Ο ουρανός Κατακόκκινος’12

«Ο ουρανός Κατακόκκινος – Σ’ εσάς που με ακούτε» της Λούλας Αναγνωστάκη σε
Σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Χατζή, από την Ομάδα «Χρώμα»
Στο ρόλο της Σοφίας, της Σοφίας Αποστόλου και της Ελσας, η Λυδία Κονιόρδου

«Ακούστε με καλά…Εσείς απ’ όλα τα μέρη του κόσμου…δέκα χρόνια για το
τίποτα…εγώ δεν θέλω να είμαι μέσος όρος…τίποτα από ό,τι έχουν αυτοί δεν με
συγκινεί…εγώ…κάνω τη δική μου επανάσταση…η ψαλίδα ανοίγει…οι φτωχοί θα
γίνουν φτωχότεροι…με παράτησαν αβοήθητη…με ανάγκασαν να διαλέξω ανάμεσα σε
δυό παιδιά…Πειράζει που μιλάω για τα προσωπικά μου»;

Τα εμβληματικά έργα μοιάζουν να γράφτηκαν για όλες τις εποχές, όμως αυτή τη
φορά, τα δύο έργα της Λούλας Αναγνωστάκη, μοιάζουν να προφήτευαν προ
δεκαετίας περίπου, την σύγχρονη συντριβή της Ελλάδας και των ανθρώπων της.
Ετσι η πληγωμένη, γεμάτη ενοχές Σοφία από το «Εσάς που με ακούτε», που
έφυγε για τη Γερμανία για να ξεφύγει από την ευθύνη της οικογενειακής
τραγωδίας που της φόρτωσε η μάνα της, συναντά στη Σκηνή τη Σοφία Αποστόλου,
την αξιοθρήνητη μικροαστή καθηγήτρια Γαλλικών, που «περνάει το Ρουβίκωνα»
για να συναντήσει τον παραβατικό αλκοολικό της εαυτό, προκειμένου ν’
αντέξει μια ήττα που μοιάζει μόνο δικιά της, αλλά που συνειδητοποιεί σχεδόν
με ηδονή, πως είναι η ήττα της ίδιας της Ιστορίας που παίχτηκε στην πλάτη
της. Ταυτόχρονα την σύνθεση θα συνδράμει με την τελική της παρέμβαση η Ελσα
από το «Εσάς που με ακούτε», η μάννα της Σοφίας, που σχεδόν καταγγέλλει το
νέο δράμα του κόσμου, την συντριβή του αδύναμου.
Τα δύο κείμενα μοιάζουν να συνομιλούν μερικές δεκαετίες μετά, με την
«Νίκη» , να συνεχίζουν το διάβασμα της ιστορίας πάνω στην ψυχοσύνθεση του
Ελληνα, να αναμετρούνται με τις νέες ήττες.
Αν η «Νίκη» βγαίνει από τα σπλάχνα του εμφυλίου συνεχίζοντας τον αιμάτινο
κύκλο, η Σοφία, η Σοφία Αποστόλου και η Ελσα, έρχονται από το έρημο τοπίο
που ακολούθησε την κατάρρευση του σοσιαλιστικού ονείρου και των ιδανικών
της μεταπολεμικής αριστεράς.
Όμως στην Αναγνωστάκη αναδεύεται πάντα ένα παλιό τραύμα που ξανανοίγει
ανάλογα με τις συνθήκες, ένα ανολοκλήρωτο πένθος που αφορά στην Ελλάδα
ολόκληρη και στους απλούς ανθρώπους της που βιώνουν τη μεγάλη Ιστορία μέσα
από τις μικρές τους ζωές. Κυρίως όμως είναι μια άλλη εσωτερική διάσταση που
έχουν τα έργα της, που εκκινώντας από το απτό, αναφέρονται τελικά σε κάτι
πολύ μεγαλύτερο που παίρνει τις μεταφυσικές διαστάσεις «ενός προπατορικού
αμαρτήματος».
Τα δύο έργα έχουν τη δική τους ιστορία, παιγμένα από μεγάλες ηθοποιούς και
σκηνοθετημένα από άξιους σκηνοθέτες (Βίκτωρας Αρδίττης, Λευτέρης
Βογιατζής). Θυμάμαι ακόμα το αξιοπρεπές τρέμουλο της Βέρας Ζαβιτσάνου και
τον εσωτερικό μονόλογο της Ρένης Πιττακή στην Σοφία Αποστόλου.
Η παράσταση όμως στο άδειο, άχαρο, ισόγειο της Δεινοκράτους 103 , σε έναν
αντιθεατρικό χώρο που έπαιρνε υπόσταση μόνο από τα θεατρικά μέσα, έπαιρνε
το χαρακτήρα μιας εξπρεσιονιστικής τραγωδίας.
Η συνάντηση ενός νέου σκηνοθέτη του Κ. Χατζή με την Λυδία Κονιόρδου,
ευτύχησε να μας παραδώσει μια εντελώς καινούργια ανάγνωση των δύο έργων.
Τα τρία πρόσωπα, ερμηνευμένα από μία αδρή ηθοποιό που γνωρίζει αρχαία
τραγωδία, δηλαδή τον αρχαιτυπικό κώδικα, σε συνδυασμό με την σκηνοθετική
επιλογή ώστε το «ηττημένο» πρόσωπο να γίνεται μια καθολική «κραυγή»
αγωνίας, θεωρώ πως, πέρα από επί μέρους αδυναμίες, μας παρέδωσαν μια
σπαραχτική εκδοχή των κειμένων.
Η συμμετοχή των δεκατριών μαυροφορεμένων νέων, ενός εφιαλτικού χορού στη
δράση, συμπύκνωνε το λόγο, μεταφέροντάς τον από τον ατομικό ψυχολογισμό στο
υπαρξιακό πεδίο.
Βέβαια η Λυδία Κονιόρδου έδωσε με αυτήν την «υποκριτική της στον άδειο
χώρο», υπόσταση στο εγχείρημα, καθιστώντας απτή την κραυγή της Αναγνωστάκη.

Στο κλίμα της παράστασης συνέτειναν οι φωτισμοί από έναν και μόνο «κανόνι»,
η δράση που επεκτεινόταν και έξω από την τζαμόπορτα του χώρου, το φωταγωγό
της δράσης, η μετατροπή τελικά των μειονεκτημάτων ενός αντιθεατρικού χώρου
(σαν μαγαζί που μόλις ξενοικιάστηκε), σε πολύτιμα θεατρικά υλικά.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ