ΠΑΤΡΙΔΕΣ’12

«ΠΑΤΡΙΔΕΣ» σε Σενάριο και Σκηνοθεσία Μιχάλη Ρέππα – Θανάση Παπαθανασίου,
από το «Εθνικό Θέατρο»

Στο ερώτημα που διατύπωσε αφελώς ποιητικά ο Ιωάννης Πολέμης πριν έναν αιώνα
«Τι είν’ η πατρίδα μας», είναι αφιερωμένη η φετινή θεατρική σαιζόν από το
Εθνικό Θέατρο. Και πράγματι μέσα από τις επιλογές του δραματολογίου (από το
«Βασιλικό» του Μάτεσι, τη «Νίκη» της Λούλας Αναγνωστάκη, την «Αυλή των
θαυμάτων» του Ι. Καμπανέλλη, έως τον «Ξένο» των Τσίρου και Κιτσοπούλου)
γίνεται προσπάθεια , εν καιρώ κρίσης να τεθούν τα ζητήματα εθνικής
ταυτότητας και δημιουργίας συνείδησης, όπως αυτά διαμορφώθηκαν από τον 19ο
αιώνα έως σήμερα μέσα από τα θεατρικά κείμενα.
Σ’ όλο αυτό το θεατρικό σύμπαν, όπου η γλώσσα είναι μία μόνο, αν και
θεμελιακή συνισταμένη, υπάρχει και μια ιστορική πλευρά που πήρε
υπαρξιακές διαστάσεις στην διαμόρφωση του ψυχικού τοπίου του «Ελληνα». Κι
αυτή η πλευρά έχει να κάνει με τη μετανάστευση. Τον «ξένο» μέσα μας και
απέναντί μας.
Το ιστορικό τραύμα της μετανάστευσης των ελλήνων από το τέλος του 19ου αι.,
αρχικά στην Αμερική, έως το τέλος της δεκαετίας του ΄70 στις χώρες της
Δυτικής Ευρώπης , έμοιαζε να επουλώνεται τη δεκαετία του 1990, οπότε η χώρα
άρχισε να υποδέχεται μετανάστες από την Ανατολική Ευρώπη και αργότερα από
την Ασία και την Αφρική. Ο αιώνας μας, χρόνος και χώρος μιας τεράστιας
μετακίνησης πληθυσμών που η πολιτική και οικονομική συγκυρία έφερε στην
πόρτα μας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στις σημερινές συνθήκες απόλυτης
ανθρωπιστικής κρίσης. Ξαφνικά γίναμε όλοι «ξένοι». Στη χώρα μας που δεν
αναγνωρίζουμε, στον εαυτό μας που δε θέλουμε να αναγνωρίσουμε.
Οι συγγραφείς έφεραν στη σκηνή θραύσματα ιστοριών «ξεριζωμών και
μετανάστευσης», πραγματικών αφηγήσεων ελλήνων και μεταναστών. Σαν οι
έλληνες μετανάστες των αρχών του 20ου αιώνα και της δεκαετίας του ’60, να
συναντιούνται σήμερα στην πλατεία Κουμουνδούρου με τρεις πραγματικούς
σημερινούς μετανάστες. Έναν Σύριο, έναν Ιρακινό και έναν Αφγανό.
Ετσι σε μια σκηνική αφήγηση συνεχούς ροής, η ιδιότητα του ξένου διαχέεται
και μας συμπεριλαμβάνει όλους. Και ενώ οι έλληνες έρχονται από ένα μακρινό
παρελθόν να αφηγηθούν το μεγάλο ταξίδι της ζωής τους σαν πλάσματα
αποκομμένα από το χωροχρόνο , οι ξένοι είναι τόσο πραγματικοί, με την
σωματική τους παρουσία στη σκηνή, που εκείνες οι παλιές ιστορίες
ζωντανεύουν ή βρικολακιάζουν, με το βλέμμα σ’ ένα δυσοίωνο μέλλον.
Δεν μπορώ να πω ότι το ατού της παράστασης ήταν η θεατρικότητά της ή τα
σκηνοθετικά ευρήματα. Αλλωστε ακόμα και σκηνικά, την ατμόσφαιρα του
μετέωρου, του ταξιδευτή χωρίς σύνορα, του παράνομου, την έχουν αποδώσει
άλλοι μεγάλοι καλλιτέχνες, με ράγες τρένου, παλιές βαλίτσες κι έναν θίασο
παλιομοδίτικο να εισβάλλει. Σ’ αυτό έχει βάλει ανεξίτηλα την σφραγίδα του ο
Θ. Αγγελόπουλος.
Το πραγματικό ατού σ’ αυτό το θέατρο-ντοκουμέντο, ήταν η αλήθεια της
ιστορίας του και οι ηθοποιοί του (Ελένη Κοκκίδου, Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη,
Θανάσης Ευθιυνμιάδης, Ταξιάρχης Χάνος) που πορεύονταν χέρι-χέρι με τον
Χουσείν αλ Μπακάρ, τον Μουχαμάντ Αρίφ και τον Μπαρκάτ Χοσεϊνί, μοιράζοντας
τα τραγούδια τους και τις μνήμες των ταξιδιών τους.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ