«ΠΑΡΑΛΟΓΕΣ» ή «Μικρές καθημερινές τραγωδίες» από την θεατρική ομάδα
Sforaris σε Σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού, στο BIOS.
Μετά την επιτυχία της στο Φεστιβάλ Αθηνών το καλοκαίρι που μας πέρασε, η
νεανική θεατρική ομάδα επαναλαμβάνει την παράσταση με τις δημώδεις
«Παραλογές» στο χώρο του ανανεωμένου ΒΙΟS, έναν χώρο που ταιριάζει στην
ιδιοσυγκρασία της περισσότερο από την χαοτική Πειραιώς 260.
Το παλιό κτίριο της δεκαετίας του 1950 με τα εμφανή μερεμέτια στους τοίχους
και την ακατέργαστη αποκατάσταση, με την αίσθηση του μεταχειρισμένου, και
το προσόν τη θέας στην Ακρόπολη, διαθέτει μια δική του αυθεντική
θεατρικότητα , χωρίς εισαγωγικά και δήθεν, μιας και ανακαλεί το χρόνο της
πραγματικής πόλης, μιας πόλης ανθρώπων ζωντανών και όχι αναγκαστικά
διατηρητέων μνημείων.
Ετσι η εισβολή των «Παραλογών», μια σύνθεση στηριγμένη στις ιστορίες τριών
δημοτικών τραγουδιών με θέμα τον «οικογενειακό φόνο», στον αστικό χώρο,
ενώ μοιάζει παράταιρη, στην πραγματικότητα συνδέει τους αρχαιτυπικούς
φόβους με τον υπαρξιακό φόβο του σύγχρονου ανθρώπου.
Γιατί τι άλλο εκφράζουν αυτές οι «Παραλογές», τα παράλογα δηλαδή δημοτικά
τραγούδια, παρά το αρχαίο φόβο του θανάτου και το ορμέμφυτο του φόνου,
ακόμα και το φόβο του αρσενικού για το θηλυκό, το πέρασμα της κόκκινης
γραμμής που διαχωρίζει το επιτρεπτό από το ανεπίτρεπτο, το ανοίκειο και το
φοβερό και που φωλιάζει στο πιο σκοτεινό σημείο του υποσυνείδητου;
Οι παλαιοί άνθρωποι λοιπόν, που ξόρκιζαν τα φαντάσματά τους με μύθους και
παραμυθίες, συναντούν στη σκηνή τον σύγχρονο αστικοποιημένο άνθρωπο και
τους υπαρξιακούς του φόβους μέσω της ποίησης του Τάσου Λειβαδίτη.
Το ανόσιο που περιγράφεται στις «Παραλογές» της παράστασης, δηλαδή «Τα
αγαπημένα αδέρφια και η κακή γυναίκα», «Της σκοτωμένης» και «Η μάνα η
φόνισσα» , συναντάει διασκευασμένες προτάσεις, εικόνες και λέξεις του
ποιητικού έργου αυτού του κατ’ εξοχήν υπαρξιστή ποιητή, έτσι που η αφήγηση
των φόνων και των περιστατικών που οδήγησαν στην εγκληματική πράξη να
μετουσιώνονται σε συνολική αφήγηση του μεταφυσικού αδιανόητου, δηλαδή της
συνείδησης του θανάτου ως αναπόσπαστου μέρους της ζωής.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της παράστασης είναι η εμβάπτιση τεσσάρων
νεαρών ηθοποιών (Γεωργίου, Ελεφάντη, Μαξούρη, Μποζοπούλου, Σαραντοπούλου)
σ’ αυτήν την ερμηνεία του ερέβους , μακριά από φολκλορισμούς, με σπάνια
αδρότητα, ερμηνείες που μου θύμισαν χοντροκοπανισμένα καρύδια, αλεύρι και
ζάχαρη, και ρόδια και στάρι, τέτοια πράγματα, παλιάς οικιακής οικονομίας,
χωρίς αισθηματολογίες, κάπως ακατέργαστα και οξεία.
Τέσσερις κοπέλες εναλλάσσονται στους ρόλους του θύτη και του θύματος , ενώ
ήχοι από τσόκαρα, και σκόνη που σκορπίζει στο τραπέζι αντί φαγητού, το φως,
η μουσική και ένα ρεμπέτικο α καπέλα, αρκούσαν για να προσδιορίσουν μυστικά
το σκηνικό χώρο.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ