«Ο ΧΡΥΣΟΣ ΔΡΑΚΟΣ» του Ρόλαντ Σιμελπφένιχ, σε Μετάφραση Ρούσας Δάλλα και
Σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου
Ο 43χρονος Γερμανός συγγραφέας έχει ήδη γράψει 27 έργα και ο «Χρυσός του
Δράκος» έχει βραβευτεί ήδη σε δύο μεγάλα γερμανικά φεστιβάλ. Εκ προοιμίου
λοιπόν το ενδιαφέρον για την παράσταση του Εθνικού ήταν έντονο,
λαμβανομένων υπόψη και των συντελεστών, ήτοι της ταλαντούχας Κατερίνας
Ευαγγελάτου αλλά και των καλών ηθοποιών που παίρνουν μέρος.
Ο συγγραφέας θίγει το θέμα της οικονομικής μετανάστευσης, των ανθρώπων
«χωρίς χαρτιά» που πετάγονται κυριολεκτικά στη Δύση για να συναντήσουν εκεί
όχι μόνο την εκμετάλλευση που αφορά στο πρόσωπό τους, ακόμα και το θάνατο,
αλλά και την μοναξιά των άλλων, των γηγενών, των ενταγμένων στο σύστημα,
τον τρόμο του θανάτου, την απώλεια του έρωτα, ακόμα και την μοίρα , την
επιθυμία «να γινόμουν εξ αρχής άλλος».
Σ’ ένα ασιατικό φαστφουντάδικο κάπου στην πολιτισμένη δύση, ένας νεαρός
λαθρομετανάστης Κινέζος μάγειρας υποφέρει από πονόδοντο. Εν μέσω
παραγγελιών και κινέζικων πιάτων, υπερίπταται σουρεαλιστικά το δόντι του
Κινέζου, μέχρι να προσγειωθεί στο πιάτο ενός πελάτη.
Ο συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί σχεδόν καμία από τις γνωστές θεατρικές
φόρμες. Χρησιμοποιεί όπως λέει ο ίδιος «απλά μέσα ανακοίνωσης και
επίδειξης με στόχο την εγγύτητα και την ταύτιση». Ετσι διαπραγματεύεται ένα
τόσο επίκαιρο θέμα χωρίς ίχνος ρεαλισμού ή ηθογράφισης, χρησιμοποιώντας
ψήγματα από τη φόρμα του θεάτρου του παραλόγου, αλλά όχι για να υποδείξει
μία ιδέα, περισσότερο για να μας εντάξει σε μία κατάσταση ποιητική αδεία.
Υπερβάλλοντας το γκροτέσκο και αποδομώντας το θεατρικό λόγο, οι ηθοποιοί
μας αφηγούνται το θεατρικό κείμενο, τους ρόλους που υποδύονται, ακόμα και
τις παύσεις.
Ανδρες παριστάνουν τις γυναίκες και νέοι τους γέρους, φορώντας άτεχνα
εξαρτήματα κατάδειξης του ρόλου.
Σε 48 σύντομες σκηνές, 17 περίεργοι τύποι, ανάμεσά τους ένας μέρμηγκας και
ένας τζίτζικας, εκτελούν σαν μονταρισμένα ρομποτάκια αγχωτικές κινήσεις,
πάνω σε ένα γυαλιστερό ρινγκ, με φόντο κρεμασμένα μαγειρικά σκεύη,
κουζίνες, ατμούς και κόκκινα φαναράκια.
Μέσα σ’ αυτόν τον χαμό, διασώθηκαν οι πέντε άξιοι ηθοποιοί (Φιλαρτέτη
Κομνηνού, Νίκος Χατζόπουλος, Εύη Σαουλίδου, Δημήτρης Παπανικολάου, Νικόλας
Αγγελής) αλλά χάθηκε η αίσθηση οποιασδήποτε συνοχής του νοήματος.
Η πρόθεση να μην ταυτίζονται οι ηθοποιοί με το ρόλο που υποδύονται, αλλά η
ίδια η ερμηνευτική φόρμα να βοηθάει στην κριτική προσέγγιση του θέματος και
όχι στην ψυχική ταύτιση με στόχο την λύτρωση του θεατή, είναι πολύ παλιά
ιστορία για να τσαλαπατιέται είτε με μία ψυχρή απεικόνιση ρόλων, είτε με
ασπόνδυλες αφηγήσεις ιστοριών . Οσο για το χιούμορ κυρίως το πικρό, είναι
ευπρόσδεκτο μόνο όταν γλυκαίνει την αφήγηση της ανείπωτης δυστυχίας του
ανθρώπου κι όχι όταν συμπράττει σε μια γενική σύγχυση.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ