Ο (ΕΘΝΙΚΟΣ) ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ του Μ. Χουρμούζη σε Σκηνοθεσία Κυριακής Σπανού, στο
Θέατρο «ΑΛΕΚΤΟΝ»
Εκατόν πενήντα χρόνια έπρεπε να περάσουν για να δουν το φως της σκηνής τα
έργα του Χουρμούζιου Τριανταφύλλου, όπως είναι πραγματικά το όνομά του.
Συγκεκριμένα μετά την μεταπολίτευση (μόλις το 1977 το Εθνικό Θέατρο
πρωτοανέβασε τον «Υπάλληλο») γνωρίσαμε αυτόν τον διανοούμενο αγωνιστή του
1821 (αργότερα έγινε και βουλευτής Φθιώτιδας) που πολύ νωρίς, μόλις έξι
χρόνια από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, άρχισε να ασχολείται
δραματουργικά με τις εθνικές παθογένειες .
Στα έργα του, σατυρικές κωμωδίες με το κεντρικό πρόσωπο να ενσωματώνει το
βασικό ελάττωμα, δεν περιορίζεται στον κοινωνικό διασυρμό του μέσω της
γελοιοποίησης, όπως ο Μολιέρος, αλλά το χρησιμοποιεί για να καταγγείλει τον
τρόπο που άρχισε να δομείται το ίδιο το ελληνικό κράτος μετά την
επανάσταση.
Μελαγχολικές σκέψεις μας κυρίευσαν ξαναβλέποντας το έργο στην καινούργια
σκηνοθετική προσέγγιση της Κ. Σπανού.
Και το τραγούδι του τέλους «…τώρα με θυμηθήκατε που ήρθε αυτή η κρίση»
,επιβεβαίωσε με δραματικό τρόπο την επικαιρότητα των όσων σατυριζόμενα
αναδεικνύονται στο έργο: τον αμείλικτο μηχανισμό της κρατικής διαφθοράς,
την ηθική σήψη των υψηλόβαθμων κρατικών υπαλλήλων (τελώνης και «έμφορας» η
καλύτερη δημόσια θέση), την συνακόλουθη κοινωνική κρίση με την ροπή προς
εξαπάτηση των πάντων στο δρόμο για την αναρρίχηση στα δημόσια αξιώματα, την
κοινωνική υποκρισία, την εμπορευματοποίηση του θεσμού του γάμου, την πλήρη
απαξίωση των παλιών αγωνιστών.
Το έργο με αυστηρά δραματουργικά κριτήρια πλατιάζει αρκετά και διαθέτει μια
μάλλον αδύναμη πλοκή. Το μεγάλο του προσόν είναι η ζωντανή του γλώσσα, που
αξιοποιεί θεατρικά το μείγμα καθαρεύουσας, δημοτικής και γαλλισμών που
κυριαρχούσαν το 19ο αιώνα στα υψηλά κοινωνικά στρώματα, των οποίων η
διαφθορά και ο μιμητισμός εύρισκε ευθεία αντανάκλαση στο γλωσσικό κώδικα
που χρησιμοποιούσαν.
Η σκηνοθέτης παρενέβη στη δομή του κειμένου, ανέθεσε την υπόκριση των 12
ρόλων σε τρία μόνο πρόσωπα και μετέτρεψε έτσι, με την εναλλαγή των
«μασκών», την αφηγηματική κωμωδία σε σατυρική περφόρμανς.
Τα δρώμενα εκτυλίσσονται σε ένα σκηνικό πάτωμα «Μonopoly» που όλα πωλούνται
και αγοράζονται. Οι τρεις ηθοποιοί Στάθης Μαντζώρης , Αντώνης Γκρίτσης και
κυρίως ο Χάρης Φλέμπουρας (απολαυστικός ως ένας ερμηνευτικά εξελιγμένος
Στάθης Ψάλτης), απέδωσαν σχεδόν χορογραφικά τους 12 ρόλους, ενώ η μουσική
του Κ. Βόμβολου παρότι απολαυστική και αρκούντως σαρκαστική, θεωρώ ότι θα
μπορούσε να παίξει πιο καθοριστικό ρόλο στο εγχείρημα.