«Ο Πελεκάνος» του Στρίντμπεργκ, σε Μετάφραση Ερι Κύργια και Σκηνοθεσία
Σύλβιας Λούλου, στο θέατρο BIOS
Στο ακατέργαστο υπόγειο της παλιάς οικοδομής της Πειραιώς που το BIOS έχει
κατορθώσει να μεταμορφώσει σε έναν γοητευτικό χώρο χρησιμοποιώντας όλα του
τα αντιθεατρικά στοιχεία υπέρ του «θεάτρου», το αυτοβιογραφικό έργο του
Νορβηγού συγγραφέα μοιάζει να βυθίζεται στον εαυτό του, ή την μαύρη τρύπα
του ψυχισμού που σωρεύονται τα τραύματα. Ετσι ο γυμνός χώρος με τη μυρουδιά
της μούχλας και την έλλειψη στοιχειώδους υποδομής, διαμορφωμένος λιτά από
τον Αγγελο Μέντη με δύο βάθρα όπου ανεβοκατεβαίνουν οι ηθοποιοί και στην
πλάτη μια οθόνη όπου προβάλλονται αποσπάσματα από την αλληλογραφία του
συγγραφέα κατά τον χρόνο συγγραφής του έργου, αποτελεί σχεδόν το φυσικό
τοπίο της ψυχικής του κατάστασης.
Στο Opus 4 από τα Εργα Δωματίου που έγραψε μετά το τρίτο οδυνηρό του
διαζύγιο και που τον έσωσε από την τρέλα, εφόσον η αναπαράσταση του
βιωμένου δράματος αποδραματοποιεί την κατάσταση, κωδικοποιεί τα
οικογενειακά μυστικά και επαναφέρει τα σκοτεινά του θέματα όπως ο έρωτας κι
ο θάνατος, η σεξουαλικότητα, η βία των οικογενειακών σχέσεων, η θανατηφόρα
δράση της μητέρας που κατατρώγει τα παιδιά της για να επιβιώσει η ίδια.
«Πελεκάνος» στο έργο δεν είναι η μητέρα, όπως θα περίμενε κανείς (ο θηλυκός
πελεκάνος υποτίθεται ότι στην ανάγκη κόβει από το κρέας του για να ταϊσει
τα παιδιά του) αλλά ο πατέρας.
Βλέποντας το έργο, δύσκολα να μην αναγνωρίσει κανείς την ιδέα που
περικλείει και το άλλο του έργο «Ο Πατέρας».
Εμφανή τα τραύματα λοιπόν του συγγραφέα από τη σχέση με την μητέρα του και
ο αρχετυπικός φόβος ευνουχισμού του αρσενικού από το θηλυκό.
Ως μία εκ των έσω εξομολόγηση αυτών των αποτρόπαιων μυστικών και κατάδυση
στον ψυχισμό του συγγραφέα, αντιμετώπισε το έργο η νεαρή σκηνοθέτης Σύλβια
Λούλου. Τα πέντε πρόσωπα του έργου (μάνα, κόρη, γιος, γαμπρός, υπηρέτρια)
συμπυκνώνονται σε δύο μόνο άνδρες ηθοποιούς που εναλλάσσονται στους ρόλους
χωρίς καμία ενδυματολογική αλλαγή , ως αφηγητές των προσωπικών δραμάτων
και της μεγάλης οικογενειακής σύγκρουσης. Το έργο λοιπόν γίνεται αφήγημα
και οι συγκρούσεις που περιέχει δεν αναπαριστώνται σκηνικά.
Ο Λαέρτης Βασιλείου και ο Μιλτιάδης Φιορέντζης ανέλαβαν το φορτίο της
αφήγησης και κατάφεραν να διατηρήσουν μια εσωτερική ισορροπία στην μεταξύ
τους εναλλαγή καθώς επίσης και να εναρμονιστούν με το γενικό κλίμα της
παράστασης. Δεν μπορώ όμως να πω ότι η ερμηνεία τους γοήτευσε ή καθήλωσε το
κοινό, αντικαθιστώντας την συγκίνηση που παράγει το ίδιο το έργο από αυτό
το κάτι άλλο που πρέσβευε η σκηνοθεσία.
ΜΟΣΧΟΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ