Ένα κορίτσι,
έλεγε κάποτε στο δικαστήριο, ότι της έφταιγε η δυνατή μυρωδιά
απ’ το κομένο χόρτο. Είτε πάνε να μαζέψουνε τα μούρα είτε ν’
αρμέξουνε τις αγελάδες, χώνονται στον πρώτο θάμνο που θα
συναντήσουνε στο δρόμο τους. Αδύνατον να συγκρατηθούν το
καλοκαίρι! Κατεβαίνουν απο τα ποδήλατα και σκαρφαλώνουν στις
θυμωνιές. Μες στην κουζίνα γιατί είιναι ζεστά, έξω στο ύπαιρο
γιατί είναι δροσερά. Γεννοβολάνε συνέχεια, απο τη μιά γιατί το
καλοκαίρι είναι πολύ σύντομο, απο την άλλη, γιατί ο χειμώνας
είναι πολύ μακρύς.
ΔΙΚΗΓ: Κερδίζουνε κι οι γέροι κάτι τις καλοκαιριάτικες νύχτες!
Καταλαβαίνετε τι εννοώ! Αυτοί που έρχονται για μάρτυρες στις
δίκες. Όλα τα βλέπουν και όλα τα ακούνε! Το ζευγαράκι να χάνεται
μέσα στο δάσος, τα τσόκαρα μπροστά στη θυμωνιά, η κοπέλλα που
βγαίνει ξαναμένη μέσα απο τα βατόμουρα, τους κάδους με το γάλα
να κουδουνίζουν, τα κυλοκρέββατα που τρίζουν. Με μάτια και μ’
αυτιά, παίρνουν κι αυτοί το μερτικό τους από το καλοκαίρι.
[Ακούγεται κουδούνι απο μέσα. Λέει στον Μάττι.]
ΔΙΚΑΣ: Γιατί δεν ανταποκρίνεστε; Ή πρέπει να τους ενημερώσουμ’ εμείς
ότι εδώ τηρείτε αυστηρά το οχτάωρο;
[Βγαίνει με το Δικηγόρο. Ο Μάττι εξακολουθεί να διαβάζει την
εφημερίδα του. Εμφανίζεται η Εύα καπνίζοντας ένα μακρύ
τσιγάρο και βαδίζοντας προκλητικά σαν τη Ρίτα Χαίηγουορθ.]
ΕΥΑ: Σας χτύπησα το κουδούνι, δεν ακούτε; Έχετε δουλειά εδώ;
ΜΑΤΤΙ: Εγώ, όχι. Ξαναρχίζω δουλειά αύριο στις έξη το πρωί.
ΕΥΑ: Σκέφτηκα μήπως θα θέλατε να με πάτε με τη βάρκα στο νησί, να
μαζέψουμε καβούρια. Θα τα χρειαστούμε για το γεύμα των
αρραβώνων.
ΜΑΤΤΙ: Δε νομίζετε πως είναι πολύ προχωρημένη η ώρα για βαρκάδα;
ΕΥΑ: Δεν είμαι καθόλου κουρασμένη και δεν ξέρω γιατί, το καλοκαίρι,
κοιμάμαι άσκημα τη νύχτα. Εσείς αν πάτε τώρα στο κρεββάτι, θα
κοιμηθείτε αμεσως;
ΜΑΤΤΙ: Ξερός!
ΕΥΑ: Σας ζηλεύω! Ετοιμάστε μου τότε τα εργαλεία, θα πάω μόνη μου. Ο
πατέρας μου επιθυμεί καβούρια γι αύριο. [Κάνει στροφή πάνω στα
τακούνια της και πάει να φύγει, μιμούμενη και πάλι τη
Χαίηγουορθ.]
ΜΑΤΤΙ: [Αλλάζει διάθεση.] Καλά, θά ‘ρθω. Θα τραβήξω κουπί.
ΕΥΑ: Μα δεν είστε κουρασμένος;
ΜΑΤΤΙ: Ξαφνικά αισθάνομαι πολύ φρέσκος! Πρέπει όμως να φορέσετε κάτι
κατάλληλο, θα βουτάτε μες στα νερά.
ΕΥΑ: Τα σύνεργα είναι στην αποθήκη. [Φεύγει.]
[Ο Μάττι φοράει μια κλειστή ζακέτα. Η Εύα γυρίζει φορώντας ένα πολύ
κοντό παντελονάκι.]
ΕΥΑ: Δεν φέρατε τα εργαλεία;
ΜΑΤΤΙ: Θα τα πιάσουμε με τα χέρια. Είναι πιό διασκεδαστικό, θα σας
μάθω.
ΕΥΑ: Μα είναι πιό εύκολο με τα σύνεργα.
ΜΑΤΤΙ: Είμουνα τις προάλλες με τη μαγείρισσα και την καμαριέρα στο
νησί και τα πιάσαμε με τα χέρια. Ήτανε υπέροχα. Μπορείτε να τις
ρωτήσετε.
ΕΥΑ: Θα προτιμούσα τα εργαλεία. Θα πιάσουμε περισσότερα.
ΜΑΤΤΙ: Μα χρειάζεστε τόσα πολλά;
ΕΥΑ: Όταν τρώει ο πατέρας, τα θέλει όλα πολλά.
ΜΑΤΤΙ: Σοβαρεύουν τα πράματα! Νόμιζα πως θα σας έφταναν μερικά
καβούρια και μετά θα μπορούσαμε να κουβεντιάσουμε λιγάκι. Είναι
υπέροχη νύχτα.
ΕΥΑ: Μην τα βγάζετε όλα ότι είναι υπέροχα. Φέρτε τα εργαλεία.
ΜΑΤΤΙ: Μην είστε τόσο ανάλγητη για τα καβούρια. Δυό τσέπες γεμάτες
φτάνουν.
ΕΥΑ: Τι εννοείτε μ’ αυτό; Θα πάμε για καβούρια ή σκέπτεσθε και τίποτ’
άλλο;
ΜΑΤΤΙ: [Μετά από παύση.] Είναι ίσως πολύ αργά. Πρέπει να σηκωθώ το
πρωί στις 6, να πάω να πάρω απο το σταθμό τον Ακόλουθο, με τ’
αμάξι. Αν χαζολογάμε μέχρι τις τρείς-τέσσερες τα ξημερώματα,
πάει ο ύπνος. Φυσικά, αν επιμένετε τόσο πολύ, θα σας πάω στο
νησί.
[Η Εύα γυρίζει και φεύγει χωρίς να πεί λέξη. Ο Μάττι βγάζει τη
ζακέτα του και ξαναπιάνει την εφημερίδα. Η Λάϊνα έρχεεται απο τη
σάουνα.]
ΛΑΪΝΑ: Η Φίνα κι η επιστάτρια ρωτάνε αν θέλετε να πάτε κάτω στο
ποτάμι. Κάθονται ακόμα και κουβεντιάζουνε.
ΜΑΤΤΙ: Είμαι κουρασμένος. Είχα σήμερα το παζάρι, μετά πήγα το τρακτέρ
στο βάλτο, έσκασε και το λάστιχο!
ΛΑΪΝΑ: Κι εγώ είμαι ψόφια, όλη μέρα στους φούρνους. Αλλά είν’ αμαρτία
τέτοια νύχτα να πας για ύπνο. Μπορεί να πάω για λίγο κάτω, ο
νεαρός σταυλίτης παίζει φυσαρμόνικα και μ’ αρέσει πολύ ν’ ακούω.
[Φεύγει ψόφια από την κούραση αλλά αποφασισμένη. Η Εύα μπαίνει ακριβώς τη
στιγμή που ο Μάττι πάει να βγεί από την άλλη πόρτα.]
ΕΥΑ: Θέλω αυτή τη στιγμή να με πάτε στο σταθμό!
ΜΑΤΤΙ: Πέντε λεπτά να πάρει η Στουντεμπάκερ μπροστά. Θα σας περιμένω
στην είσοδο.
ΕΥΑ: Ωραία. Δεν με ρωτάτε γιατί πάω στο σταθμό;
ΜΑΤΤΙ: Θα θέλετε το 11 και 10 για το Έλσινγκφορ.
ΕΥΑ: Και δεν σας εκπλήσσει!
ΜΑΤΤΙ: Γιατί να μ’ εκπλήξει; Τίποτα δεν αλλάζει ούτε και σε τίποτα
ωφελεί όταν οι σωφέρ εκπλήσσονται. Τ’ αφεντικά ποτέ δεν το
προσέχουν. Είναι σκέτη ανοησία.
ΕΥΑ: Θα πάω για μερικές εβδομάδες, στις Βρυξέλες σε μιά φίλη μου και δεν
θέλω να ενοχλήσω τον πατέρα μου. Πρέπει να μου δανείσετε
διακόσια μάρκα για το εισιτήριο. Μόλις γράψω στον πατέρα μου,
θα σας τα επιστρέψει φυσικά.
ΜΑΤΤΙ: [Χωρίς ενθουσιασμό.] Μάλιστα.
ΕΥΑ: Δεν πιστεύω να φοβάστε για τα λεφτά σας. Ο πατέρας μου μπορεί να μην
ενδιαφέρεται για το ποιόν αρραβωνιάζομαι, αλλά ποτέ δεν θά
‘θελε να σας χρωστάει.
ΜΑΤΤΙ: [Θυμόσοφα.] Δε νομίζω πως θα σκεφτεί εμένα όταν μάθει πως
φύγατε.
ΕΥΑ: Λυπάμαι πολύ που σας τα ζήτησα.
ΜΑΤΤΙ: Ο πατέρας σας θα φρίξει όταν μάθει ότι παρατήσατε τον αρραβώνα
και το σκάσατε μες στη νύχτα. Δεν πρέπει να τον παρεξηγείτε,
επειδή σας συμβούλεψε κάποια στιγμή, που είχε πιεί τα ποτηράκια
του, να πάρετε εμένα. Μόνο την ευτυχία σας θέλει δεσποινίς Εύα.
Το ξέρω καλά. Όταν είναι πιομένος ενεργεί μόνο με το αίσθημά
του. Όταν είναι ξεμέθυστος όμως, ξαναβρίσκει το μυαλό του και
τότε σας αγοράζει έναν Ακόλουθο που ν’ αξίζει τα λεφτά του και
σείς θα γίνεται κυρία πρεσβευτού στο Παρίσι ή ακόμα και
υπουργίνα. Και τότε θα κάνετε ότι σας αρέσει. Μα ό,τι σας
αρέσει!
ΕΥΑ: Τώρα με συμβουλεύετε να πάρω τον Ακόλουθο;
ΜΑΤΤΙ: Δεσποινίς Εύα, η οικονομική σας κατάσταση, δεν σας επιτρέπει να
πάτε κόντρα στον πατέρα σας.
ΕΥΑ: ‘Ωστε την αλλάξατε την αποψή σας! Είστε σωστή ανεμοδούρα: Τα όμορφα
λόγια σας προέρχονται από το φόβο μη χάσετε τα λεφτά για το
εισιτήριό μου.
ΜΑΤΤΙ: Προσθέστε ότι θα κινδυνέψει και η θέση μου, που δεν τη βρίσκω
και τόσο άσκημη.
ΕΥΑ: Είστε πολύ υλιστής κύριε Αλτόνεν ή όπως λένε οι όμοιοί σας, ξέρετε
από ποιά μεριά της φέτας είναι το βούτυρο. Βλέπω τώρα, πως δεν
είναι μόνο όσοι έχουν λεφτά, που σκέφτονται τα λεφτά.
ΜΑΤΤΙ: Λυπάμαι πολύ που σας απογοήτευσα, αλλά με ρωτήσατε πολύ άμεσα.
Αν τ’ αφήνατε να πλανιέται, έτσι, σαν υπονοούμενο μονάχα, δεν θα
γινόταν καθόλου λόγος για λεφτά. Τα λεφτά, σ’ όλες τις
περιπτώσεις, προκαλούν παραφωνίες.
ΕΥΑ: [κάθεται.] Δεν θα παντρευτώ τον Ακόλουθο.
ΜΑΤΤΙ: Τώρα που το σκέφτομαι προσεκτικά, δεν καταλαβαίνω γιατί δεν
θέλετε ακριβώς αυτόν; Έτσι κι αλλιώς όλοι τους ίδιοι είναι, τους
ξέρω. Είναι καλοαναθρεμμένοι, δεν θα σας πετάνε το παπούτσι στο
κεφάλι, ακόμα κι αν είναι μεθυσμένοι, δεν δίνουν σημασία στα
λεφτά, ιδιαίτερα όταν δεν είναι δικά τους και ξέρουν να
εκτιμήσουν μιά γυναίκα, όπως το κάνουν και με το κρασί. Τους τά
‘χουνε μάθει αυτά.
ΕΥΑ: Δεν παίρνω τον Ακόλουθο. Νομίζω πως θα πάρω εσάς.
ΜΑΤΤΙ: Αυτό τι σημαίνει ακριβώς;
ΕΥΑ: Ο πατέρας μου θα μπορούσε να μας δώσει την πριονοκορδέλλα.
ΜΑΤΤΙ: Θέλετε να πείτε, να τη δώσει σε σας!
ΕΥΑ: Να τη δώσει σε μας, όταν παντρευτούμε.
ΜΑΤΤΙ: Στην Καρελία είχα δουλέψει σ’ ένα χτήμα, όπου το αφεντικό ήτανε
πρώην δούλος. Η αξιότιμος κυρία του, τον έστελνε πάντα για
ψάρεμα, όταν ερχόταν στο σπίτι ο ιεροκήρυκας. Στο σαλόνι, όταν
είχαν επισκέπτες, άνοιγε τα μπουκάλια με το κρασί κι ύστερα
καθότανε κοντά στη σόμπα κι έριχνε πασιέντζες. Τώρα έχουνε
μεγάλα παιδιά που του φέρονται, σα νά ‘τανε σκύλος. “Έκτωρ, φέρε
μου γρήγορα τις γαλότσες και μη χαζεύεις”. Αυτό δεν είναι του
γούστου μου δεσποινίς Εύα.
ΕΥΑ: Βέβαια, θέλετε νά’ στε κύριος. Φαντάζομαι πως θα μεταχειριζόσαστε
μιά γυναίκα!
ΜΑΤΤΙ: Τό ‘χετε λοιπόν σκεφτεί;
ΕΥΑ: Όχι, φυσικά. Νομίζετε πως όλη μέρα δεν κάνω τίποτ’ άλλο παρά να
σκέφτομαι εσάς; Αναρωτιέμαι πως φτάσατε σ’ αυτό το συμπέρασμα!
Πάντως, να ξέρετε, έχω μπουχτίσει να σας ακούω να μιλάτε διαρκώς
για τον εαυτό σας. Τι θα θέλατε, τι ακούσατε, τι ταιριάζει στα
γούστα σας και καταλαβαίνω βέβαια τι κρύβεται κάτω απο τις δήθεν
αθώες μπηχτές σας. Μου είστε εντελώς ανυπόφορος. Ποτέ δεν μ’
άρεσαν οι εγωιστές, να το ξέρετε.
[Η Εύα φεύγει. Ο Ματτί ξαναπιάνει την εφημερίδα του.]
7.- Ο ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΑΡΡΑΒΩΝΙΑΣΤΙΚΩΝ
ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΠΟΥΝΤΙΛΑ
[Αυλή στο χτήμα. Είναι Κυριακή πρωί. Στη βεράντα του
υποστατικού, ο Πούντιλα μαλώνει με την Εύα, ενώ ξυρίζεται. Από μακρυά
ακούγονται καμπάνες.]
ΠΟΥΝ: Θα παντρευτείς τον Ακόλουθο και δεν ακούω τίποτα! Αλλιώς σ’
αποκληρώνω! Ούτε πεντάρα! Είμαι υπεύθυνος για το μέλλον σου.
ΕΥΑ: Τις προάλλες μου είχες πεί να μην τον πάρω γιατί δεν είναι άντρας.
Και μου είπες να παντρευτώ εκείνον που αγαπώ.
ΠΟΥΝ: Πολλά λέω όταν έχω πιεί. Και δεν μ’ αρέσει να με κοροϊδεύεις με τα
ίδια μου τα λόγια. Κοίτα μη σε ξαναδώ με το σωφέρ γιατί χάθηκες.
Τι τρομερό σκάνδαλο θα ήταν, αν σ’ έβλεπε και ξένος κόσμος, να
βγαίνεις απο τη σάουνα με το σωφέρ. [Ξαφνικά κοιτάζει κάπου
μακρυά και μουγκρίζει.] Γιατί είναι τ’ άλογα μες στο τριφύλλι;
ΕΥΑ: Ο νεαρός σταυλίτης τα πήγε.
ΠΟΥΝ: [Φωνάζει.] Διώχτα αμέσως! Λίγο να λείψω διαλύεται το χτήμα. Γιατί
είναι τ’ άλογα στο τριφύλλι; Γιατί ο σταυλίτης τά ‘χει με την
περιβολάρισσα. Γιατί ο ταύρος πήδηξε τη μικρή γελάδα, πού ‘ναι
αχρόνιαγη ακόμα και θα μου μείνει κοντοστούπα; Επειδή η
γελαδάρισσα τά ‘χει με τον γιατρουδάκο και ο ταύρος αλωνίζει σαν
αφεντικό. Και γιατί πούλησα μόνο 500 κιλά ντομάτα φέτος; Επειδή
η περιβολάρισσα πηδιέται όπου βρεί με το σταυλίτη. Οι ντομάτες
για μένα είναι χρυσορυχείο! Απαγορεύω αυτούς τους έρωτες στο
χτήμα μου. Μου κοστίζουν πολύ ακριβά! Δεν θα το κάνουμ’ εδώ
μέσα Σόδομα και Γόμμορα! Να τ’ ακούστε καλά αυτά που λέω εσύ κι
ο σωφέρ σου. Θα πάρω μέτρα! Δεν θα μου καταστρέψετε εσείς το
χτήμα!
ΕΥΑ: Δεν καταστρέφω το χτήμα.
ΠΟΥΝ: Σε προειδοποιώ! Δεν θα ανεχτώ σκάνδαλα. Εγώ προσπαθώ να σε παντρέψω
για να μπεις στην ανώτερη κοινωνία, [Φουντώνει.] Έξη χιλιάδες
μάρκα θα μου κοστίσει αυτός ο γάμος κι ένα ολόκληρο δάσος!
Ξέρεις τι είναι ένα δάσος;
[Ο Μάττι έχει μπει στην αυλή και ακούει.]
Καταξοδεύτηκα για την ανατροφή σου κι αντί για ευχαριστώ, εσύ
τα φτιάχνεις με το σωφέρ μου. Σ’ έστειλα στις Βρυξέλες για να
μάθεις να κρατάς απόσταση ασφαλείας απο το υπηρετικό προσωπικό,
αλλιώς αποθρασύνονται και θα σε πατήσουνε στο σβέρκο. Δέκα
βήματα απόσταση και χωρίς οικειότητες, αλλιώς επέρχεται το χάος!
Επ’ αυτού θα είμαι σκληρός σαν ατσάλι! [Μπαίνει στο σπίτι.]
[Στην είσοδο του υποστατικού εμφανίζονται οι τέσσερες γυναίκες απο την
Κούργκελα. Συσκέπτονται. Μετά βγάζουν τις μαντύλες απο το κεφάλι τους,
φορούν στεφάνια απο πλεγμένο άχερο και σπρώχνουν μπροστά τη Σάντρα την
τηλεφωνήτρια, που μπαίνει πρώτη στην αυλή.]
ΣΑΝΤΡΑ: Καλημέρα! Θά ‘θελα να μιλήσω στον κύριο Πούντιλα.
ΜΑΤΤΙ: Δεν το βλέπω για σήμερα, δεν έχει τα κέφια του.
ΣΑΝΤΡΑ: Μα είναι δυνατόν να μην δεχτεί την αρραβωνιαστικιά του;
ΜΑΤΤΙ: Σας έχει αρραβωνιαστεί;
ΣΑΝΤΡΑ: Κατά τη γνώμη μου, ναι!
ΠΟΥΝ: [Φωνάζει από μέσα.] Και κάτι λέξεις, όπως έρωτας και αγάπη, σου
απαγορεύω να τις ξεστομίσεις απο δω και πέρα. Το γουρούνι που
σφάξαμε, δεν ξαναγυρίζει στη γούρνα του, επειδή εσύ άλλαξες
γνώμη. Η απόφασή μου είναι αμετάκλητη. Αν δεν συμμορφωθείς θα σε
κλειδώσω στα δωμάτιό σου. Τέρμα!
[Ο Μάττι παίρνει μια μεγάλη σκούπα και σκουπίζει την αυλή.]
ΣΑΝΤΡΑ: Η φωνή αυτού του κυρίου μου φαίνεται γνωστή.
ΜΑΤΤΙ: Ε, βέβαια, αφού είναι η φωνή του αρραβωνιαστικού σας.
ΣΑΝΤΡΑ: Είναι και δεν είναι! Αλλιώς ακουγότανε η φωνή του στην
Κούργκελα.
ΜΑΤΤΙ: Α, στην Κούργκελα, όταν έψαχνε για νόμιμο αλκοόλ!
ΣΑΝΤΡΑ: Ίσως να φταίει το περιβάλλον. Εκεί η φωνή του ήταν τόσο
χαρούμενη, τόσο φιλική. Καθότανε στο αυτοκίνητο κι είχε στα
μάτια του τα ρόδα της αυγής.
ΜΑΤΤΙ: Γνωρίζω το πρόσωπο και γνωρίζω και της αυγής τα ρόδα. Σας
συμβουλεύω όμως, να γυρίσετε στα σπίτια σας, το ταχύτερο.
[Στην αυλή μπαίνει με τη σειρά της η Έμμα η λαθρεμπόρισσα.
Κάνει ότι δεν γνωρίζει την Σάντρα.]
ΕΜΜΑ: Ο κύριος Πούντιλα είν’ εδώ; Θέλω να του μιλήσω αμέσως.
ΜΑΤΤΙ: Δεν γίνεται δυστυχώς! Αλλά να η αρραβωνιαστικιά του, μπορείτε
να της μιλήσετε.
ΣΑΝΤΡΑ: [παίζοντας θέατρο.] Μπα, μπα! Η Έμμα Τακινάϊνεν δεν είν’ αυτή,
που πουλάει παράνομο αλκοόλ;
ΕΜΜΑ: Τι έκανε λέει; Εγώ παράνομη; Εγώ προμηθεύω τη γυναίκα του Αστυνόμου
και τη γυναίκα του Σταθμάρχη, τη μιά για να τρίβει τα πόδια
της κι η άλλη για να φτιάχνει το περίφημο λικέρ της. Υπάρχει πιό
νόμιμο σπίρτο; Και τι άκουσα! Η τηλεφωνήτρια η Σάντρα,
παρασταίνει την αρραβωνιαστικιά του αρραβωνιαστικού μου του
κυρίου Πούντιλα; Ε, αυτό παραείναι! Κουρέλα!
ΣΑΝΤΡΑ: Και δε μου λες εσύ, ρακοπατσαβούρα, τι βλέπεις στο δάχτυλό μου;
ΕΜΜΑ: Μιά κρεατοελιά! Για κοίτα το δικό μου! Εγώ είμ’ αρραβωνιασμένη, όχι
εσύ. Μού ‘δωσε να πιώ κρασί, μου φόρεσε και δαχτυλίδι!
[Φτάνουν στην αυλή η Λίζου και η Μάντα.]
ΛΙΖΟΥ και ΜΑΝΤΑ: Εδώ είν’ ο κύριος Πούντιλα; Πρέπει να του μιλήσουμε!
ΜΑΤΤΙ: Αρραβωνιαστικές και σείς απο την Κούργκελα; Τότε δε μένει εδώ.
Είμαι ο σωφέρ του και το ξέρω καλά. Ο κύριος Πούντιλα έχει το
ίδιο όνομα αλλά πρόκειται για συνωνυμία. Άλλον θ’
αρραβωνιαστήκατε.
ΛΙΖΟΥ: Μα είμαι η Λίζου Ζάκαρα, εμένα αρραβωνιάστηκε ο κύριος, μπορώ
να τ’ αποδείξω. Κι η Σάντρα μπορεί να τ’ αποδείξει. Κι αυτή
είναι αρραβωνιασμένη μαζί του.
ΕΜΜΑ: Βέβαια, μπορούμε να το αποδείξουμε. Είμαστε και οι τέσσερες νόμιμες.
[ Οι τέσσερες γυναίκες ξεσπάνε σε τρανταχτά γέλια.]
ΜΑΤΤΙ: Χαίρομαι που μπορείτε να τ’ αποδείξετε. Ας μιλήσουμε σοβαρά
τώρα. Αν ήτανε μία η επίσημη, δεν θά ‘δινα καμιά σημασία. Εδώ
όμως πρόκειται για τη φωνή του λαού! Κι αυτή τη φωνή την
αναγνωρίζω αμέσως. Προτείνω λοιπόν στις αρραβωνιαστικιές του
κυρίου Πούντιλα, να ιδρύσουν πάραυτα ένα Σωματείο. Κι αμέσως
προκύπτει ένα σπουδαίο ερώτημα. Τι προτίθεστε να κάνετε;
ΣΑΝΤΡΑ: Να του το πούμε; Ε, να λοιπόν. Έχουμε πρόσκληση απο τον κύριο
Πούντιλα, να ‘ρθούμε κι οι τέσσερες στον μεγάλο αρραβώνα.
ΜΑΤΤΙ: Μιά τέτοια πρόσκληση αξίζει όσο το χιόνι του περασμένου χρόνου.
ΕΜΜΑ: Αυτό δε μοιάζει με καλοσώρισμα!
ΜΑΤΤΙ: Δε λέω πως θα σας διώξουν. Μόνο που ήρθατε πολύ νωρίς. Πρέπει
να βρω τρόπο να σας εισαγάγω την κατάλληλη στιγμή. Τότε θα σας
υποδεχτούν σαν αρραβωνιαστικές όπως σας αξίζει.
ΜΑΝΤΑ: Ένα αστείο κάναμε, να ‘ρθούμε να χορέψουμε λιγάκι.
ΜΑΤΤΙ: Όταν πιάσουμε τον κύριο Πούντιλα μεθυσμένο, όλα θα πάνε καλά.
Τρελλαίνεται για χοντρές πλάκες. Βλέπω το σύλλογο των τεσσάρων
αρραβωνιαστικών, να μπαίνουν στο σαλόνι κρατώντας για λάβαρο μιά
κυλότα και τραγουδώντας τον ύμνο του Τάβαστλαντ. Ο παπάς θα
μείνει ξερός κι ο Δικαστής θα πεθάνει στα γέλια μόλις το δεί.
[Ξεσπάνε όλοι σε γέλια.]
ΕΜΜΑ: Θα βγεί τίποτα και για μας; Ένα καφεδάκι, ένας μεζές, κανας χορός!
ΜΑΤΤΙ: Αυτό είναι μιά νόμιμη διεκδίκηση του συλλόγου, επειδή σας
δώσανε υποσχέσεις κι έπειτα κάνατε και έξοδα. Με το τρένο δεν
ήρθατε;
ΕΜΜΑ: Τρίτη θέση.
ΜΑΤΤΙ: Φυσικά.
[Η Φίνα κουβαλάει στο σπίτι ένα κεφάλι βούτυρο.]
ΛΙΖΟΥ: Πω, πω, τι ευωδιά! Ολόπαχο είναι!
ΜΑΝΤΑ: Περπατάμε τόσες ώρες απ’ το σταθμό. Δεν ξέρω πως σας λένε αλλά
θα μπορούσατε ίσως να μας προσφέρετε ένα ποτήρι γάλα;
ΜΑΤΤΙ: Γάλα; Πριν απ’ το μεσημέρι; Θα σας κόψει την όρεξη!
ΛΙΖΟΥ: Δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος!
ΜΑΤΤΙ: Αντί γιαυτό θά ‘ταν προτιμώτερο να προμηθεύσω στον
αρραβωνιαστικό ένα ποτήρι με κάποιο άλλο πιοτό.
ΣΑΝΤΡΑ: Η αλήθεια είναι πως η φωνή του ακύστηκε λίγο στεγνή.
ΜΑΤΤΙ: Η Σάντρα τό ‘πιασε αμέσως! Κατάλαβε πως είναι προτιμώτερο να
ποτίσω αυτόν, παρά εσάς.
ΛΙΖΟΥ: Είν’ αλήθεια πως έχει έναν περίδρομο γελάδες ο κύριος Πούντιλα;
ΣΑΝΤΡΑ: Μα τι κάθεσαι και συζητάς, δεν άκουσες τη φωνή του;
ΜΑΤΤΙ: Φαίνεστε έξυπνες και λογικές. Για την ώρα αρκεστείτε στην
τσίκνα που μας έρχεται απο την κουζίνα.
[Ο σταυλίτης κι η μαγείρισσα κουβαλάνε στο σπίτι ένα σφαγμένο
γουρουνόπουλο.]
ΛΙΖΟΥ: Αυτό μάλιστα! Μπορεί να χορτάσει κόσμο!
ΜΑΝΤΑ: Ας ελπίσουμε πως θα το ψήσουνε καλά! Να ξέρουν άραγε;
ΣΑΝΤΡΑ: Βάλτε του και λίγη μαντζουράνα!
ΕΜΜΑ: Θα μπορούσα κρυφά να ξεκουμπώσω λίγο τη φούστα μου; Μού’ ρχεται απο
τώρα στενή.
ΣΑΝΤΡΑ: Μπορεί να σε δεί ο κύριος Πούντιλα!
ΜΑΤΤΙ: Ε, ρε τι τραπέζωμα θα γίνει το μεσημέρι, το φαντάζεστε; Θα
καθείστε δίπλα-δίπλα με τον Αρχιδικαστή του Βίμποργκ. Θα του πω
λοιπόν: [στήνει το σκουπόξυλο στο έδαφος και του μιλά.]
Εντιμότατε, έχετε μπροστά σας τέσσερες άπορες κορασίδες, που
φοβούνται ότι θα απορριφθεί η απαίτησή τους. Περπατήσανε πολύ
πάνω στους λασπωμένους δρόμους, για να φτάσουνε σ’ αυτόν που
τους φόρεσε δαχτυλίδια και τις αρραβωνιάστηκε κατά την παράδοση.
Αποδώστε δικαιοσύνη, Εντιμότατε, γιατί σας προειδοποιώ: Αν δεν
δικαιώσετε αυτά τα κορίτσια, θά ‘ρθει ώρα, που δεν θα υπάρχει
πιά, Ανώτατο Δικαστήριο στο Βίμποργκ!
ΣΑΝΤΡΑ: Μπράβο!
ΜΑΤΤΙ: Ο Δικηγόρος θα πιεί κι αυτός στην υγειά σας. Τι θα του πείς
Έμμα Τακινάϊνεν;
ΕΜΜΑ: Θα του ζητήσω, μιά και τα καταφέρνει όλα τόσο καλά, να μου
συμπληρώσει τη φορολογική μου δήλωση και να πατήσει μια κατσάδα
στους ελεγκτές. Κι ακόμα να φροντίσει ν’ απολυθεί ο άντρας
μου απο το στρατό, γιατί δεν τα βγάζω μόνη μου πέρα στο
πατατοχώραφο. Και να πεί του μπακάλη να μη με κλέβει στη ζάχαρη
και στο πετρέλαιο.
ΜΑΤΤΙ: Αυτό σημαίνει να εκμεταλεύεσαι τις ευκαιρίες! ‘Ομως αν θα
παντρευτείς τον κύριο Πούντιλα, θα πληρώνεις τους φόρους σου
χωρίς να σε νοιάζει. Θα τσουγκρίσετε και με το γιατρό ένα
ποτηράκι. Τι θα του πείτε αυτουνού;
ΣΑΝΤΡΑ: Κυρ-Γιατρέ, θα του πω, έχω ακόμα κείνες τις σουβλιές στα νεφρά
αλλά μη κατσουφιάζεις, θα σε πληρώσω μόλις παντρευτώ τον κύριο
Πούντιλα. Λίγη υπομονή μονάχα γιατί ακόμα δεν μπήκε ο τέντζερης
στη φωτιά και σείς είστε υπεύθυνος για τη λαϊκή υγεία!
[Δυό εργάτες κυλάνε ένα βαρέλι μπύρα κατά το σπίτι.]
ΕΜΜΑ: Ε, ρε μανούλα μου, ένα βαρέλι μπύρα!
ΜΑΤΤΙ: Θά ‘ναι κι ο παπάς εκεί. Τι θα του πείτε αυτουνού;
ΛΙΖΟΥ: Απο τούτη τη στιγμή, θα του πω, θά ‘χω και γω καιρό νά ‘ρχομαι
στην Εκκλησία τις Κυριακές. Όταν μου κάνει κέφι, βέβαια!
ΜΑΤΤΙ: Πολύ σύντομη πρόποση! Θα προσθέσω λοιπόν: Σήμερα, παπά μου, που
η Λίζου η γελαδάρισσα τρώει σε πορσελάνινο πιάτο, πρέπει
εξάπαντος να είστε ευτυχισμένος, γιατί όπως λένε οι γραφές,
μπροστά στον Κύριο και Θεό, όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι. Γιατί
λοιπόν να μην είναι ίσοι και μπροστά στον κύριο Πούντιλα; Κι
όταν θα γίνει αφεντικίνα στο υποστατικό, δεν θα ξεχνάει να σας
στέλνει τις μπουκάλες απ’ το καλό κρασί στα γενέθλιά σας, όπως
γίνεται μέχρι τώρα. Κι έτσι θα εξακολουθήσετε να μιλάτε με τη
γνωστή σας ευφράδεια απο του άμβωνος, περι των ουρανίων
λειμώνων, τώρα που η Λίζου δεν θά ‘ναι πιά υποχρεωμένη να
αρμέγει τις γελάδες επί των επιγείων λειμώνων!
[Στη διάρκεια του λογιδρίου του Μάττι, ο Πούντιλα έχει βγεί στη βεράντα κι
ακούει σκοτεινιασμένος.]
ΠΟΥΝ: Όταν τελειώστε το κήρυγμα, ειδοποιείστε με! Ποιές είναι όλες αυτές;
ΣΑΝΤΡΑ: [Γελώντας.] Οι αρραβωνιαστικές σας κύριε Πούντιλα, πρέπει να
μας γνωρίζετε!
ΠΟΥΝ: Εγώ; Δεν γνωρίζω καμιά σας.
ΕΜΜΑ: Δεν μπορεί! Δε βλέπετε το δαχτυλίδι; Πρέπει να μας γνωρίζετε!
ΜΑΝΤΑ: Το δαχτυλίδι απ’ το κουρτινόξυλο του φαρμακείου στην Κούργκελα!
ΠΟΥΝ: Τι κουταμάρες μου κοπανάτε; Τι ζητάτ’ εδώ;
ΜΑΤΤΙ: Κύριε Πούντιλα, δεν είναι ίσως η κατάλληλη ώρα, αλλά ιδρύσαμε
έναν σύλλογο των αρραβωνιαστικών του κυρίου Πούντιλα, για να
συνεισφέρουμε στη γιορταστική ατμόσφαιρα των αρραβώνων.
ΠΟΥΝ: Γιατί όχι κι ένα συνδικάτο! Όπου σουλατσάρεις εσύ, εύκολα ξεφυτρώνει
κάτι τέτοιο. Σε ξέρω καλά, ξέρω τι εφημερίδα διαβάζεις.
ΕΜΜΑ: Έν’ αστείο κάναμε μόνο, για να μας κεράσετε έναν καφέ!
ΠΟΥΝ: Τα ξέρω τ’ αστεία σας! Ήρθατε να μ’ εκβιάσετε για να ρίξω κανένα
κοψίδι στην καταβόθρα σας!
ΟΛΕΣ: Όχι, όχι, όχι! Μα τι λέτε;
ΠΟΥΝ: Έτσι λοιπόν! Βάλατε με το νού σας να φάτε και να πιείτε μιά ολόκληρη
μέρα σε βάρος μου! Χαθείτε απο τα μάτια μου πρίν ειδοποιήσω την
Αστυνομία. Εσύ είσαι η τηλεφωνήτρια της Κούργκελα, σε θυμάμαι.
Να δούμε τι μούτρα θα κάνει ο Διευθυντής του Ταχυδρομείου όταν
μάθει για τα καμώματά σου. Και σείς οι άλλες, θα μάθω εγώ ποιές
είσαστε.
ΕΜΜΑ: Καταλαβαίνουμε κύριε Πούντιλα, μην ανησυχείτε! Το μόνο που θέλαμε
ήτανε νά ΄χουμε μιά ανάμνηση για τα γερατειά μας. Να, ας πούμε,
αν καθήσω για λίγο εδώ χάμου στην αυλή σας, θά ‘χω να το λέω πως
είμουνα και γώ καλεσμένη στο χτήμα του κυρίου Πούντιλα.
[Κάθεται κατά γής.] Ορίστε, τώρα δεν θα μπορεί κανείς να με
διαψεύσει. Και δεν κάθομαι σε καμιά καρέκλα σας αλλά κάθομαι
πάνω στο γυμνό χώμα του Τάβαστλαντ, που όπως γράφουνε τα σχολικά
τεφτέρια, απαιτεί μόχθο αλλά αμοίβει το μόχθο. Το μόνο που δε
λένε είναι, από ποιόν παίρνει το μόχθο και σε ποιόν δίνει την
αμοιβή. [Τραγουδάει.]
Λίμνες, βουνά και σύγνεφα
και πράσινα δάση της χαράς
μέχρι κάτου τον Άαβο τον ποταμό
χώρα μου αγαπημένη πόσο σ’ αγαπώ!
Σωστά τα λέω; Και τώρα βάλτε ένα χεράκι να σηκωθώ, μη μ’
αφήνετε άλλο, σ’ αυτήν την ιστορική θέση!
ΠΟΥΝ: Ξεκουμπιστείτε απο το χτήμα μου!
[Οι τέσσερες γυναίκες πετάνε χάμου τα στεφάνια τους και φεύγουν απο την
αυλή. Ο Μάττι παίρνει τη σκούπα και σαρώνει τ’ άχερα.]
8.- ΦΙΝΛΑΝΔΕΖΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
[Δρόμος. Οι τέσσερες γυναίκες γυρίζουν σπίτι τους.]
ΕΜΜΑ: Δεν τα βγάζει κανείς πέρα με τ’ αφεντικά! Όταν είναι πιωμένοι σε
τσιμπάνε και σε χουφτώνουνε και θέλει αγώνα να ξεφύγεις το
κουτούπωμα. Κι ύστερα, μέσα σε πέντε λεφτά, λες και τους
τσίμπησε μύγα, μπορεί να σε πάρουνε στο κυνήγι και να φωνάξουνε
την αστυνομία. Βγήκε ένα καρφί στο παπούτσι μου.
ΣΑΝΤΡΑ: Σού ‘φυγ’ η σόλα.
ΛΙΖΟΥ: Τι να σου κάνει και το παπούτσι! Πέντε ώρες περπατάμε!
ΕΜΜΑ: Τα διάλυσα! Θά ‘πρεπε να κρατήσουν ένα χρόνο ακόμα. Φέρτε μιά πέτρα.
[Κάθονται κι οι τέσσερες. Η Έμμα χτυπάει το καρφί.]
Σας έλεγα λοιπόν ότι δεν μπορείς να στηρίζεσαι στ’ αφεντικά, τη
μιά είν’ έτσι, την άλλη είν’ αλλιώς. Η γυναίκα του Διευθυντή
της Αστυνομίας με φωνάζει, ακόμα και μες στη νύχτα, να της τρίψω
τα πόδια γιατί πρίζονται και την πονάνε. Ε λοιπόν, ανάλογα πως
τα πάει με τον άντρα της που την κερατώνει, φέρεται και σε μένα.
Όταν διώχνει την υπηρέτρια, είναι στις καλές της και με κερνάει
γλυκό. Τον περασμένο μήνα που εκείνος βρήκε μιάν άλλη, η κυρά
έχασε ξαφνικά το μνημονικό της κι αντί δέκα φορές που τις είχα
τρίψει τα πόδια, θυμήθηκε και μου πλήρωσε μόνο τις έξη.
ΜΑΝΤΑ: Μωρέ άμα θέλουνε, το μνημονικό τους πετάει! Όπως εκείνος ο Πέκα
ο αμερικάνος πού ‘κανε λεφτά εκεί πέρα και μετά απο 20 χρόνια
ξαναγύρισε στους συγγενείς του. Αυτοί ψωμολυσσάγανε, αφού
ζητιανεύανε απο τη μάνα μου τις πατατόφλουδες. Για να τον
καλοπιάσουνε λοιπόν, τον τραπεζώσανε με μοσχαράκι ψητό. Εκείνος
τό ‘φαγε του καλού καιρού κι αμέσως θυμήθηκε πως είχε δανείσει
στη γιαγιά του 20 μάρκα πριν να φύγει για την Αμερική. Και τους
τα ζήταγε πίσω, ύστερ’ από είκοσι χρόνια!
ΣΑΝΤΡΑ: Μωρέ βρίσκουνε και τα κάνουν. Πρέπει βλέπεις να βρείς έναν
τρόπο για να γίνεις πλούσιος, δεν γίνεται αλλιώς! Μιά
χειμωνιάτικη νύχτα, που λέτε, ένας κολλήγος δικός μας, έπρεπε να
περάσει τ’ αφεντικό του με την άμαξα, πάνω απο την παγωμένη
λίμνα, για να βγούνε στ’ απέναντι χωριό. Ξέρανε πως η λίμνη
ήτανε ραγισμένη αλλά δεν ξέρανε πού ακριβώς. Τ’ αφεντικό
κατουρημένο απο το φόβο του, λέει στον κολλήγο: Για την
ασφάλειά μου θα περπατάς εσύ μπροστά κι αν με βγάλεις σώο
απέναντι, θα σου χαρίσω έν’ άλογο. Δώδεκα χιλιόμετρα με τα πόδια
πάνω στον πάγο ο κολλήγος. Μόλις φτάσανε στη μέση, αναθάρρεψε τ’
αφεντικό και του λέει: Αν με γλυτώσεις θα ‘χεις ένα κατσίκι.
Όταν φάνηκαν τα φώτα του χωριού, του ξαναλέει: Κάνε κουράγιο και
θά ‘χεις ένα κουνέλι. Πενήντα μέτρα από την όχθη της λίμνας, το
κουνέλι τό ‘κανε πουλακίδα, κι όταν έφτασε πιά, σώος και
αβλαβής, τού ‘δωκε μισό μάρκο και του λέει: Με ταλαιπώρησες! Δεν
τα βγάνουμε πέρα με τα κόλπα τους, είμαστε πολύ βλάκες κι
είμαστε πάντα τα θύματα. Μοιάζουνε μ’ ανθρώπους βλέπεις, είναι
σαν και μας και μας ξεγελάνε. Αν μοιάζανε με λύκους ή με
όχεντρες, θά ‘ξερε κανείς να φυλαχτεί.
ΜΑΝΤΑ: Να μην αστειεύεσαι μαζί τους και ποτέ να μην παίρνεις τίποτ’
από δαύτους!
ΕΜΜΑ: Μιά κουβέντα είν’ αυτό! Αυτοί τά ‘χουν όλα και μείς δεν έχουμε
τίποτα. Όταν πεθαίνεις της δίψας, μπορείς να μην πιείς μιά
γουλιά από το ποτάμι;
ΜΑΝΤΑ: Τώρα που το λες, πεθαίνω της δίψας.
ΛΙΖΟΥ: Κι εγώ το ίδιο.
ΣΑΝΤΡΑ: Κάποιος από μας πάντα την πληρώνει.
ΛΙΖΟΥ: Στην Καουζάλα μιά δούλα γέννησε παιδί με το γιό τ’ αφεντικού.
Στο δικαστήριο, στο Έλσιγκφορς, εκείνος δεν παραδέχτηκε τίποτα
και με όρκο, για να γλυτώσει τη διατροφή. Η μάνα της έβαλ’ ένα
δικηγόρο και κείνος ακούμπησε μπροστά στον πρόεδρο, τα γράμματα
που της έστελνε ο λεγάμενος από το στρατό. Τότε φανήκανε καθαρά
τα πράματα κι αυτός θά ‘τρωγε πέντε χρόνια φυλακή, μόνο για την
ψευδορκία. Μόλις λοιπόν ο Δικαστής απόσωνε το πρώτο γράμμα, πάει
η δούλα μπροστά του κλαίγοντας, βουτάει τα γράμματα και φεύγει
τρέχοντας. Πάει και η διατροφή, πάνε όλα! Τα δάκρυα τρέχανε
βροχή απο τα μάτια της, όπως λένε. Η μάνα της τρελλάθηκε και
κείνος γέλαγε. Να ποιά είν’ η αγάπη!
ΣΑΝΤΡΑ: Μεγάλη βλακεία!
ΕΜΜΑ: Μην το λες, μπορεί νά ‘ναι κι εξυπνάδα. Ανάλογα με την περίσταση.
Ένας Άθης απο το Βίμποργκ, δεν είχε πάρει ποτέ τίποτ’ από
δαύτους. Παληκαράκι στα δεκαοχτώ του, είχε πολεμήσει με τους
κόκκινους και τον κλείσανε στο στρατόπεδο στο Τάμμερφορς κι
έτρωγε γρασίδι απο την πείνα, γιατί δεν τους δίνανε τίποτα. Η
μάνα του πήγε 80 χιλιόμετρα δρόμο για να του φέρει κάτι να φάει.
Ήτανε δούλα σ’ ένα χτήμα κι η κυρά, της έδωσε ένα ψάρι και λίγο
βούτυρο. Στο δρόμο την πήρε μιά βοϊδάμαξα και γλύτωσε λίγο τα
πόδια της. Λέει στον αγρότη: Πηγαίνω στο Τάμμερφορς να δω το γιό
μου τον Άθη πού ‘ναι στο στρατόπεδο για τους κόκκινους κι η κυρά
μου η καλή, μού ‘δωσε ένα ψάρι και λίγο βούτυρο να του τα πάω.
Μόλις άκουσ’ ο αγρότης ότι ο γιός της ήτανε κόκκινος, την
κατέβασε απο το κάρο. Όταν πέρναγε το ποτάμι, διηγήθηκε την
ιστορία της στις γυναίικες που πλένανε. Η Κυρά μου η καλή,
μούδωσε ένα ψάρι και λίγο βούτυρο, να τα πάω στο γιό μου τον
Άθη, πού ‘ναι στη φυλακή για τους κόκκινους. Κι όταν έφτασε
κάποτε στο Τάμμερφορς, ξαναείπε τα ίδια μπροστά στο Διοικητή που
έσκασε στα γέλια και την άφησε να μπεί, μ’ όλο που
απαγορευότανε. Έξω απο το στρατόπεδο έβλεπες ακόμα χορτάρι, αλλά
μέσα απο το αγκαθωτό συρματόπλεγμα ούτε χορτάρι υπήρχε ούτε
φύλλο στα δέντρα, όλα τά ‘χανε φάει. Αυτό είν’ αλήθεια ξέρετε!
Το γιό της τον Άθη, τρόμαξε να τον γνωρίσει, πετσί και
κόκκαλο ήτανε, είχε και δυό χρόνια να τον δει, εμφύλιος,
αιχμαλωσία…. “Άθη μου, του λέει, για κοίτα, σού ‘φερα ένα ψάρι
και βούτυρο, μου τά ‘δωσε η Κυρά για σένα”. Ο Άθης της είπε
καλημέρα, τη ρώτησε για τους ρευματισμούς της και για κάτι
γειτόνους, αλλά το ψάρι και το βούτυρο, δεν θα τά ‘παιρνε για
τίποτα στον κόσμο. Θύμωσε μάλιστα και τη μάλωσε: “Τα ζητιάνεψες
απ’ την Κυρά; Να τα πας πίσω και να της τα δώσεις. Εγώ δεν
παίρνω τίποτ’ από δαύτους”. Έτσι, ξανατύλιξε τα πράματα κι ας
ήτανε ο Άθης τόσο πεινασμένος, του είπε αντίο κι έφυγε πίσω,
πάλι ποδαρόδρομο. Όπου στεκότανε να ξαποστάσει, έλεγε τώρα: “Ο
Άθης μου, στο στρατόπεδο με τους κόκκινους, δεν πήρε το ψάρι και
το βούτυρο, επειδή τα ζητιάνεψα από την Κυρά κι αυτός δεν
παίρνει τίποτ’ από δαύτους”. Ο δρόμος ήτανε μακρύς κι αυτή ήτανε
πολύ γριά και καθότανε πότε πότε στην άκρη του δρόμου και
τσίμπαγε λίγο απο το ψάρι και το βούτυρο, πού είχαν αρχίσει κι
όλας να βρωμάνε. Όμως στις γυναίκες στο ποτάμι λέει τώρα: “Ο
Άθης μου, στο στρατόπεδο για τους κόκκινους, δεν πήρε το ψάρι
και το βούτυρο, επειδή τα ζητιάνεψα απο την Κυρά του χτήματος κι
αυτός δεν παίρνει τίποτ’ από δαύτους”. Τά ‘λεγε και τα ξανάλεγε
σ’ όσους συναντούσε κι οι άνθρωποι μένανε μ’ ανοιχτό το στόμα.
Κι ο δρόμος ήταν 80 χιλιόμετρα μακρύς.
ΛΙΖΟΥ: Υπάρχουνε τέτοιοι, σαν τον Άθη της!
ΕΜΜΑ: Πολύ λίγοι!
[Σηκώνονται και προχωρούν σιωπηλές.]
9.- Ο ΠΟΥΝΤΙΛΑ ΑΡΡΑΒΩΝΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΜΕ ΕΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ
[Τραπεζαρία με μικρά τραπεζάκια κι έναν τεράστιο μπουφέ.Ο Παπάς, ο Δικαστής
κι ο Δικηγόρος, παίρνουν όρθιοι τον
καφέ τους. Σε μιά γωνιά κάθεται ο Πούντιλα και πίνει σιωπηλός. Δίπλα
χορεύουν με μουσική γραμμοφώνου.]
ΠΑΠΑΣ: Η αμφιβολία και η αδιαφορία βασιλεύουν στις μέρες μας. Σπάνια
να βρείς αληθινό πιστό. Έχω απελπιστεί με το λαό μας! Εγώ τους
σφυροκοπώ απο τον άμβωνα για να κατανοήσουν ότι χωρίς τη θέληση
του Κυρίου, ούτε ένα βατόμουρο δεν θα ωρίμαζε κι εκείνοι
καταβροχθίζουν τα πάντα στη φύση σαν να τους τα χρώσταγε. Η
απιστία θα πρέπει να αποδοθεί στην έμφυτη κακότητά τους, δεν
εξηγείται αλλιώς. Κι η τελευταία γελαδάρισσα διαθέτει ποδήλατο
κι όμως δεν πατάνε στην εκκλησία. Κηρύττω συνήθως προ κενών
στασιδίων. Τους έχει καβαλήσει ο Διάβολος! Προ ημερών, με
φώναξαν να μεταλάβω έναν ετοιμοθάνατο και καθώς του εξηγούσα τι
τον περιμένει στη μέλλουσα ζωή, τι μου λέει; “Λες η βροχή να μου
σαπίσει τις πατάτες!” Τέτοιες στιγμές έχεις την εντύπωση ότι όλη
η δουλειά μας απευθύνεται σε σκύλους!
ΔΙΚΑΣ: Σε καταλαβαίνω! Το να ζητάς να εκπολιτίσεις αυτούς τους
ασήμαντους ανθρώπους, είναι μάταιο!
ΔΙΚΗΓ: Κι εμείς οι δικηγόροι, τα ίδια τραβάμε! Ζούσαμε πλουσιοπάροχα
από τους μικροϊδιοκτήτες αγρότες, αυτά τα τσουρνάρια, με τον
ατσάλινο χαρακτήρα, που προκειμένου να διεκδικήσουν δικαστικά το
δίκιο τους, μπορούσαν να πληρώνουν το δικηγόρο μέχρι να μείνουν
αδέκαροι και να καταντήσουν ζητιάνοι. Και τώρα βέβαια βρίζονται
και σκοτώνονται για ψύλου πήδημα, για μισό μέτρο πετροχώραφο ή
για ένα ψωράλογο, αλλά μόλις αντιληφθούν ότι οι δίκες κοστίζουν
ακριβά, χάνουν την όρεξή τους και μπορούν να διακόψουν την πιό
όμορφη δίκη, μόνο και μόνο για να μην πληρώσουν το δικηγόρο.
ΔΙΚΑΣ: Σήμερα βασιλεύει το εμπόριο φίλτατοι! Η εποχή μας ισοπεδώνει τα
πάντα και οι παλιοί καλοί καιροί πάνε περίπατο! Πως μπορεί
κανείς να συνεχίσει την προσπάθεια, να δώσει κάποια
κουλτούρα σ’ αυτόν τον χυδαίο λαό!
ΔΙΚΗΓ: Αχ, σκυλίσια ζωή!
[Μπαίνει ο Ακόλουθος με τη γυναίκα του παπά.]
ΑΝΝΑ: Κύριε Πούντιλα έχετε εγκαταλείψει τους καλεσμένους σας! Ο κύριος
Υπουργός χορεύει μέσα με τη δεσποινίδα Εύα και σας αναζητά.
ΕΪΝΟ: Η κυρία σύζυγος του πάστορος, έδωσε τώρα μόλις στον Υπουργό μιά πολύ
χααριτωμένη και πολύ πνευματώδη απάντηση. Τη ρώτησε αν της
αρέσει η τζάζ. Κι εκείνη απάντησε πως με εκκλησιαστικό όργανο
δεν μπορεί να χορέψει κανείς κι επομένως δεν την ενδιαφέρει
καθόλου η τζάζ. Ο Υπουργός κόντεψε να πάθει έμφραγμα απο τα
γέλια, μ’ αυτό το εφυολόγημα. Τι λες γιαυτό Πούντιλα;
ΠΟΥΝ: [πολύ βαρύς.] Τίποτα! Δεν κριτικάρω τους καλεσμένους μου!
[κάνει νόημα στο Δικαστή να πάει κοντά του.] Φρειδερίκο, σ’
αρέσει αυτό το μούτρο;
ΔΙΚΑΣ: Ποιό μούτρο;
ΠΟΥΝ: Του Ακόλουθου. Πες μου σοβαρά.
ΔΙΚΑΣ: Πρόσεξε Γιόχαν, το πόντς είναι πολύ δυνατό.
[Ο Έϊνο μουρμουρίζει τη μελωδία που ακούγεται απο δίπλα και κινεί
τα πόδια του στο ρυθμό.]
ΕΪΝΟ: Αυτός ο ρυθμός σου γαργαλάει τα πόδια, ψέματα;
[Ο Πούντιλα κάνει νόημα στον Δικαστή, που προσπαθεί να κάνει πως δεν
βλέπει.]
ΠΟΥΝ: Φρειδερίκο, πες την αλήθεια! Πώς σου φαίνεται αυτό το πρόσωπο; Μου
κοστίζει ένα δάσος!
[Οι άλλοι κύριοι μουρμουρίζουν επίσης το “Γυρεύω την Τιτίνα”.]
ΕΪΝΟ: [με αφέλεια.] Δεν μπορώ να θυμηθώ καθόλου λόγια, αλλά ο ρυθμός είναι
στο αίμα μου.
[Ο Πούντιλα κάνει έντονα νοήματα κι ο Δικηγόρος θέλει να τραβήξει έξω τον
Ακόλουθο.]
ΔΙΚΗΓ: Κάνει αφόρητη ζέστη εδώ μέσα, ελάτε στο σαλόνι.
ΕΪΝΟ: Τώρα τελευταία όμως, συγκράτησα ένα στίχο. “We have no bananas”.
Μπορώ λοιπόν να αισιοδοξώ για τη μνήμη μου.
ΠΟΥΝ: Φρειδερίκο, κοίταξέ τον καλά και βγάλε απόφαση. Φρειδερίκο!
ΔΙΚΑΣ: Ξέρετε το ανέκδοτο με τον Εβραίο; Ένας Εβραίος λοιπόν, άφησε το
παλτό του κρεμασμένο στο καφενείο. Ο απαισιόδοξος λέει: “Θα το
ξαναπάρει.” Κι ο αισιόδοξος λέει: “Όχι δεν θα το ξαναπάρει”.
[Όλοι γελούν.]
ΕΪΝΟ: Και το ξαναπήρε; [Όλοι ξαναγελούν.]
ΔΙΚΑΣ: Φοβάμαι πως το νόημα σας διέφυγε.
ΠΟΥΝ: Φρειδερίκο!
ΕΪΝΟ: Μα για σταθείτε! Νομίζω πως αντιστρέψατε τις απαντήσεις. Ο αισιόδοξος
πρέπι να είπε: “Θα το ξαναπάρει.”!
ΔΙΚΑΣ: Όχι, ο απαισιόδοξος! Μα δεν καταλαβαίνετε πως το αστείο είναι
εδώ ακριβώς; Το παλτό είναι τόσο φθαρμένο, που είναι προτιμότερο
να το χάσει!
ΕΪΝΟ: Α, έτσι πές τε μου! Το παλτό είναι φθαρμένο. Αυτό μας το κρύψατε! Χα,
χα, χα! Είναι το πιό καταπληκτικό αστείο που άκουσα ποτέ μου!
ΠΟΥΝ: [Σηκώνεται σκοτεινός.] Τώρα αναλαμβάνω εγώ. Αυτόν τον άνθρωπο δεν τον
υποφέρω! Φρειδερίκο, αρνείσαι να μου απαντήσεις ευθέως, αν
πρέπει να βάλω ένα τέτοιο μούτρο στο σπίτι μου. Καλά λοιπόν,
μπορώ ν’ αποφασίσω και μόνος μου! Ένας άνθρωπος χωρίς χιούμορ,
για μένα δεν μπορεί να είναι άνθρωπος! [Με
στόμφο.]Εγκαταλείψετε αμέσως το σπίτι μου! Ναι, ναι, εσείς! Μη
γυρίζετε αλλού, δεν μιλάω σε άλλον!
ΔΙΚΑΣ: Γιόχαν, το παρατραβάς!
ΕΪΝΟ: Ας το ξεχάσουμε κύριοι! Δεν φαντάζεστε πόσο λεπτή είναι η θέση ενός
διπλωμάτη! Μιά μικρή μόνο ηθική κηλίδα μπορεί να του
καταστρέψει το agrement! Στο Παρίσι, στη Μονμάρτη, η πεθερά του
ακολούθου της Ρουμανικής Πρεσβείας, τις έβρεξε του εραστή της με
την ομπρέλα. Ε, έφτασε αυτό για να προκληθεί σκάνδαλο!
ΠΟΥΝ: Μιά ακρίδα με φράκο. Μιά ακρίδα που καταβροχθίζει δάση!
ΕΪΝΟ: [Φουντωμένος.] Όχι γιατί είχε ερωμένο, αυτό είναι το σύνηθες ούτε
βέβαια γιατί τον έδειρε, αλλά γιατί τον έδειρε με την ομπρέλα!
Αυτή είναι η χυδαιότης! Ιδού η απόχρωσις!
ΔΙΚΗΓ: Έχει δίκιο Πούντιλα, η τιμή του κρέμεται σε μιά κλωστή. Είναι
του Διπλωματικού Σώματος!
ΔΙΚΑΣ: Το πόντς ήταν πολύ δυνατό για σένα Γιόχαν!
ΠΟΥΝ: Δεν αντιλαμβάνεσαι πόσο σοβαρό είναι το ζήτημα.
ΠΑΠΑΣ: Ο κύριος Πούντιλα είναι ερεθισμένος! Άννα, ίσως θά
‘πρεπε να πας στο σαλόνι!
ΠΟΥΝ: Μην ανησυχείτε αγαπητή Κυρία, αυτό το πόντς είναι νεράκι για μένα,
δεν πρόκειται να χάσω τον έλεγχό μου. Αυτό που δεν μπορώ να
υπερνικήσω είναι η απέχθεια που μου προκαλούν τα μούτρα αυτού
του κυρίου και αντιλαμβάνεστε όλοι γιατί!
ΕΪΝΟ: Για το χιούμορ μου εκφράστηκε κολακευτικά η πριγκίπισσα Μπιμπέσκο.
Είπε στη λαίδη Όξφορντ, ότι μ’ ένα αστείο ή μιά bon mot γελώ
πριν ακόμα να το ακούσω. Τόσο γρήγορα αντιλαμβάνομαι!
ΠΟΥΝ: Να το χιούμορ του Φρειδερίκο!
ΕΪΝΟ: Όσο δεν αναφέρονται ονόματα κύριοι, το πράγμα είναι reparabl. Όταν
όμως προφερθεί όνομα, συνοδευόμενο με ύβρεις, τότε το πράγμα
καθίσταται irreparabl!
ΠΟΥΝ: Φρειδερίκο χάνομαι, ξέχασα τ’ όνομά του, δεν θα γλυτώσω ποτέ από
δαύτον! Α, διάολε, το θυμήθηκα! Ήτανε γραμμένο σ’ ένα χρεώγραφο
που αναγκάστηκα ν’ αγοράσω για να τον ξελασπώσω. Ο Έϊνο Σίλακα
είναι! Λες τώρα να προσβληθεί και να ξεκουμπιστεί από δώ;
ΕΪΝΟ: Κύριοί μου, έπεσε όνομα! Απο δω και πέρα, κάθε λέξη αποκτά βαρύνουσα
σημασία και πρέπει να ζυγίζεται με το καράτι!
ΠΟΥΝ: Δεν παίρνει χαμπάρι αυτός! [Ξαφνικά μουγκρίζει.] Χάσου απο τα μάτια
μου και να μην ξαναπατήσεις στου Πούντιλα το σπίτι. Δεν δίνω εγώ
την κόρη μου σε μιά φρακοφορεμένη ακρίδα!
ΕΪΝΟ: [Γυρίζει προς αυτόν.] Πούντιλα αυτή τη στιγμή με προσβάλεις! Περνάς
το λεπτότατο όριο του σκανδάλου, όταν με διώχνεις από το σπίτι
σου.
ΠΟΥΝ: Αυτό δεν αντέχεται, θα σκάσω! Εγώ άνθρωπέ μου προσπάθησα να σου δώσω
να καταλάβεις ότι η φάτσα σου μου προκαλεί αηδία και να
εξαφανιστείς μόνος σου από δω μέσα, χωρίς φασαρία, αλλά εσύ με
υποχρεώνεις να σου το πω ανοιχτά: Όξω κοπρίτη!
ΕΪΝΟ: Κύριοι, νομίζω ότι εθίγει η αξιοπρέπειά μου! Τα σέβη μου!
ΠΟΥΝ: Άντε κουνήσου, βάλτο στα πόδια! Όχι έτσι, θέλω να σε δω να τρέχεις!
[Ο Έϊνο που πήγαινε να κάνει μεγαλοπρεπή έξοδο, τρέχει πανικόβλητος.
Ο Πούντιλα τον παίρνει απο κοντά, φωνάζοντας.
Όλοι τον ακολουθούν εκτός απο την Άννα και τον Δικαστή.]
ΑΝΝΑ: Θα γίνει σκάνδαλο!
ΕΥΑ: [Μπαίνει.] Τι συμβαίνει; Τι γίνεται στην αυλή;
ΑΝΝΑ: Καλό μου παιδί, συνέβη κάτι πολύ δυσάρεστο! Θα χρειαστείς όλο σου το
θάρρος!
ΕΥΑ: Τι τρέχει.
ΔΙΚΑΣ: [Φέρνει ένα ποτήρι με τσέρυ.] Πιές το Εύα! Ο πατέρας σου
κατέβασε μιά κανάτα πόντς κι όταν είδε μπροστά του τον Έϊνο, τον
έπιασε ξαφνικά κάτι σαν αμόκ και τον πήρε στο κυνήγι.
ΕΥΑ: Το τσέρυ έχει πάρει μυρωδιά απο το φελό. Κρίμα! Και τι του είπε;
ΑΝΝΑ: Μα Εύα, τόση ψυχραιμία! Δεν τρελλαίνεσαι λοιπόν;
ΕΥΑ: Πως, βέβαια!
ΠΑΠΑΣ: [Μπαίνοντας.] Φρικιαστικό! Αποτρόπαιο!
ΑΝΝΑ: Μα τι άλλο έγινε;
ΠΑΠΑΣ: Μια φοβερή σκηνή στην αυλή! Του πέταγε πέτρες!
ΕΥΑ: Τον πέτυχε καμία;
ΠΑΠΑΣ: Δεν ξέρω, μπήκε στη μέση ο Δικηγόρος. Και στο σαλόνι, δίπλα, να
είναι ο Υπουργός!
ΕΥΑ: Θείε Φρειδερίκο, τώρα είμαι σίγουρη πως τον ξεφορτωθήκαμε. Ευτυχώς
που ήταν εδώ κι ο Υπουργός, αλλιώς το σκάνδαλο δεν θα είχε
κανένα αποτέλεσμα.
ΑΝΝΑ: Εύα!
[Μπαίνει ο Πούντιλα, από πίσω ο Μάττι και ακολουθούν η Λάϊνα και η Φίνα.]
ΠΟΥΝ: Μόλις τώρα είδα με τα μάτια μου, πόσο τιποτένιοι είναι οι άνθρωποι!
Πήγα στο σαλόνι να τους αναγγείλω ότι αντί ν’ αρραβωνιάσω την
κόρη μου με μιάν ακρίδα, αποφάσισα να την παντρέψω μ’ έναν
άνθρωπο! Τον Μάττι Αλτόνεν, που είναι φιλότιμος σωφέρ και φίλος
μου. Και τους προέτρεψα να πιούμε ένα ποτηράκι στην υγεία του
νέου ζεύγους. Και ποιά νομίζετε πως ήταν η αντίδρασή τους; Ο
Υπουργός που τον θεωρούσα για προσωπικότητα με κοίταξε έντρομος
σαν νά ‘βλεπε κανένα φάντασμα κι αμέσως ζήτησε τ’ αμάξι του για
να φύγει. Και φυσικά όλα τα πιθηκάκια τον μιμήθηκαν. Σιχασιά!
Αισθάνθηκα σα τους χριστιανούς μπροστά στα λιοντάρια αλλά δεν
κρατήθηκα. Τον πρόλαβα πρωτού να μπεί στ’ αμάξι του, τον άρπαξα
από το γιακά και του είπα πως είναι κι αυτός κοπρίτης και πως
τον έχω χεσμένο! Νομίζω πως συμφωνείτε μαζί μου.
ΜΑΤΤΙ: Κύριε Πούντιλα, δεν πάμε να κουβεντιάσουμε το ζήτημα στην
κουζίνα, με μιά κανάτα πόντς;
ΠΟΥΝ: Γιατί στην κουζίνα; Τώρα γιορτάζουμε τους αρραβώνες σας! Το άλλο
ήτανε μιά δική μου βλακεία. Μαζέψετε τα μικρά τραπεζάκια και
φτιάχτε ένα μεγάλο τραπέζι γιορταστικό. Ξεκινάμε! Φίνα, κάτσε
δίπλα μου!
[Κάθεται στη μέση του δωματίου κι όλοι φτιάχνουν μπροστά του, με τα μικρά
τραπεζάκια, ένα μεγάλο τραπέζι για φαγητό. Η Εύα κι ο Μάττι βγαίνουν να
φέρουν καρέκλες.]
ΕΥΑ: Μη με κοιτάς έτσι, σαν νά ‘μαι χαλασμένο αυγό. Με κοίταζες αλλιώτικα,
το θυμάσαι;
ΜΑΤΤΙ: Αυτό ήτανε pro forma.
ΕΥΑ: Τη νύχτα, όταν ήθελες να πάμε στο νησί για καβούρια, δεν ήτανε για τα
καβούρια!
ΜΑΤΤΙ: Ήτανε νύχτα κι έπειτα δεν πηγαίναμε για γάμο.
ΠΟΥΝ: Παπά, δίπλα στη γελαδάρισσα τη Λίζου. Κυρά παπαδιά, με τη
μαγείρισσα τη Λάϊνα. Φρειδερίκο, κάτσε και συ μιά φορά σ’ ένα
καθώς πρέπει τραπέζι.
[Όλοι κάθονται αναγκαστικά. Επικρατεί σιωπή.]
ΑΝΝΑ: Βάλατε τα μανιτάρια στα βάζα;
ΛΑΪΝΑ: Δεν τα βάζω σε σαλαμούρα, εγώ τα ξεραίνω.
ΑΝΝΑ: Πως το κάνετε;
ΛΑΪΝΑ: Τα μπουρλιάζω και τα κρεμάω στον ήλιο.
ΠΟΥΝ: Θέλω να πω δυό λόγια για τον αρραβωνιαστικό της κόρης μου. Έχω
μελετήσει προσεκτικά το χαρακτήρα σου Μάττι και δεν μιλάω μόνο
γιά την αξιοσύνη σου στη δουλειά, μιλάω κυρίως για την ανθρωπιά
σου. Παρακολουθούσα το βλέμμα σου το πρωί, όταν βγήκα στο
μπαλκόνι σαν τον Νέρωνα και κυνήγησα τις κοπέλες απο την
Κούργκελα, τυφλωμένος από την ηλίθια κρίση μου. Ξέρεις ότι όλη
μέρα σήμερα κλείστηκα στον εαυτό μου και σκεφτόμουνα τις
τέσσερες αυτές γυναίκες να γυρίζουνε με τα πόδια στην Κούργκελα,
χωρίς να τους έχω προσφέρει ούτ’ ένα ποτήρι νερό. Τι θα λένε για
μένα! Θα το ξεχάσεις αυτό ποτέ Μάττι;
ΜΑΤΤΙ: Το ξεχάσαμε κύριε Πούντιλα. Πές τε όμως στην κόρη σας, πως δεν
μπορεί να παντρευτεί ένα σωφέρ.
ΠΑΠΑΣ: Πολύ σωστά!
ΕΥΑ: Μπαμπά, ο Μάττι δεν πιστεύει πως θα μας δώσεις την
πριονοκορδέλα και λέει πως δεν θ’ αντέξω τη ζωή μ’ έναν σωφέρ.
ΠΟΥΝ: Τι λες γιαυτό Φρειδερίκο;
ΔΙΚΑΣ: Μη με ρωτάς εμένα και κυρίως μη με κοιτάς σαν
πληγωμένο θηρίο. Ρώτα τη Λάϊνα.
ΠΟΥΝ: Απευθύνομαι σε σένα Λάϊνα. Με θεωρείς ικανό να κάνω τσιγκουνιές για
την ίδια μου την κόρη και να μην της δώσω μιά πριονοκορδέλα κι
έναν ατμόμυλο, ακόμα κι ένα δάσος;
[Η Λάϊνα διακόπτει την ψυθιριστή συζήτησε που είχε με τη γυναίκα του παπά
γιά τα μανιτάρια, όπως μαντεύουμε απο τις χειρονομίες τους.]
ΛΑΪΝΑ: Ευχαρίστως να σας φτιάξω έναν καφέ κύριε Πούντιλα.
ΠΟΥΝ: Μάττι, σε ρωτώ ευθέως. Γαμείς καλά;
ΜΑΤΤΙ: Έτσι λένε κύριε Πούντιλα.
ΠΟΥΝ: Άσε τι λένε. Εσύ να μου πείς, μπορείς κατά πως πρέπει, έτσι κι αλλιώς
κι αλλιώτικα, αυτή είν’ ουσία. Αλλά δεν πρόκειται να μου
απαντήσεις, δεν αυτοδιαφημίζεσαι εσύ. Τη Φίνα την έχεις γαμήσει;
Θα ρωτήσω την ίδια. Τι, όχι; Μένω κατάπληκτος!
ΜΑΤΤΙ: Μην επιμένετε κύριε Πούντιλα.
[Η Εύα που είναι αρκετά πιωμένη, σηκώνεται και βγάζει λόγο.]
ΕΥΑ: Αγαπητέ Μάττι, σε παρακαλώ να με παντρευτείς, για ν’ αποκτήσω κι εγώ
έναν άντρα όπως οι άλλες. Αν θέλεις πάμε να ψαρέψουμε καβούρια
ακόμα και με τα χέρια. Δεν πιστεύω ότι είμαι τίποτα σπουδαίο,
όπως νομίζεις και μπορώ να ζήσω μαζί σου μ’ όλες τις δυσκολίες.
ΠΟΥΝ: Μπράβο!
ΕΥΑ: Μαζεύω στα γρήγορα τα πραματά μου και φεύγουμε για τη μάνα σου. Ο
πατέρας δεν έχει αντίρρηση.
ΠΟΥΝ: Τι αντίρρηση! Μπράβο! Το επικροτώ!
[Ο Μάττι σηκώνεται και κοπανάει στα γρήγορα δυό ποτήρια.]
ΜΑΤΤΙ: Δεσποινίς Εύα, μπορώ να κάνω τις μεγαλύτερες βλακείες για χάρη
σας, αλλά να σας παρουσιάσω στη μάνα μου, δεν γίνεται. Θα μείνει
στον τόπο η γριούλα. Το σπίτι μας ξέρετε, διαθέτει μόνο έναν
καναπέ. Κύριε πάστορα, περιγράψετε στην δεσποινίδα Εύα την
κουζίνα ενός φτωχικού, που είναι και κρεββατοκάμαρα και σαλόνι.
ΠΑΠΑΣ: Απαράδεκτη κατάσταση.
ΕΥΑ: Γιατί να την περιγράψει; Θα τη δω με τα μάτια μου.
ΜΑΤΤΙ: Και θα ζητήσετε από τη μάνα μου να σας δείξει το μπάνιο;
ΕΥΑ: Θα πηγαίνω στα δημοτικά λουτρά.
ΜΑΤΤΙ: Με τα λεφτά του κυρίου Πούντιλα; Νομίζεται πως είστε
ιδιοκτήτρια πριονοκορδέλας κι αλευρόμυλου, αλλά στην
πραγματικότητα δεν έχετε τίποτα. Αύριο το πρωί ο κύριος Πούντιλα
θα ξεμεθύσει και θα γίνει και πάλι ένας σώφρων και λογικός
γαιοχτήμονας.
ΠΟΥΝ: Σώπα Μάττι, μη μιλάς γιαυτόν τον Πούντιλα, τον κοινό μας εχθρό. Πάει
αυτός, πνίγηκε απόψε ο παλιάνθρωπος, μέσα σε μια γαβάθα πόντς.
Τώρα έγινα και πάλι άνθρωπος και είμ’ εδώ. Εμπρός, πιείτε και
σείς μαζί μου. Γίνετε και σείς άνθρωποι. Μη φοβάστε!
ΜΑΤΤΙ: Δε γίνεται δεσποινίς Εύα. Αν τολμήσω να παρουσιάσω στη μάνα
μου, μιά τέτοια γυναίκα σαν κι εσάς, θα μου ανοίξει το κεφάλι με
τον κόπανο. Αυτή είναι η αλήθεια.
ΕΥΑ: Μάττι, δεν έπρεπε να το πείς αυτό!
ΠΟΥΝ: Έχει δίκιο, το παρατράβηξες Μάττι. Η Εύα μπορεί νά ‘χει μερικά
ελατώματα και μπορεί, εκεί κατά τα 30 ή 35 της, να χοντρύνει σαν
τη μητέρα της, αλλά τώρα είναι αχτύπητη!
ΜΑΤΤΙ: Αυτό που λέω είναι ότι δεν γνωρίζει καθόλου την αληθινή ζωή και
ως εκ τούτου δεν κάνει για γυναίκα ενός σωφέρ.
ΠΑΠΑΣ: Συμφωνώ απολύτως!
ΜΑΤΤΙ: Μη γελάτε δεσποινίς Εύα! Αν σας περάσει απο εξετάσεις η μάνα
μου, θα σας κοπεί το γέλιο μαχαίρι και θα νοιώθατε μεγάλη
ταπείνωση.
ΕΥΑ: Γιατί δεν με δοκιμάζεις Μάττι; Είσαι σωφέρ κι εγώ είμαι η γυναίκα
σου, τι πρέπει να κάνω;
ΠΟΥΝ: Αυτό είναι! Φέρε κάτι Φίνα, να τσιμπολογάμε εμείς σιγά- κι εσύ Μάττι,
βάλε κάτω την Εύα και χτύπα την μέχρι να μελανιάσει.
ΜΑΤΤΙ: Κάτσε κάτω Φίνα, στο σπίτι μας δεν έχουμε υπηρέτες. Όταν μας
έρχονται ξένοι, τους βγάζουμε το καθημερινό μας. Φέρε ρέγγες
Εύα!
ΕΥΑ: Αμέσως, τρέχω! [Μπαίνει στο παιγνίδι με κέφι. Βγαίνει.]
ΠΟΥΝ: Μην ξεχάσεις το βούτυρο! Σε θαυμάζω Μάττι, για το ανεξάρτητο πνεύμα
σου και για την απόφασή σου να μην δεχτείς τίποτ’ από μένα.
Ποιός άλλος θα τό ‘κανε;
ΑΝΝΑ: Τα σαμπινιόν πρέπει νά ‘ναι μικρά όσο ένα κουμπί και δεν τ’ αλατίζω
αλλά τα ψήνω με λεμόνι και βούτυρο. Τα γαλατομανίταρα θέλουνε
σαλαμούρα.
ΛΑΪΝΑ: Τα γαλατομανίταρα είναι νόστιμα αλλά δεν είναι πρώτα. Τα
εκλεκτά είναι τα σαμπινιόν και τα πετρομανίταρα.
ΕΥΑ: [Φέρνει ένα πιάτο με ρέγγες.] Στο σπίτι μας δεν υπάρχει βούτυρο, έτσι
δεν είναι;
ΜΑΤΤΙ: Νά το το φαϊ μας! Από τότε που έφαγα σε πιάτο για πρώτη φορά,
έχω γνωριστεί με όλα τα μέλη της οικογενείας των ρεγγοειδών.
Πόσες φορές τη βδομάδα μπορείς να τρώς ρέγγες, Εύα;
ΕΥΑ: Αν είναι ανάγκη Μάττι…. και τρείς φορές!
ΛΑΪΝΑ: Πολύ περισσότερες δεσποινίς Εύα κι ας μην σας αρέσει!
ΜΑΤΤΙ: Πρέπει να μάθετε πολλά. Η μάνα μου, όταν δούλευε σ’ ένα
υποστατικό τις έτρωγε πέντε φορές κι η Λάϊνα τις τρώει οχτώ.
[Πιάνει μιά ρέγγα από την ουρά και τη σηκώνει ψηλά.]
Ω, ρέγγα! Προσφάι της φτωχολογιάς! Ω, ρέγγα εσύ, που χορταίνεις
όλη μέρα την πείνα μας και μας θερίζεις τ’ άντερα με την αλμύρα
σου! Εσύ πελεκάς τα δάση, εσύ οργώνεις και σπέρνεις τα χωράφια
μας, με τη δικιά σου δύναμη δουλεύουν οι μηχανές που λέγονται
εργάτες,μέχρι να βρούν τ’ αφεντικά το αεικίνητο. Ω, σκύλα ρέγγα,
αν δεν υπήρχες εσύ, θα ζητούσαν οι δούλοι να τρώνε χοιρινό και
τι θα γινόταν τότε η Φινλανδία!
[Την ξαναβάζει στο πιάτο, την κόβει σε κομμάτια και σερβίρει σε όλους
από ένα.]
ΠΟΥΝ: Σπάνια τρώω τέτοιο μεζέ. Αυτή η ανισότητα πρέπει να λείψει. Αν
μπορούσα, θα μάζευα τα έσοδα του υποστατικού σε μιά κάσσα κι
όποιος εργάτης θα χρειαζότανε κάτι, θα ‘ρχότανε να παίρνει. Έτσι
κι αλλιώς, χωρίς τη δική σας δουλειά, δεν θα υπήρχε τίποτα μέσα
στην κάσσα! Σωστό;
ΜΑΤΤΙ: Δεν σας το συμβουλεύω! Θα φτωχεύατε γρήγορα κι όλα θα τά
‘παιρνε η τράπεζα.
ΠΟΥΝ: Αυτό το λες εσύ! Εγώ λέω άλλο: Είμαι σχεδόν κομμουνιστής κι αν
είμουνα δούλος, θά ‘κανα τη ζωή του Πούντιλα κόλαση. Συνέχισε
την εξέταση, μ’ ενδιαφέρει.
ΜΑΤΤΙ: [Βγάζει την κάλτσα του και τη δείχνει.] Απο τα σημαντικότερα
ζητήματα είναι οι κάλτσες. Ξέρετε να τη μαντάρετε;
ΔΙΚΑΣ: Αυτό παραείναι! Για τις ρέγγες δε μίλησα. Φανταστείτε όμως το
Ρωμαίο, να ζητούσε απο την Ιουλιέτα να του μαντάρει τις κάλτσες!
Ένας έρωτας που ζητάει τέτοιες θυσίες, γρήγορα καταλείγει στα
δικαστήρια.
ΜΑΤΤΙ: Η φτωχολογιά δεν μαντάρει τις κάλτσες μόνο από έρωτα αλλά και
για λόγους οικονομίας!
ΠΑΠΑΣ: Δε νομίζω πως οι δεσποινίδες που πήραν την αγωγή τους στις
Βρυξέλλες και μάλιστα στη Σχολή Καλογραιών, φαντάστηκαν πως
μπορεί ποτέ ν’ αντιμετωπίσουν στη ζωή τους τέτοιο ενδεχόμενο!
[Η Εύα γυρίζει με κλωστή και με βελόνα. Αρχίζει να ράβει.]
ΜΑΤΤΙ: Ότι δεν σού ‘μαθαν οι καλόγριες θα το μάθεις τώρα. Δεν θα σε
κατηγορήσω εφ’ όσον δείχνεις καλή θέληση. Απλώς είσαι άτυχη. Δεν
σ’ έμαθαν τίποτα χρήσιμο. Και η ρέγγα προηγουμένως και η κάλτσα
τώρα, φανερώνουν τα τεράστια κενά της μόρφωσής σου.
ΦΙΝΑ: Θα μπορούσα να δείξω στη δεσποινίδα Εύα.
ΠΟΥΝ: Βάλε τα δυνατά σου Εύα, είσαι έξυπνη, θα τα καταφέρεις.
[Η Εύα δίνει στον Μάττι την κάλτσα, με δισταγμό.
Εκείνος τη σηκώνει ψηλά και την παρατηρεί, χαμογελώντας ξυνά.
Η κάλτσα είναι κακοραμμένη απελπιστικά.]
ΦΙΝΑ: Χωρίς αυγό, κι εγώ έτσι θα την έφτιαχνα.
ΠΟΥΝ: Γιατί δεν πήρες αυγό;
ΜΑΤΤΙ: Άγνοια! [Στον Δικαστή που γελάει.] Η κάλτσα καταστράφηκε, μη
γελάτε. [Στην Εύα.] Το να παντρευτείς ένα σωφέρ, είναι σωστή
τραγωδία και για σένα και γιά το σωφέρ. Θα πρέπει ν’ απλώνεις τα
πόδια σου μέχρι εκεί που φτάνει το πάπλωμα και θα σε πιάσει
πανικός όταν δείς ότι το πάπλωμα είναι τόσο κοντό, που δεν
φτάνει να σκεπάσει ούτε την κοιλιά. Όμως θα σου δώσω ακόμα
μιά ευκαιρία μήπως τα καταφέρεις καλύτερα.
ΕΥΑ: Ομολογώ ότι με την κάλτσα τά ‘κανα θάλασσα.
ΜΑΤΤΙ: Είμαι σωφέρ σ’ ένα υποστατικό κι εσύ κάνεις ένα σωρό δουλειές.
Πλένεις τα ρούχα, σφουγγαρίζεις, ανάβεις τη σόμπα, είναι
χειμώνας κι έρχομαι το βράδυ στο σπίτι ψόφιος. Εσύ τι κάνεις;
ΕΥΑ: Αυτό θα το καταφέρω Μάττι. Έλα στο σπίτι.
[Ο Μάττι πηγαίνει μερικά βήματα πιό πέρα και κάνει πως μπαίνει.]
ΕΥΑ: Μάττι! [Τρέχει και τον αγκαλιάζει.]
ΜΑΤΤΙ: Λάθος πρώτο! Όταν γυρίζω κουρασμένος, όχι τρυφερότητες και
σαχλαμάρες!
[Ο Μάττι κάνει πως πάει σε μιά βρύση και πλένεται. Απλώνει το χέρι του και
περιμένει. Η Εύα αμήχανη, αρχίζει και φλυαρεί.]
ΕΥΑ: Καημένε μου Μάττι, είσαι ψόφιος. Όλη μέρα βασανίζεσαι καλέ μου κι εγώ
θά ‘θελα τόσο να σε βοηθήσω!
[Η Φίνα της βάζει στα χέρια μιά πετσέτα και η Εύα τη δίνει στον Μάττι
ντροπιασμένη.]
ΕΥΑ: Με συγχωρείς, δεν κατάλαβα τι ήθελες.
[Ο Μάττι μουγκρίζει δύστροπα και κάθεται σε μιά καρέκλα μπροστά
στο τραπέζι. Μετά της απλώνει το πόδι για να του βγάλει το
παπούτσι. Ο Πούντιλα σηκώνεται όρθιος και παρακολουθεί με αγωνία.]
ΠΟΥΝ: Τράβα!
ΠΑΠΑΣ: Αυτό είναι ένα καλό μάθημα! Βλέπετε το αφύσικο του πράγματος;
ΜΑΤΤΙ: Δεν γίνεται και κάθε μέρα! Τι έκανες σήμερα;
ΕΥΑ: Ένακα μπουγάδα Μάττι.
ΜΑΤΤΙ: Τι έπλυνες;
ΕΥΑ: Τέσσερα μεγάλα σεντόνια.
ΜΑΤΤΙ: Φίνα πές της.
ΦΙΝΑ: Πλύνατε τουλάχιστον 17 σεντόνια και δυο κοφίνια με σκούρα.
ΜΑΤΤΙ: Το νερό τό ‘βαλες με το λάστιχο ή το κουβάλαγες με τους
κουβάδες, όπως εδώ στο χτήμα του Πούντιλα, που δεν έχει λάστιχο;
ΕΥΑ: Με τους κουβάδες.
ΜΑΤΤΙ: Για να δώ τα χέρια σου. Η μάνα μου τά ‘φαγε στο πλύσιμο και στη
φωτιά κι απόχτησε κάτι χοντροδαχτύλες, να! Κατακόκκινες!
Πρέπει να πλύνεις τη στολή μου, αύριο τη θέλω καθαρή.
ΕΥΑ: Ναί, Μάττι.
ΜΑΤΤΙ: Κάν’ το τώρα για να μη σηκωθείς απ’ τις πεντέμισι.
[Ο Μάττι ψάχνει απάνω στο τραπέζι, δίπλα του.]
ΕΥΑ: [Ανήσυχη.] Τι είν’ αυτό;
ΦΙΝΑ: Εφημερίδα!
[Η Εύα τινάζεται όρθια και κάνει πως δίνει στον Μάττι μιά εφημερίδα. Αυτός
δεν την παίρνει και συνεχίζει να ψάχνει πάνω στο τραπέζι.]
ΦΙΝΑ: Στο τραπέζι.
[Η Εύα τη βάζει στο τραπέζι αλλά δεν τού ‘χει βγάλει ακόμα το ένα παπούτσι.
Ο Μάττι κλωτσάει ανυπόμονα το πάτωμα. Η Εύα κάθεται στο πάτωμα για να το
βγάλει. Αφού τό ‘βγαλε, σηκώνεται ξαλαφρωμένη, παίρνει ανάσα και φτιάχνει
τα μαλλιά της.]
ΕΥΑ: Είδες την ποδιά μου Μάττι; Τη μπάλωσα με χρωματιστές κλωστές και πήρε
λίγο χρώμα. Όταν έχεις γούστο, παντού μπορείς να προσθέσεις λίγο
χρώμα και χωρίς έξοδα. Σ’ αρέσει Μάττι;
[Ο Μάττι ενοχλημένος αφήνει αποκαμωμένος την εφημερίδα να πέσει. Η Εύα
κοιτάζει φοβισμένη.]
ΦΙΝΑ: Να μη μιλάτε όταν διαβάζει εφημερίδα.
ΜΑΤΤΙ: [Ενώ σηκώνεται.] Βλέπετε;
ΠΟΥΝ: Μ’ απογοήτευσες Εύα!
ΜΑΤΤΙ: [Σχεδόν με συμπάθεια.] Αποτυχία σε όλα! Μόνο τρείς φορές τη
βδομάδα ρέγγα, το αυγό για τις κάλτσες λείπει, και σαν γυρίζω το
βράδυ, δεν έχεις τη στοιχειώδη ευαισθησία να το βουλώνεις. Και
τι θα γίνει αν με φωνάξουνε μες στη νύχτα για να φέρω τ’
αφεντικό απ’ το σταθμό;
ΕΥΑ: Κοίτα να δείς! [Πάει τάχα σ’ ένα παράθυρο και φωνάζει δυνατά.]
Τέτοια ώρα νυχτιάτικα; Τώρα γύρισε και χρειάζεται ύπνο αλλιώς θα
βουλώσει κανένα χαντάκι. Δεν τον αφήνω να βγεί, θα του κρύψω το
παντελόνι.
ΠΟΥΝ: Εδώ έσκισε, πρέπει να τ’ αναγνωρίσεις.
ΕΥΑ: Τον ξεπατώνετε όλη μέρα κι όταν πέφτει πεθαμένος στο στρώμα, τον
ξεσηκώνετε μες στη νύχτα να φέρει τ’ αφεντικό. Να πάει να κόψει
το λαιμό του τ’ αφεντικό! Τα πάω καλύτερα;
ΜΑΤΤΙ: Έπαιξες πολύ ωραία, πρέπει να το πω. Βέβαια θα με πετάξουν
αμέσως στο δρόμο αλλά η μάνα μου θα ενθουσιαζότανε μαζί σου.
[Ο Μάττι της δίνει μιά στον πισινό με το χέρι. Η Εύα μένει στην αρχή μ’
ανοιχτό το στόμα, αλλά μετά θυμώνει.]
ΕΥΑ: Αυτά να τ’ αφήσετε!
ΜΑΤΤΙ: Ποιά;
ΕΥΑ: Πως τολμάτε να με χτυπάτε εκεί;
ΔΙΚΑΣ: Φοβάμαι πως απορρίπτεσαι Εύα.
ΠΟΥΝ: Μα τι σ’ έπιασε τώρα;
ΜΑΤΤΙ: Σας κακοφάνηκε; Δεν έπρεπε να σας χτυπήσω εκεί ε;
ΕΥΑ: [Ξαναβρίσκει το κέφι της.] Μπαμπά, αμφιβάλλω αν μπορεί να γίνει.
ΠΑΠΑΣ: Έτσι είναι! Επί τέλους!
ΠΟΥΝ: Τι πάει να πεί αμφιβάλλεις;
ΕΥΑ: Κατάλαβα τώρα ότι οι κολόγριες δεν κάνανε σωστή δουλειά. Θέλω να πάω
στο δωμάτιό μου.
ΠΟΥΝ: Δεν είμαστε καλά! Κάτσε αμέσως στη θέση σου Εύα.
ΕΥΑ: Μπαμπά είναι προτιμότερο να φύγω. Οι αρραβώνες ματαιώνονται.
Καληνύχτα! [Φεύγει.]
ΠΟΥΝ: Εύα!
[Ο Παπάς κι ο Δικαστής ετοιμάζονται κι αυτοί να φύγουν.
Η Άννα συνεχίζει το διάλογο με τη Λάινα για τα μανιτάρια.]
ΑΝΝΑ: Με πείσατε χεδόν, αλλά προτιμώ να τα βάζω στο αλάτι, νοιώθω πιό
σίγουρη. Πάντως τα ξεφλουδίζω πρώτα.
ΛΑΪΝΑ: Το ξεφλούδισμα δεν είν’ απαραίτητο, αρκεί να τα πλένετε καλά.
ΠΑΠΑΣ: Έλα Άννα, είναι αργά.
ΠΟΥΝ: Εύα!!! Μάττι εγώ τέλειωσα με δαύτη. Της βρίσκω έναν τέτοιον άντρα,
έναν εξαίρετο άνθρωπο που θα την κάνει ευτυχισμένη, που θα
περάσει μαζί του ζωή χαρισάμενη κι αυτή μου το παίζει
λεπτεπίλεπτη και αμφιβάλλει. Θα την πετάξω στο δρόμο. [Τρέχει
στην πόρτα ωρυόμενος.] Σε αποκληρώνω! Μάζεψε τα κουρέλια σου κι
εξαφανίσου! Θά ‘παιρνες τον Ακόλουθο μόνο και μόνο επειδή σου
τον επέβαλα εγώ! Γιατί δεν έχεις χαρακτήρα! Είσαι ένα σκουπίδι!
Δεν έχω πιά κόρη!
ΠΑΠΑΣ: Κύριε Πούντιλα, είστε εκτός εαυτού!
ΠΟΥΝ: Παράτα με ήσυχο και σύ. Να πας να τα πείς στην εκκλησία σου αυτά
μπροστά στα άδεια στασίδια!
ΠΑΠΑΣ: Κύριε Πούντιλα, τα σέβη μου!
ΠΟΥΝ: Ξεκουμπίσου κι εσύ! Φευγάτε όλοι σας κι εγκαταλείψετε μόνο του έναν
συντετριμμένο πατέρα! Δεν καταλαβαίνω πως έβγαλα εγώ μια τέτοια
κόρη, που την έπιασα να πηδιέται παρά φύση με μιά διπλωματική
ακρίδα! Όποια δούλα να ρωτήσει, θα της πεί γιατί ο καλός Θεός
έφτιαξε τον κώλο με τον ιδρώτα του προσώπου του! [Στο Δικαστή.]
Κι εσύ, μιλιά δεν έβγαλες μπροστά σε τέτοια αφύσικα πράματα!
Ξεκουμπίσου κι εσύ!
ΔΙΚΑΣ: Πούντιλα σε βαρέθηκα! Άσε με ήσυχο! Εγώ νίπτω τας χείρας μου!
[Βγαίνει χαμογελώντας.]
ΠΟΥΝ: Έτσι τα νίπτεις τριάντα χρόνιια τώρα, θα πρέπει να λυώσανε! Κάποτε
Φρειδερίκο είχες τίμια αγροτικά χέρια, πρωτού να γίνεις Δικαστής
και να τα πλένεις με βρώμικο σαπούνι!
ΠΑΠΑΣ: [Προσπαθεί να τραβήξει τη γυναίκα του απο τη Λάϊνα.] Άννα,
είναι ώρα!
ΑΝΝΑ: Α όχι, δεν τα βάζω σε κρύο νερό! Πόσο τ’ αφήνετε να βράσουν;
ΛΑΪΝΑ: Να πάρουν μιά βράση.
ΠΑΠΑΣ: Περιμένω Άννα!
ΑΝΝΑ: Έρχομαι! Εγώ τ’ αφήνω να βράσουν δέκα λεπτά.
[Ο Παπάς σηκώνει τους ώμους του και βγαίνει.]
ΠΟΥΝ: [Ξανακάθεται στο τραπέζι.] Δεν είναι άνθρωποι αυτοί. Δεν μπορώ να
τους θεωρήσω ανθρώπους!
ΜΑΤΤΙ: Κι όμως αν το καλοσκεφτείς, άνθρωποι είναι. Ήξερα ένα γιατρό,
που όταν έβλεπε έναν χωριάτη να χτυπάει τα ζώα του, έλεγε: “Πάλι
τους συμπεριφέρεται σαν άνθρωπος’! Δεν ήθελε να προσβάλει τα
ζώα.
ΠΟΥΝ: Αυτό είναι βαθειά σοφία! Θά ‘πινα ευχαρίστως μαζί του! Βάλε να
πιούμε Μάττι. Μ’ άρεσε πολύ έτσι που την εξέτασες!
ΜΑΤΤΙ: Ζητώ να με συγχωρήσετε που έπιασα τον κώλο της κόρης σας, δεν
ήτανε μες στην εξέταση, τό ‘κανα μόνο για να την ενθαρρύνω
λιγάκι, αυτό όμως φανέρωσε το βαθύ χάσμα που μας χωρίζει, θα
το προσέξατε!
ΠΟΥΝ: Δεν έχω να σου συγχωρήσω τίποτα Μάττι. Δεν έχω κόρη!
ΜΑΤΤΙ: Μην είστε σκληρόκαρδος! [Στις γυναίκες.] Εσείς τουλάχιστον τα
βρήκατε με τα μανιτάρια;
ΑΝΝΑ: Και το αλάτι το ρίχνετε απο την αρχή;
ΛΑΪΝΑ: Ναι βέβαια, απο την αρχή.
[Η Άννα και η Λάϊνα βγαίνουν.]
ΠΟΥΝ: Άκου τους υπηρέτες, χορεύουν ακόμα στην πλατεία!
[Απο τη λίμνα ακούγεται ο κόκκινος Σούρκκαλα να τραγουδάει.]
Κάποτε στης Σουηδίας τα χωριά
είχαμε μιά πλουμιστή Κυρά
κι ένα βράδυ όπως τ’ άλλα
στο χτήμα της έρχεται καβάλα!
Κρατάει τ’ άλογο με τρόπο
και λέει σ’ έναν ξυλοκόπο:
Πω, πω, χερούκλες, τι κορμί
για έλα να παίξουμε μαζί!
Με σφίγγ’ η καλτσοδέτα μου εδώ
πιάσε και λύσ’ την σε παρακαλώ!
Κούναγε το βούρδουλα γεμάτη χάρη
κι έπεσε στα γόνατα το παληκάρι.
Καλή Κυρά είμαι στη δούλεψή σου
μονάχα για να τρώω το ψωμί σου.
Σκοτώνομαι στο δάσος νύχτα μέρα
δεν έχω δύναμη για πάρα πέρα!
Αχάριστο γομάρι, έλα ‘δώ
τζάμπα θα σε ταϊζα εγώ;
Μελάνιασε το μπούτι μου, θα σκάσει
βάλ’ τη χερούκλα σου να τ’ αγκαλιάσει.
Βούτηξ’ εδώ, βούτηξ’ εκεί, βούτηξε πάρα μέσα
φουσκώσαν όλα τα πανιά, έγια μόλα έγια λέσα!
Βούτηξε τα βυζιά της τ’ άσπρα,
Τινάχτηκ’ η Κυρά ως τ’ άστρα!
Τ’ άλλο πρωί τον πέταξε στο δρόμο,
και φεύγει αυτός με το δισάκι του στον ώμο!
Πήρε τη στράτα το στρατί, πήρε τα καταράχια
ξεσκίστηκαν τα πόδια του στα μυτερά τα βράχια!
Ο Έρωτας είναι γλυκός
γιατί ‘ν’ ο Θάνατος πικρός!
Αγάπησ’ η Αλεπού τον πετεινό, σαν τότες!
Παράτα τες χρυσό πουλί τις κότες!
Έλα γρήγορα στην αγκαλιά μου,
έλα να σε χορτάσω στα φιλιά μου!
Έτρεξ’ ο κόκκορας όλο χαρά
κι η Αλεπού τον πήρε αγκαλιά!
Μα σαν ξημέρωσε πρωί
βρέθηκε μαδημένο το πουλί!
ΠΟΥΝ: Τέτοια τραγούδια μου φέρνουν δάκρυα!
[Ο Μάττι στο μεταξύ, αγκαλιάζει τη Φίνα και βγαίνουνε μαζί
χορεύοντας.]
10.- ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ
[Στην αυλή νύχτα. Ο Πούντιλα κι ο Μάττι κάνουν το ψιλό τους].
ΠΟΥΝ: Δεν μ’ αρέσει να ζώ στην πόλη. Μ’ αρέσει να βγαίνω στο ύπαιθρο και να
κατουράω κάτω απ’ τ’ άστρα. Τίποτα καλύτερο δεν υπάρχει. Λένε
πως αυτό είναι πρωτογονισμός, αλλά εγώ λέω πως πρωτογονισμός
είναι να κατουράς σε πορσελάνινο δοχείο.
ΜΑΤΤΙ: Καταλαβαίνω, σας αρέσει σα σπόρ.
ΠΟΥΝ: Μ’ αρέσει νά ‘χουν οι άνθρωποι κέφι, να χαίρονται τη ζωή. Το προσέχω
ιδιαιτέρως αυτό. Όταν βλέπω άνθρωπο με κατεβασμένα μούτρα, τον
βαριέμαι αμέσως.
ΜΑΤΤΙ: Σας νοιώθω. Και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι εδώ στο
υποστατικό, φαίνονται τόσο εξαθλιωμένοι! Άλλοι είναι σα
χλεμπονιάρικα πεπόνια, άλλοι σαν χτικιάρηδες, μετράς τα παϊδια
τους κι όλοι φαίνονται τουλάχιστον είκοσι χρόνια πιό μεγάλοι απ’
ότι είναι! Είμαι βέβαιος ότι το κάνουν για να σας εκθέσουν,
αλλιώς δεν θα τριγυρίζανε μπροστά στο σπίτι σ’ αυτά τα χάλια
και μάλιστα όταν ξέρουν πως βρίσκονται ξένοι στο χτήμα.
ΠΟΥΝ: Λες κι ο Πούντιλα τους αφήνει νηστικούς.
ΜΑΤΤΙ: Κι έτσι να ήτανε, τι σημασία έχει; Την πείνα θά ‘πρεπε πιά να
την έχουνε συνηθίσει στη Φινλανδία. Αλλά δεν θέλουν να μάθουν.
Τούς λείπει η καλή θέληση. Θυμάστε το 18; Σκοτώσανε τότε 80.000
απο δαύτους κι αμέσως βασίλεψε ουράνια ειρήνη. 80.000 πεινασμένα
στόματα λιγότερα.
ΠΟΥΝ: Δεν θά ‘πρεπε να καταφεύγουμε σε τέτοιες λύσεις!
11.- Ο ΠΟΥΝΤΙΛΑ ΚΙ Ο ΔΟΥΛΟΣ ΤΟΥ Ο ΜΑΤΤΙ ΑΝΕΒΑΙΝΟΥΝ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ ΑΤΕΛΜΑ
[Στη βιβλιοθήκη του Πούντιλα. Ο Πούντιλα έχει το κεφάλι του τυλιγμένο με
βρεμένη πετσέτα και εξετάζει τους λογαριασμούς, τρίζοντας τα δόντια του. Η
Λάϊνα στέκεται δίπλα του, κρατώντας μιά λεκάνη και μιά άλλη πετσέτα.]
ΠΟΥΝ: Ο Ακόλουθος τηλεφωνούσε με τις ώρες στο Ελσίνκι. Καταστροφή! Που θα
μού φάει το δάσος, με πειράζει λιγότερο απ’ αυτές τις
κουτοπονηριές. Αν συνεχίσει έτσι, διαλύω τον αρραβώνα! Κι οι
λογαριασμοί με τ’ αυγά είναι γιομάτοι μουντζούρες. Είναι φανερό
πως με κλέβουν! Μήπως θέλετε να τη στήσω μες στο κοτέτσι;
ΦΙΝΑ [Μπαίνει.] Ο κύριος Ιερεύς κι ο κύριος Σύνδικος του συνεταιρισμού
γάλακτος θέλουν να σας μιλήσουν.
ΠΟΥΝ: Πάει να σπάσει το κεφάλι μου, θα μού ‘ρθει κόλπος, δεν θέλω να τους
δω! Φέρ’ τους μέσα.
[Βγαίνει η Φίνα και μπαίνουν γρήγορα ο Παπάς κι ο Δικηγόρος].
ΠΑΠΑΣ: Καλημέρα κύριε Πούντιλα! Είπαμε με τον κύριο Σύνδικο να
περάσουμε μιά στιγμή, να δούμε τι κάνετε.
ΔΙΚΗΓ: Αυτή η βραδυά θα μπορούσε να πεί κανείς ότι ήτανε μιά φάρσα
παρεξηγήσεων.
ΠΟΥΝ: Ησυχάστε! Τηλεφώνησα πάλι στον Έϊνο, μου ζήτησε συγνώμη και το θέμα
έκλεισε.
ΔΙΚΗΓ: Αγαπητέ μου Πούντιλα, αυτές οι παρεξηγήσεις έχουνε σχέση με
σένα και την οικογένειά σου, δεν μας αφορούν εμάς. Υπάρχουν όμως
κι άλλες, που μας αφορούν.
ΠΟΥΝ: Μην το φέρνεις γύρω-γύρω, αν έγιναν ζημιές θα τις πληρώσω.
ΠΑΠΑΣ: Δυστυχώς δεν επανορθώνονται όλα με το χρήμα, αγαπητέ Πούντιλα!
Εν ολίγοις, ήρθαμε να κουβεντιάσουμε μαζί σας, με πνεύμα
συνεργασίας εννοείται, την υπόθεση Σούρκκκαλα.
ΔΙΚΗΓ: Μας είχατε δηλώσει απερίφραστα, ότι θα απολύσετε αυτόν τον
κόκκινο άνθρωπο. Ο ίδιος είχατε τονίσει ότι είναι ένας βαμμένος
κομμουνιστής κι ότι ασκεί πολύ βλαβερή επιρροή στην κοινότητα.
ΠΟΥΝ: Δεν αντιλέγω!
ΠΑΠΑΣ: Δεν έχει απολυθεί ακόμα κύριε Πούντιλα και χτες σας είδαν μαζί
στο παζάρι.
ΠΟΥΝ: Πως γίνετ’ αυτό; Λάϊνα, ο Σούρκαλα δεν απολύθηκε;
ΛΑΪΝΑ: Οχι.
ΠΟΥΝ: Τι, δεν τον απόλυσα;
ΛΑΪΝΑ: Τον φέρατε με τ’ αυτοκίνητο απο το παζάρι κι αντί για την
απόλυση του δώσατε και δέκα μάρκα.
ΠΟΥΝ: Και τα πήρε; Τι θράσσος! Καταδέχτηκε να πάρει από μένα δέκα μάρκα,
όταν τού ‘χω πεί κατ’ επανάληψιν πως θέλω να φύγει! Φίνα!
Μπαίνει η Φίνα.] Πήγαινε να πείς στον Σούρκκαλα να παρουσιαστεί
μπροστά μου, αμέσως! [Η Φίνα φεύγει.] Έχω τρομερό πονοκέφαλο!
ΔΙΚΗΓ: Καφέ.
ΠΟΥΝ: Έχεις δίκιο, πρέπει νά ‘μουνα μεθυσμένος. Κάτι τέτοιες βλακείες κάνω
όταν έχω πιεί λίγο παραπάνω. Κι αυτός ο βρωμερός επωφελήθηκε από
την κρίση που με πιάνει. Πρέπει να τον χώσω στη φυλακή!
ΠΑΠΑΣ: Κύριε Πούντιλα, απαλάσσεσθε! Ξέρουμε όλοι πως είστε ένας
ακραιφνής εθνικόφρων! Είμαι πεπεισμένος πως φταίει το αλκοόλ.
ΠΟΥΝ: Είμ’ ασυγχώρητος! Είναι για μένα ζήτημα τιμής! Τι θα πω στο Σώμα των
Εθνοφρουρών; Θα με κόψουν απο προμηθευτή, δεν θα μου παίρνουν το
γάλα! Ο σωφέρ μου ο Μάττι φταίει! Ήξερε πως δε χωνεύω τον
Σούρκκαλα κι όμως μ’ άφησε να του δώσω δέκα μάρκα.
ΠΑΠΑΣ: Κύριε Πούντιλα, μην τραγικοποιείτε τα πράγματα, συμβαίνουν κάτι
τέτοια!
ΠΟΥΝ: Αν συνεχίσω έτσι πρέπει να τεθώ υπό απαγόρευση. Μπορώ να πίνω μόνος
μου τόσο γάλα; Θα καταστραφώ. [Στο Δικηγόρο.] Και συ μην κάθεσαι
με σταυρωμένα τα χέρια. Πρέπει να μεσολαβήσεις στην Εθνοφρουρά.
Θα κάνω αύριο κιόλας μιά δωρεά.Το αλκοόλ φταίει για όλα. Λάϊνα
πάρε μέτρα!
ΔΙΚΗΓ: Τον ξωφλάς και τον διώχνεις. Δηλητηριάζει την ατμόσφαιρα.
ΠΑΠΑΣ: Εμείς να πηγαίνουμε κύριε Πούντιλα. Βλέπετε ότι καμιά ζημιά δεν
είναι ανεπανόρθωτη, φτάνει να υπάρχει καλή θέληση. Η καλή θέληση
είναι το πάν κύριε Πούντιλα!
ΠΟΥΝ: [Με δυνατή χειραψία.] Σας ευχαριστώ!
ΠΑΠΑΣ: Όλοι το καθήκον μας κάνουμε κύριε Πούντιλα, μόνο που πρέπει να
το κάνουμε χωρίς καμιά καθυστέρηση.
ΔΙΚΗΓ: Κι ίσως θά ‘πρεπε να ψάξεις το παρελθόν του σωφέρ σου. Εμένα,
αυτός δε μου γεμίζει το μάτι..
[ Ο Παπάς κι ο Δικηγόρος βγαίνουν.]
ΠΟΥΝ: Λάϊνα, τέρμα το αλκοόλ. Ούτε σταγόνα πιά! Παίρνω όρκο στα γελάδια
μου. [Με μεγαλοπρέπεια.] Φέρε όλα τα μπουκάλια που υπάρχουν στο
σπίτι να τα σπάσω ένα ένα εδώ μπροστά σας. Τώρα. Και μην πείς
λέξη για το πόσο κοστίζουν, σκέψου μόνο το χτήμα, Λάϊνα!
ΛΑΪΝΑ: Μάλιστα κύριε Πούντιλα. Είστε σίγουρος όμως;
ΠΟΥΝ: Η υπόθεση Σούρκκαλα μού ‘γινε μάθημα. Κι ο Αλτόνεν νά ‘ρθει αμέσως
εδώ. Αυτός είναι ο κακός μου δαίμονας.
[Η Λάϊνα τρέχει έξω. Μπαίνει ο Σούρκκαλα με τα παιδιά του.]
ΠΟΥΝ: Δεν είπα εγώ να μου κουβαλήσεις και τα κουτσούβελα, εσένα θέλω.
ΣΟΥΡ: Το σκέφτηκα κύριε Πούντιλα γι αυτό τα πήρα μαζί μου. Θέλω ν’
ακούσουν. Δεν θα τα βλάψει.
[Γίνεται παύση. Μπαίνει ο Μάττι]
ΜΑΤΤΙ: Καλημέρα κύριε Πούντιλα, πως πάει ο πονοκέφαλος;
ΠΟΥΝ: Νά ‘τος ο κοπρίτης! Τι σκαρώνεις πάλι πίσω από την πλάτη μου; Σε
προειδοποίησα, θα σε πετάξω στο δρόμο και μάλιστα χωρίς
πιστοποιητικό.
ΜΑΤΤΙ: Μάλιστα κύριε Πούντιλα.
ΠΟΥΝ: Βούλωσ’ το! Μπούχτισα με τις βρωμοδουλειές σου. Πόσα σε πλήρωσ’ ο
Σούρκκαλα;
ΜΑΤΤΙ: Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε κύριε Πούντιλα!
ΠΟΥΝ: Τολμάς να με διαψεύδεις; Είσαι κι εσύ κομμουνιστής, πιό κόκκινος κι
από τον Σούρκκαλα, γι αυτό μ’ εμπόδισες να τον διώξω.
ΜΑΤΤΙ: Με συγχωρείτε κύριε Πούντιλα, ότι με διατάξατε έκανα.
ΠΟΥΝ: Μη μου βγάζεις γλώσσα κακούργε! Δεν ανέχομαι να δασκαλεύετε τους
εργάτες και να μου ζητάνε ένα αυγό και γάλα το πρωί, πριν να
ξεκινήσουνε για τα χωράφια. Μπολσεβίκε! Το αλκοόλ φταίει που δεν
σας έχω πετάξει με τις κλωτσιές.
[Η Λάϊνα και η Φίνα κουβαλάνε συνέχεια μπουκάλια.]
Τώρα όμως μιλάω σοβαρά Λάϊνα. Θα καταστρέψω στ’ αλήθεια, όσο
πιοτό υπάρχει στο σπίτι. Απ’ αυτό προέρχεται όλο το κακό. [Στον
Μάττι.] Γι αυτό σε φώναξα, να το δείς με τα μάτια σου και να
τρομάξεις.
ΜΑΤΤΙ: Μάλιστα κύριε Πούντιλα. Θέλετε να πάω να τα σπάσω
εγώ αντί για σας;
ΠΟΥΝ: Όχι παλιάνθρωπε, μόνος μου θα τα σπάσω. Εσύ, απατεώνα, είσαι ικανός
να πάρεις αυτό το υπέροχο πιοτό…. [Σηκώνει ψηλά ένα μπουκάλι.]
και να πας στην αυλή να το πιείς μόνος σου.
ΛΑΪΝΑ: Μην το κοιτάτε έτσι κύριε Πούντιλα, πετάξτε το στην αυλή.
ΠΟΥΝ: Πολύ σωστά! [Στον Μάττι ψυχρά.] Δεν θα τα καταφέρεις άλλη φορά,
να με κάνεις να μπεκροπίνω, παλιόμουτρο! Εσύ χαίρεσαι μόνο όταν
βλέπεις τους ανθρώπους να κυλιώνται μπροστά σου σαν τα
γουρούνια. Ένα παράσιτο είσαι! Αν δεν φοβόσουνα μην πεθάνεις της
πείνας, θά ‘σουνα όλη μέρα ξάπλα! Έννοια σου κι έχω όλα τα
στοιχεία για να σε καταγγείλω στην Αστυνομία. Έχω την ομολογία
σου, γιατί σε διώξανε απ’ όλες τις δουλειές, και σε είδα με τα
μάτια μου να κάνεις διαφώτιση σ’ αυτές τις καρακάξες απ’ την
Κούργκελα. Είσαι ανατρεπτικό στοιχείο!
[Χωρίς να το καταλαβαίνει, αρχίζει να γιομίζει το ποτήρι που τού ‘φερε εν
τω μεταξύ ο Μάττι, προλαβαίνοντας την επιθυμία του.]
Με μισείς παλιοβρωμιάρη και νομίζεις πως θα με ρίξεις με κείνο
το “Μάλιστα κύριε Πούντιιλα”!
ΛΑΪΝΑ: Κύριε Πούντιλα……
ΠΟΥΝ: Μη φοβάσαι, το δοκιμάζω μπας και μου πουλήσανε ξύδι. Θέλω να γιορτάσω
την αμετάκλητη απόφασή μου! [Στον Μάττι.] Εγώ τά ‘πινα μαζί σου
για να μπορώ να σε παρακολουθώ και να σε μελετάω αλλά που να το
αντιληφθείς εσυ! [Πίνει κι άλλο.] Ήθελες να μπεκροπίνω μαζί σου
για να με κάνεις γουρούνι σαν και σένα αλλά έχω φίλους που μ’
ανοίξανε τα μάτια. Αυτό το πίνω στην υγειά τους! Όσο σκέφτομαι
πόσο ξεφτυλίστηκα αυτές τις τρείς τελευταίες μέρες στο
πανδοχείο, μου σηκώνεται η τρίχα! Να τρέχω στη λαθρεμπόρισσα για
νόμιμο αλκοόλ, να κυνηγάω τη γελαδάρισσα με τα χοντρά βυζιά,
Λίζου τη λέγανε; Κι εσύ απο κοντά, να τα βλέπεις και να μη
μιλάς! Ωραία περάσαμε πρέπει να το παραδεχτείς! Αλλά την κόρη
μου δεν πρόκειται να στη δώσω που να χτυπιέσαι κάτω. Όμως
κοπρίτης δεν είσαι, να λέμε την αλήθεια!
ΛΑΪΝΑ: Κύριε Πούντιλα, εσείς πίνετε πάλι!
ΠΟΥΝ: Πιοτό το λες αυτό; Ένα δυό μπουκάλια; [Της δίνει το άδειο
μπουκάλι.] Πέταξέ το αυτό εις το πυρ το εξώτερον, σπάσ’ το, σου
είπα πως δεν θέλω να το ξαναδώ μπροστά μου! Και μη με κοιτάς
όπως κοίταγε ο Χριστός τον Πέτρο! Αυτός ο μασκαράς με σπρώχνει
στο βούρκο κι εσείς όλοι θέλετε να μουχλιάσω εδώ χάμω και να
πεθάνω από πλήξη. Είναι ζωή αυτή η δική μου; Να γδέρνω ανθρώπους
ολημερίς και να κοιτάω μη με κλέψουνε στ’ αυγά; Έξω μορμολύκεια!
[Η Λάϊνα κι η Φίνα φεύγουν κουνώντας το κεφάλι.]
Γυναικούλες, χωρίς φαντασία! [Γυρίζει στα παιδιά του Σούρκκαλα.]
Κλέψτε, αρπάξτε, γίνετε κομμουνιστές σαν τον πατέρα σας, μόνο
μην καταντήσετε νάνοι, αυτήν την ορμήνια σας δίνει ο Πούντιλα!
[Στον Σούρκκαλα.] Με συγχωρείς που παρεμβαίνω στην ανατροφή των
παιδιών σου! [Στον Μάττι.] Άνοιξε το μπουκάλι.
ΜΑΤΤΙ: Ελπίζω νά ‘ναι από το καλό κύριε Πούντιλα.
ΠΟΥΝ: Για τ’ όνομα του θεού, Μάττι, άρπαξε μιά μπουκάλα, θέλω να
γιορτάσουμε τις αμετάκλητες αποφάσεις που πήρα τώρα μόλις. Στην
υγειά σου Σούρκκαλα!
ΜΑΤΤΙ: Μπορούν λοιπόν να μείνουν κύριε Πούντιλα;
ΠΟΥΝ: Μάττι με απογοητεύεις! Χωράει ολόκληρος Σούρκκαλα στο χτήμα του
Πούντιλα; Πνίγεται εδώ δεν το βλέπεις; Εγώ τον καταλαβαίνω. Αν
είμουνα Σούρκκαλα, θα θεωρούσα τον Πούντιλα ένα χυδαίο
καπιταλιστή και ξέρετε τι θα τού ‘κανα; Θα τον έχωνα μέσα στο
αλατορυχείο, 600 μέτρα κάτω απο τη γή, για να μάθει τι πάει να
πεί δουλειά! Η βδέλα! Έχω δίκιο Σούρκκαλα; Δε θέλω ευγένειες!
Η ΚΟΡΗ: Μα θέλουμε να μείνουμε κύριε Πούντιλα!
ΠΟΥΝ: Α πα πα! Όχι, αδύνατον! [Πάει στο γραφείο, ξεκλειδώνει την κάσα και
δίνει στον Σούρκκαλα λεφτά.] Στάσου, μείον τα δέκα. [Στα
παιδιά.] Να είσαστε περήφανοι για τον πατέρα σας, που για τις
πεποιθήσεις του υπομένει τα πάντα. Εσύ κορίτσι μου που είσαι η
μεγαλύτερη, να γίνεις το στήριγμά του. Ελάτε ν’
αποχαιρετιστούμε!
[Απλώνει το χέρι του στον Σούρκκαλα. Αυτός δεν το παίρνει.]
ΣΟΥΡ: Παιδιά, τα μαζεύουμε! Ότι έπρεπε ν’ ακούσετε στου Πούντιλα, τ’
ακούσατε. Ελάτε. [Φεύγει με τα παιδιά του.]
ΠΟΥΝ: Το χέρι μου του βρώμαγε. Περίμενα ένα ευχαριστώ για τα καλά μου λόγια
αλλά πού! Το χτήμα μου το βλέπει σαν φυλακή. Η Πατρίδα δεν του
λέει τίποτα! Νοιώθει ξεριζωμένος! Ας φύγει αφού επιμένει. Ένα
πικρό κεφάλαιο! Εμείς Μάττι είμαστε αλλιώτικοι άνθρωποι! Εσύ
είσαι ο φίλος κι ο οδηγός μου στο κακοτράχαλο μονοπάτι της ζωής
μου! Διψάω και μόνο που σε βλέπω! Πόσα σου δίνω το μήνα;
ΜΑΤΤΙ: Τρακόσια, κύριε Πούντιλα.
ΠΟΥΝ: Σου τα κάνω τρακόσια πενήντα. [Ονειροπολεί.] Θά ‘θελα μιά φορά, ν’
ανεβούμε μαζί στο βουνό Ατέλμα, με την ξακουστή θέα. Θέλω να σου
δείξω σε τι όμορφα χώρα ζείς. Θα νοιώσεις συντετριμμένος που
μέχρι τώρα δεν τό ‘ξερες! Ανεβαίνουμε στο βουνό Ατέλμα Μάττι!
Μπορούμε να το κάνουμε με τη φαντασία μας. Φτάνουν μερικές
καρέκλες.
ΜΑΤΤΙ: Μπορώ να κάνω τα πάντα για χάρη σας κύριε Πούντιλα.
ΠΟΥΝ: Χρειάζεται φαντασία Μάττι και δεν είμαι σίγουρος ότι τη διαθέτεις.
[Ο Μάττι σωπαίνει. Ο Πούντιλα συνεχίζει με οίστρο.] Στήσε μου
ένα βουνό Μάττι. Βάλε τα δυνατά σου, δοκίμασε τα πάντα, σπάσε το
κεφάλι σου, πάρε τα πιό μεγάλα αγκωνάρια, θεόρατους
βράχους, αλλιώς δεν θά ‘χουμε το Ατέλμα ούτε και την περίφημη
θέα του.
ΜΑΤΤΙ: Θα γίνουν όλα όπως επιθυμείτε κύριε Πούντιλα. Δεν μπορώ εγώ να
σκέφτομαι το οχτάωρο, όταν εσείς θέλετε να στήσετε ένα βουνό στη
μέση της κάμαρας!
[Ο Μάττι οργισμένος, καταστρέφει με κλωτσιές ένα πανάκριβο ρολόι τοίχου και
μιά μεγάλη ντουλάπα για ντουφέκια και με τα συντρίμια τους και μερικές
καρέκλες, χτίζει απάνω σ’ ένα μεγάλο τραπέζι, ένα βουνό Ατέλμα.]
ΠΟΥΝ: Πάρε κι εκείνη την καρέκλα. Κι εκείνη. Ακολούθησε πιστά τις οδηγίες
μου, επειδή μόνο εγώ ξέρω τι χρειάζεται κι εγώ έχω όλη την
ευθύνη. Εσύ θά ‘θελες να φτιάξεις ένα βουναλάκι χωρίς καμιά θέα
κι αυτό εμένα δεν με ικανοποιεί. Εσένα σ’ ενδιαφέρει μόνο νά
‘χεις δουλειά. Εγώ όμως αυτή τη δουλειά πρέπει να την κατευθύνω
προς έναν χρήσιμο σκοπό. Τώρα θέλω έναν δρόμο πάνω στο βουνό,
για ν’ ανεβάσω στην κορφή τα κιλά μου. Χωρίς δρόμο, να χέσω
και σένα και το βουνό. Βλέπεις πως δεν σκέφτεσαι αρκετά; Εγώ
ξέρω να διευθύνω τον κόσμο. Εσύ ξέρεις να διευθύνεις τον εαυτό
σου;
ΜΑΤΤΙ: Ορίστε το βουνό σας κύριε Πούντιλα και με δρόμο για να μπορείτε
ν’ ανεβείτε. Όχι βουνά κακοτράχαλα κι αδιάβατα, όπως τά
‘φτιαξε ο καλός θεός, πάνω στη βιασύνη του. Είχε μόνο έξη μέρες
στη διάθεσή του βλεπεις! Γι αυτό αναγκάστηκε να γεμίσει τον
κόσμο με δούλους, για να μπορείτε κι εσείς, με δαύτους, να
φτιάξετε κάτι τις, κύριε Πούντιλα.
ΠΟΥΝ: [Αρχίζει ν’ ανεβαίνει.] Θα τσακίσω το σβέρκο μου!
ΜΑΤΤΙ: Αυτό γίνεται και στο ίσωμα αν δεν σας κρατάω.
ΠΟΥΝ: Γι αυτό σε παίρνω μαζί μου Μάττι. Αλλιώς δεν θά ‘βλεπες ποτέ τη χώρα
που σε γέννησε και θά ‘μενες για πάντα ένας βώλος κοπριά. Πρέπει
να την ευγνωμονείς!
ΜΑΤΤΙ: Την ευγνωμονώ μέχρι τάφου κύριε Πούντιλα, μόνο που δεν ξέρω αν
φτάνει, γιατί είναι γραμμένο πως πρέπει να την ευγνωμονούμε και
πέρα απ’ τον τάφο.
ΠΟΥΝ: Νά τα, νά τα, τα χωράφια και τα λειβάδια και τα δάση με τις σημύδες,
που φυτρώνουν πάνω στις πέτρες και τρέφονται με αέρα κοπανιστό.
Είναι να θαυμάζει κανείς πως μπορούν και ζούνε σε συνθήκες
τέλειας στέρησης!
ΜΑΤΤΙ: Θά ‘λεγε κανείς ότι είναι οι ιδεώδεις δούλοι.
ΠΟΥΝ: Ανεβαίνουμε Μάττι, πάμε για την κορυφή. Αφήνουμε πίσω μας τ’
ανθρώπινα έργα και μπαίνουμε στην αγνή φύση, με τη γυμνή ομορφιά
της. Ξέχασε τα βάσανα της ζωής Μάττι και δώ σου ολόψυχα σ’ αυτήν
την ισχυρή συγκίνηση.
ΜΑΤΤΙ: Κάνω ότι μπορώ κύριε Πούντιλα.
ΠΟΥΝ: Αχ, ευλογημένο Τάβαστλαντ! Ας πιούμε ακόμα μιά γουλιά, για να μας
αποκαλυφθεί η ομορφιά σου!
ΜΑΤΤΙ: Αμέσως κατεβαίνω το βουνό, να φέρω το κόκκινο κρασί.
ΠΟΥΝ: Διερωτώμαι Μάττι, αν μπορείς να δείς την ομορφιά της πατρίδας.
Γεννήθηκες στο Τάβαστλαντ;
ΜΑΤΤΤΙ: Ναί.
ΠΟΥΝ: Σ’ ερωτώ λοιπόν: Υπάρχει σ’ άλλη χώρα τέτοιος ουρανός; Ταξειδεύουν
τόσο υπέροχα τα σύννεφα; Φυσάει τόσο απαλό αεράκι; Κι όταν
σηκώνονται οι αγριόκυκνοι απο τις λίμνες κι ακούς το φτεροκόπημά
τους…. Μην ξεγελιέσαι Μάττι μ’ αυτά που λένε γι’ άλλες χώρες,
να είσαι πιστός στο Τάβαστλαντ. Σου δίνω μιά καλή συμβουλή.
ΜΑΤΤΙ: Μάλιστα κύριε Πούντιλα.
ΠΟΥΝ: Κοίτα τις λίμνες Μάττι. Αυτά τα δάση εκεί κάτω είναι τα δικά μου,
αυτό το μεγάλο, που σκεπάζει όλη τη γλώσσα της στεριάς, θα βάλω
να το κόψουν. Κράτα μόνο τις λίμνες Μάττι, μη σκέφτεσαι το
πλήθος των ψαριών που ζούνε εκεί μέσα, κράτα μόνο το θέαμα της
λίμνης, μέσα στο πρωινό πούσι κι αυτό φτάνει. Στην ξενητειά θα
μαραζώσεις απο νοσταλγία και θα καταστραφείς.
ΜΑΤΤΙ: Καλώς. Κρατάω τη θέα μοναχά.
ΠΟΥΝ: Βλέπεις εκείνη τη ρεμούλκα που σέρνει τους κορμούς; Κυλάνε γλυκά
πάνω στο νερό, ξεφλουδισμένοι, σαν στρατιωτάκια; Ολόκληρη
περιουσία. Ξεχωρίζω τη μυρουδιά του κομμένου ξύλου απο 10
χιλιόμετρα μακρυά. Κι ύστερα να μαστιγώνεσαι στη σάουνα με τα
φύλλα της φτελιάς και να ευωδιάζει μετά το κορμί σου μέρα
και νύχτα. Που αλλού θα τα βρείς αυτά Μάττι;
ΜΑΤΤΙ: Πουθενά κύριε Πούντιλα.
ΠΟΥΝ: Να, εκεί δυτικά, βλέπω και τα γελάδια μου. Δροσίζονται στα νερά. Τώρα
περνάει και το τρένο, ακούς; Κουβαλάει το γάλα μου, ακούω τους
κάδους που κουδουνίζουν.
ΜΑΤΤΙ: Αν στήσεις αυτί τ’ ακούς.
ΠΟΥΝ: Να, εκεί φαίνεται η παλιά πόλη και το πανδοχείο με το καλό κρασί. Το
παλάτι το παρέρχομαι, τό ‘χουνε κάνει γυναικείες φυλακές για τις
κομμουνίστριες. Οι γυναίκες δεν πρέπει ν’ ανακατεύονται στην
πολιτική. Εκεί στ’ αριστερά, πες μου τι βλέπεις;
ΜΑΤΤΙ: Τι βλέπω;
ΠΟΥΝ: Τα χωράφια μου Μάττι. Φτάνουν μέχρι εκεί που πιάνει το μάτι σου.
Εκείνα στο βάλτο έχουνε τόσο παχύ χορτάρι, που αρμέγω τις
γελάδες μου ως και τρείς φορές την ημέρα. Τραγούδα κι εσύ!
Στην πάλευκη τη νύχτα του καλοκαιριού
λίμνες, βουνά και δάση, ζούν αγκαλιασμένα
μέρες και νύχτες του ίδιου του καιρού
κι αυτά στέκουν εκεί, σαν νά ‘ναι ξεχασμένα.
Τ’ αγαπημένου του Ρουάν τα κυματάκια
όμορφα, μικρά, κατάξανθα παιδιά
γλυστράνε ήσυχα και κάνουν παιγνιδάκια
δίνουν κλεφτά φιλιά, στην πάλευκη αμμουδιά.
[Μπαίνουν η Φίνα και η Λάϊνα.]
ΦΙΝΑ: Χριστέ και Κύριε!
ΛΑΪΝΑ: Καταστρέψατε τη βιβλιοθήκη!
ΜΑΤΤΙ: Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στην κορυφή του Ατέλμα κι
απολαμβάνουμε το πανόραμα.
ΠΟΥΝ: Τραγουδάτε μαζί μας! Δεν αγαπάτε την Πατρίδα;
[Τραγουδάνε όλοι εκτός από τον Μάττι.]
Τ’ αγαπημένου του Ρουάν τα κυματάκια
όμορφα, μικρά, κατάξανθα παιδιά
γλυστράνε ήσυχα και κάνουν παιγνιδάκια
δίνουν κλεφτά φιλιά, στην πάλευκη αμμουδιά.
Ω, Τάβαστλαντ αγαπημένο! Με τον λαό σου, τον ουρανό σου, τις
λίμνες και τα δάση σου! [Στον Μάττι.] Πες πως γιομίζ’ η ψυχή σου
άμα τα βλέπεις!
ΜΑΤΤΙ: Γιομίζ’ η ψυχή μου άμα βλέπω τα δάση σας κύριε Πούντιλα!
12.- Ο ΜΑΤΤΙ ΓΥΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΣΤΟΝ ΠΟΥΝΤΙΛΑ
[Στην αυλή. Είναι πολύ νωρίς το πρωί .Ο Μάττι έρχεται από το σπίτι με μιά
βαλίτσα. Η Λάϊνα ακολουθεί με κάτι τρόφιμα δεμένα σε μιά πετσέτα.]
ΛΑΪΝΑ: Σού’ φερα κάτι τίς Μάττι, για το δρόμο. Δεν καταλαβαίνω γιατί
φεύγεις. Τι σ’ έπιασε; Περίμενε τουλάχιστον να ξυπνήσει
τ’αφεντικό.
ΜΑΤΤΙ: Κλύτερα να μη με δεί άμα ξυπνήσει. Δεν το ρισκάρω. Χτες το
βράδυ ήτανε τόσο μεθυσμένος, που μου υποσχέθηκε να μου δώσει το
μισό δάσος και μπροστά σε μάρτυρες. Αν το θυμηθεί όταν ξυπνήσει,
θα φωνάξει την Αστυνομία.
ΛΑΪΝΑ: Μα αν φύγεις έτσι χωρίς συστατικά, καταστρέφεσαι.
ΜΑΤΤΙ: Τι να τα κάνω τα χαρτιά; Ή θα γράφουν πως είμαι κομμουνιστής ή
θα γράφουν πως είμαι άνθρωπος. Και στις δυό περιπτώσεις δεν
πρόκειται να βρώ δουλειά.
ΛΑΪΝΑ: Θα τού ‘ρθει πολύ άσκημα χωρίς εσένα. Θά ‘ναι σα χαμένος! Του
έχεις γίνει απαραίτητος.
ΜΑΤΤΙ: Να μάθει να ζεί χωρίς εμένα. Συχάθηκα πιά. Ύστερα από την
υπόθεση Σούρκκαλα, δεν αντέχω πιά τις γαλιφιές του. Σ’ ευχαριστώ
για το φαϊ κι έχε γειά Λάϊνα.
ΛΑΪΝΑ: [Συγκινημένη.] Καλό δρόμο.
[Η Λάϊνα μπαίνει γρήγορα μέσα, προσπαθώντας να κρατηθεί. Ο Μάττι προχωράει
μερικά βήματα.]
ΜΑΤΤΙ: Ο Μάττι σ’ αποχαιρετά.
Να ζείς κυρ-Πούντιλα, νά ‘σαι καλά.
Γνώρισα στη ζωή αφεντικά πολλά.
Δεν είσ’ ο χειρότερος, νά ‘σαι καλά.
Γίνεσαι άνθρωπος σχεδόν κι εσύ
Όταν γιομίσεις το κεφάλι με κρασί.
Τι είδους φιλία νά ‘χουμε εμείς οι δυό
που εξατμίζεται μαζί με το πιοτό.
Τα δάκρυα κι η συγκίνηση δεν ωφελούν.
Η πείνα και τα βάσανα εκδίκηση ζητούν.
Ήρθε η ώρα να πάρουμε τις στράτες
Κι οι δούλοι, να σου γυρίσουμε τις πλάτες.
Οι Κοινωνικοί Εταίροι είναι μεγάλο ψέμα
Δούλος κι Αφέντης ποτέ δεν γίνοντ’ ένα.
Μην ψάχνεις δούλε, γι αφεντικό καλό
Κοίτα να γίνεις του εαυτού σου αφεντικό.
[Ο Μάττι φεύγει γρήγορα.]
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ
“Το τραγούδι του Πούντιλα” που ακολουθεί, μελοποιήθηκε από τον
Paul Dessau.
Η ηθοποιός που παίζει τη μαγείρισσα Λάϊνα, στη διάρκεια της
αλλαγής των σκηνικών, έρχεται στο προσκήνιο, μπροστά από την
αυλαία, αν υπάρχει, μαζί με έναν ακορντεονίστα κι έναν κιθαρίστα
και ανάλογα με τη σκηνή, τραγουδάει τη σχετική στροφή από το
τραγούδι του Πούντιλα. Ταυτόχρονα πρέπει να εκτελεί απαραίτητες
δουλειές για την προετοιμασία του μεγάλου αρραβώνα. Σκούπισμα,
ξεσκόνισμα, ζύμωμα, καθάρισμα του χιονιού, πασάλειμμα με λίπος
στις φόρμες των γλυκών, πλήσιμο ποτηριών, άλεσμα του καφέ,
σκούπισμα πιάτων κ.λ.π.
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΟΥΝΤΙΛΑ
1.- Ο Αφέντης Πούντιλα πίνει στο καπηλειό
και τά ‘βαλε με το γκαρσόνι.
“Βρε, σερβιτόρος είσ’ εσύ;
Πώς μου πετάς έτσι το πιάτο;
Δε χαίρεσαι πού ‘χεις δουλειά;
Που ζείς και τρώς, δεν είσ’ ευτυχισμένος;
Δεν πρέπει να με χαιρετάς;
Έτσ’ υποδέχονται τους ξένους;
Υπονομεύεις κερατά τον τουρισμό;
Την Εθνική μας την Οικονομία;”
“Δούλευα ολημερίς ορθός Αφεντικό
και μου πριστήκανε τα πόδια.
Κι από ‘λα τ’ άλλα που μου λες,
εγώ δεν παίρνω μία!”
2.- Του Πούντιλα η κόρη, η ομορφονιά,
καθώς τη δασκαλέψαν στις Βρυξέλες,
Ανώτερο Όν φαντάστηκε πως είναι,
κι όλους σαν μερμηγκάκια τους κοιτά.
“Για έλα εδώ, του λέει, εσύ σωφέρ,
άνθρωπος είσαι και βαρβάτος βλέπω.
Θέλεις παιγνίδια να παίξουμε μαζί;
Αρχίζω, ξέρεις, να σε καλοβλέπω!”
3.- Η Λίζου η γελαδάρισσα πρωί πρωί
στο σταύλο τα γελάδια πάει ν’ αρμέξει.
Τη βλέπει ο Πούντιλα, που βγήκε παγανιά,
“Πού πας, πουλάκι μου εσύ, πρωτού να φέξει;
Για τα γελάδια μου νοιάζεσαι μονάχα,
κι αφήνεις το κρεββάτι μου αδειανό;
Θέλω στο σπίτι μου να ‘ρθείς, να μπαινοβγαίνεις
Το πουπουλένιο πάπλωμα να μου ζεσταίνεις.”
4.- Ο Πούντιλα την κόρη του αρραβωνιάζει,
κι ένα τρανόν Ακόλουθο της τάζει,
σαν ψάρι μπαγιάτικο, έχει και χρέη
κι ο κόσμος να καίγεται, αυτός νυστάζει.
Η κόρη τότε, παίρνει το σωφέρ και λέει:
“Πάμε στης σάουνας τη ζεστασιά
πάμε να παίξουμε σαν τα παιδιά;
Κι αν κάνουμε καμιά ζημιά
δεν θα τον νοιάξει το μπαμπά!”
5.- Η κόρη στο σωφέρ λέει με φούρια,
“Πάμε να πιάσουμε καβούρια;
Ωραίο σούρουπο, με φεγγαράδα,
θέλω να με πας βαρκάδα.”
Μα ο σωφέρ μυρίστηκε τα σκούρα!
“Γυρίζει το κεφάλι μου σα σβούρα.
Σκοτώθηκα σήμερα, θέλω να ξαποστάσω,
άσε με την εφημερίδα να διαβάσω.”
6.- Τέσσερες γυναίκες εισβάλουν στην αυλή
“Ήρθαμε στο γαμπρό, ώρα καλή
στην Κούργκελα μας έχει αρραβωνιαστεί
μ’ όλους τους τύπους, με δαχτυλίδι και κρασί.”
Τις βλέπει ο Πούντιλα και του σηκώνεται η τρίχα!
“Ξεκουμπιστείτε μάγισσες να μη σας βλέπω!
Χαθείτε γρήγορα, μην έρθω και σας δέσω.
Φτιάξατε σύλλογο; Αυτό είν’ εκβιασμός!
Μ’ αρέσετε κι εσείς, θέλω κι εγώ ν’ αρέσω!
Μα όχι να γίνω και γαμπρός!”
7.- Πεινασμένες. Διψασμένες,
τη στράτα παίρνουνε του γυρισμού.
Ξεπατώθηκαν οι σόλες, χάθηκε κι η Κυριακή
Στάθηκαν να ξαποστάσουν
κόντεψε να βγει η ψυχή.
Πιάσαν τις φιλοσοφίες,
για την πείνα, τη δουλειά,
για την έρμη τη ζωή τους,
μα και για τ’ αφεντικά.
Το συμπέρασμα βγήκε στη φόρα,
σα νιογέννητο παιδί.
Μην πιστεύεις τους πλουσίους
μήτε και τ’ αφεντικά.
Βάλτε το στο νου σας όλες,
πρέπει νά ‘στε κι ευτυχείς,
που τον ξοφλήσατε μονάχα
με των παπουτσιών τις σόλες.
8.- Πίνει ο Πούντιλα, μεθάει
στον Ακόλουθο ξεσπάει.
“Θα δώσω εγώ την κόρη μου
στον άχρηστο γαμπρό;
Στο σαπισμένο ψάρι;
Δεν το μπορώ! Δεν το μπορώ!
Χίλιες φορές το προτιμώ
ο δούλος να την πάρει.”
Μα τότε ο δούλος απαντά:
“Την κόρη σου στο δούλο μην τη δώσεις
γιατί πολύ σκληρά θα μετανοιώσεις.
Στο λέω αυτό χωρίς καμιά κακία,
Η μεγαλύτερη θά ‘ναι βλακεία!”