«Ο συγγραφέας» του Τιμ Κράουτς, σε Μετάφραση Δημήτρη Κιούση και Κοινή
Σκηνοθεσία του Παντελή Δεντάκη με το θίασο, από το «Θέατρο του Νέου
Κόσμου»
Ο «Συγγραφέας» είναι το τέταρτο έργο του Τιμ Κράουτς και ανέβηκε για πρώτη
φορά στο Ρόγιαλ Κορτ το 2009. Εκτοτε βραβεύτηκε δύο φορές και γνώρισε την
επιτυχία σε μεγάλες περιοδείες σε πολλά μέρη του κόσμου.
Τι το καινούργιο φέρει αυτό το έργο της σύγχρονης Βρετανικής σκηνής που τα
τελευταία δεκαπέντε χρόνια μας έχει επανειλημμένα σοκάρει με την
νατουραλιστική αναπαράσταση της βίας επί σκηνής;
Μα ακριβώς ότι βάζει δεύτερες σκέψεις στο θεατή αλλά και τους ανθρώπους του
θεάτρου, συγγραφείς και ηθοποιούς πάνω σ’ αυτό το ζήτημα.
Πόσο αθώα είναι αυτή η αναπαράσταση σ’ έναν βίαιο κόσμο; Πόσο αλλάζει τους
ίδιους τους ηθοποιούς αλλά και τους θεατές; Μήπως τελικά η επαφή με τη βία,
ακόμα και η προσπάθεια κατανόησης των μηχανισμών της, σαγηνεύει με κάποιο
ύπουλο τρόπο τους θεράποντες της σκηνής αλλά και τους θεατές: Μήπως
γινόμαστε όλοι ηδονοβλεψίες της ανείπωτης βίας στο ασφαλές περιβάλλον της
θεατρικής αίθουσας:
Στον «Συγγραφέα» παρακολουθούμε τον ίδιο τον συγγραφέα Τιμ Κράουτς και
τρεις ηθοποιούς του να μας αφηγούνται την εμπειρία τους από το ανέβασμα
ενός βίαιου έργου με θέμα την ενδοοικογενειακή βία και συγκεκριμένα τον
βιασμό μιας νεαρής κοπέλας από τον πατέρα της. Την επίδραση που είχε επάνω
σ’ αυτούς και σε έναν θεατή.
Οι ηθοποιοί κάθονται διάσπαρτοι ανάμεσα στους θεατές και η διάταξη του
χώρου ακολουθεί ένα σχήμα δύο αντικριστών κερκίδων. Ενδιάμεσα υπάρχει κάτι
σαν σκηνή, αλλά γενικά όλοι καθόμαστε και παρακολουθούμε τους απέναντί μας.
Οι ηθοποιοί μας εμπλέκουν εξ αρχής στη δράση, απευθύνουν το λόγο σε καθέναν
ξεχωριστά, μας ζητούν να θέσουμε ερωτήματα στο θύμα της κακοποίησης και στο
τέλος αποχωρούν χωρίς χειροκρότημα, ενώ εμείς το κοινό, μένουμε μετέωροι
στη θεατρική αίθουσα και πιάνουμε κουβέντα μεταξύ μας.
Η αρχική χαλαρότητα που επέτρεπε αυτοσχεδιασμούς και αστείες δικές μας
παρεμβάσεις, άρχισε σταδιακά να δίνει τη θέση της σ’ ένα μούδιασμα, με
αποκορύφωμα τη δυσανεξία και τη δυσαρέσκεια όταν ο συγγραφέας ομολόγησε την
«εικονική – ιντερνετική» δική του ασέλγεια. Η όταν ο ηθοποιός άρχισε να
μεταμορφώνεται ό ίδιος σε ένα βίαιο άτομο. Και περισσότερο όταν ο «Θεατής»
έδειχνε να απολαμβάνει τη «βία» που εκτυλισσόταν μπροστά του.
Ένα έργο για την ατομική ευθύνη όλων μας για την παραδοχή και αναπαραγωγή
της βίας.
Η φόρμα του έργου υιοθετεί μια αντι-φόρμα, μιας και δεν ακολουθεί κώδικες
γνωστούς, μοιάζει να πατά στο interacrive theater , αλλά κατορθώνει να
εντάσσει στο κείμενο τις αντιδράσεις των θεατών. Ένα κείμενο χωρίς
φαινομενική δράση και κορύφωση που τελικά μας κάνει να σκεφτούμε τα ίδια τα
ότια της θεατρικής δράσης και τους ηθικούς κώδικες.
Οι ηθοποιοί, Κατερίνα Λυπηρίδου, Μάκης Παπαδημητρίου, Γιάννος Περλέγκας,
Χρήστος Σαπουντζής, εκεί στο δώμα του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου», κέντησαν
κυριολεκτικά φράση, φράση το κείμενο, αφτασίδωτοι και αληθινοί μας
παρέσυραν στο παραμύθι του θεάτρου.,
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ