Ο ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΓΑΜΟΣ- Κιτσοπούλου

«Ο ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΓΑΜΟΣ» της Λένας Κιτσοπούλου

Θα ήθελα εξ αρχής να τονίσω πως θεωρώ πλήρως θεμιτές τις διασκευές των
κλασσικών θεατρικών κειμένων, που πλέον και εξ αιτίας της καθολικής ισχύος
τους στο πέρασμα του χρόνου, έχουν καταστεί «κοινόχρηστοι μύθοι».
Αρνούμαι όμως να χρησιμοποιούνται εμβληματικά θεατρικά έργα ως «κράχτες»
της ασυδοσίας κάποιων, που θεωρούν ότι αποκτούν καλλιτεχνικό στίγμα απλώς
«ξεσκίζοντάς τα», βιάζοντας και ασελγώντας στο σώμα τους. Και δεν θα μας
απασχολούσε το φαινόμενο- θα ήταν μια απλή ψυχοπαθολογική περίπτωση – εάν
δεν προωθούνταν θεσμικά, κατακλύζοντας και διαμορφώνοντας μια νέα κουλτούρα
πάνω στα ερείπια της πολιτιστικής νεοελληνικής ταυτότητας που ανέδειξε
χωρίς φκιασίδια πια η χρόνια οικονομική και κοινωνική κρίση στη χώρα μας.
Με αυτές τις σκέψεις αρνούμαι να δεχτώ ότι αυτό που παρακολουθήσαμε στο
πλαίσιο του φεστιβάλ Αθηνών ήταν ο «Ματωμένος γάμος» του Λόρκα και μάλιστα
σε μετάφραση του Γκάτσου και μουσική του Μ. Χατζιδάκι (ακόμα και ως λίγο
πειραγμένου).
Όχι. Επρόκειτο να τον «ματωμένο γάμο» της ίδιας της Λένας Κιτσοπούλου ,
δηλαδή για μια εκδοχή που φέρει πάντα το στίγμα της βιασμένης θηλυκότητας
και του αίματος. Και πίσω από όλα αυτά να βρίσκεται πάντα μια μητέρα –
τέρας που σκοτώνει τα θηλυκά και ευνουχίζει τα αρσενικά, μια μητέρα
τραβεστί.
Εως τώρα η Κιτσοπούλου με την δική της θα λέγαμε «αλμαδοβαρικής» προέλευσης
εκδοχή, σε όλα της τα έργα αναδείκνυε την χυδαία εικόνα της σημερινής
πολιτιστικής ταυτότητας του νεοέλληνα με την αισθητική του σκυλάδικου και
της αγοραίας κοινωνικής υποκρισίας και του κρυπτοφασισμού.
Σ’ αυτήν την παράσταση όμως, η ευφυής κατά τα’ άλλα καλλιτέχνης, με έναν
επιχορηγούμενο και γι αυτό επικίνδυνο ναρκισσισμό, φτύνει και κείνο το
κομμάτι της μεταπολεμικής πολιτιστικής μας αναφοράς για το οποίο είμαστε
υπερήφανοι και γιατί όχι, ανατρέχουμε για να πάρουμε θάρρος να
αντιμετωπίσουμε την κατάπτωση των καιρών.
Δηλαδή εκείνο το μαγικό διάλειμμα της δεκαετίας του ’60. Το θέατρο του
Καρόλου Κουν και τον μαγικό του ρεαλισμό, την ποίηση του Ν. Γκάτσου που
μπορούσε να μεταφράσει στα καθ’ ημάς εκείνο το «ζωή είναι το γέλιο σε ένα
κομποσκίνι θανάτων» και να μας κάνει να νοιώσουμε το «ντουέντε» , ένα
υπαρξιακό φόβο θανάτου και όχι μια splatter μαύρη κωμωδία.
Και αφού κανιβάλισε επαρκώς και εύκολα η καλλιτέχνης τα «παλιά», δεν μας
είπε τι η ίδια προτείνει στη θέση τους.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ