ΠΕΘΑΜΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙΑ2

ΠΕΘΑΜΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙΑ
Όταν έβλεπα να πέφτει ένα αστέρι και να χάνεται στην τροχιά τ’ ουρανού νόμιζα, νόμιζα πως έπεφτε η καύτρα του τσιγάρου του πατέρα μου. Πως έκανε το τελευταίο τσιγάρο της μέρας πριν πάει για ύπνο.
Δεινός καπνιστής, πέθανε από τσιγαρόβηχα… ΄Ελεγε: «Θα πεθάνω από τσιγαρόβηχα». Δηλαδή από καρκίνο του πνεύμονα.
Μετά διάβασα κάπου ότι ο Βασίλης ο Αλεξάκης έλεγε ότι τ’ άστρα είναι οι καύτρες απ’ τα τσιγάρα των πεθαμένων.
Όταν ένα αστέρι πέφτει, ένας νεκρός πετάει το τσιγάρο του και πάει για ύπνο.
Χα! Σωστά τα λέει. Άρα έχω δίκιο. Γειά σου πατέρα μερακλή. Θα σου δίνουν εκεί πάνω και κανένα ουισκάκι; Ποιος ξέρει…
Πρέπει να υπάρχουν πάντως πολλοί ουρανοί, ανάλογα με τα μεράκια των πεθαμένων. Είναι τα μπαλκόνια των νεκρών.
Και φυσικά αυτοί οι ουρανοί είναι οι ουρανοί των καλών ανθρώπων. Οι άλλοι, αιμομίχτες, δολοφόνοι, κακοποιητές παντός είδους , τοκογλύφοι, παραλήδες, νταβατζήδες, έμποροι ναρκωτικών, δε νομίζω να διαθέτουν ουρανό. Είναι κι αυτό μέρος της τιμωρίας τους.
Για τους λυπημένους, σκέφτομαι, θα υπάρχει ξεχωριστός ουρανός. Ποιος ν’ αντέξει μια αιωνιότητα τη διαρκή λύπη του άλλου. Ούτε και μεταξύ τους αντέχονται αυτοί, γιατί δε δέχονται τη λύπη του διπλανού τους. Είναι εγωιστές οι λυπημένοι. Κάθονται μόνοι τους, ο καθένας στο μπαλκονάκι του.
Ενώ αυτοί που έφυγαν πάνω στην ευτυχία ή τη χαρά τους , έμειναν αιωνίως με χαραγμένο το χαμόγελο στα χείλη και μία τάση να τα συγχωρούν όλα. Μεταξύ μας ούτε αυτό αντέχεται.
Είναι κι οι άλλοι. Οι βιαστικοί. Οι μόνιμα απασχολημένοι. Οι τρεχάτοι. Που όλο δεν προλάβαιναν. Ο θάνατος τους βρήκε πάνω στην τρεχάλα ή σ’ ένα τηλεφώνημα την ώρα που φώναζαν κάθιδροι: μη μου πεις ότι δεν το έχεις έτοιμο….Δεν προλαβαίνω σου λέω…
Πού να τους βάλει κανείς. Όλους αυτούς τους καλοπροαίρετους που δεν είχαν ποτέ τους χρόνο για κανέναν. Άφησαν τελικά αυτή τη ζωή μαζί με τις δουλειές τους. Στη μέση.
«Δεν ξέρω γιατί σήμερα με το που βράδιασε σκέφτηκα τον πατέρα μου. Όχι πρώτη τη μάνα μου, τον πατέρα μου και μετά τα άλλα πεθαμένα μου. Μάλλον γιατί σε λίγες μέρες είναι το πρώτο Ψυχοσάββατο του χρόνου. Πριν την Τυρινή. Να πάω στην εκκλησία πρόσφορο, να βράσω και λίγα κόλλυβα».
Φεύγοντας από την πολυκατοικία της Παναγή Τσαλδάρη, η Σόνια Ντέτσεβα (πώς σας λένε..- Σόνια Ντέτσεβα, απάντησε με ξενική, βαλκάνια προφορά. Καταλαβαίνω εγώ ελληνικά), έδεσε πιο καλά το μαντήλι της και έσφιξε επάνω της το μαδημένο γούνινο πανωφόρι , να προφυλαχτεί από το ψιλόβροχο.
Τέλειωσε και για σήμερα το γνωστό της πέρασμα από την πολυκατοικία της Παναγή Τσαλδάρη.
Σύρθηκε ως εκεί λίγο βαριά. Ανακατώθηκε με τους τουρίστες στον Υπόγειο και βγήκε σε κείνη την πλατεία που πλέον δε σηματοδοτούσε τίποτα. Ψευτογκλαμουριά των ανακαινισμένων πολυκαταστημάτων, των ξενοδοχείων και του σιντριβανιού που την επανέφερε δήθεν, ανάκατα με τους παραδρόμους των δοξασμένων ονομάτων. Μαρίκα Κοτοπούλη και ναρκομανείς ετοιμοθάνατοι, αδύνατοι, σκελετοί μιας χαμένης ζωής και μαυρούλες πόρνες για αντίστοιχη πελατεία. Ούτε να λυπηθείς. Τόση απελπισία. Αποστρέφεις το βλέμμα μη και χάσεις τα δικά σου. Κι είναι τόσες οι προσωπικές σου δυστυχίες που δε χωρούν ούτε την εικόνα μια δήθεν ομορφιάς, ούτε τη δυστυχία αυτοπροσώπως.
Ψιλή, νταρντάνα, η Σόνια, θα τη χαρακτήριζε κανείς απροσδιορίστου ηλικίας και ωραιότητος, με τα χοντρά μυωπικά γυαλιά που παραμόρφωναν τα ανοιχτόχρωμα μάτια της, τη φαρδιά παντελόνα και τα χέρια της, πάντα καλυμμένα με γάντια, για το κρύο μάλλινα με κομμένα τα ακροδάχτυλα ή πλαστικά για τις δουλειές . Όποιος πρόσεχε θα παρατηρούσε πως τα νύχια της ήταν περιποιημένα και απαλά. Σαν να είχε κρατήσει για τον εαυτόν της τη μόνη θηλυκότητα που επέτρεπε. Όμορφα , αλλά άβαφα νύχια.
Ήταν γερή και είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη των εργοδοτών της. Τρεις δικηγόροι, τέσσερις μεσίτες, ένας συμβολαιογράφος, ένας ντετέκτιβ παροπλισμένος από την εποχή του 80 που καταργήθηκε η μοιχεία (ό,τι έκανε τα πρώτα του βήματα), αλλά κληρονόμησε το γραφείο από τον πατέρα του. Τα τελευταία 10 χρόνια συνεργάζεται με έναν αστυνομικό που έπεσε σε δυσμένεια και είναι σε διαθεσιμότητα μέχρι να περαιωθεί η υπόθεση και στον ΄Αρειο Πάγο.
-Θα τους τα πάρω Σόνια χοντρά και με τόκο…Χαχα! Κανείς δεν τη φέρνει στο Σωτήρη Λεούση.
Έως τότε όμως κάτι έπρεπε να κάνει. Δουλειές άγνωστες στους πολλούς. Πινακίδες και γραφείο, στάχτη στα μάτια. Με τον Στελλάκη τάχαν βρει. Η φίρμα Στελλάκης (όχι Στέλιος) Στελλάκης Χατζηπέτρος, ήταν εγγύηση. Γραφείο από τη δεκαετία του 70 σου λέει. Με άδεια κλπ…
H στοά του ισογείου γεμάτη γραφεία μεταφράσεων από Ρωσικά, Ρουμάνικα, Αλβανικά, Σλοβάκικα και ταξιδιωτικά γραφεία απ’ όπου έφευγαν πούλμαν για όλες τις Ανατολικές χώρες. Επίσης Δακτυλογραφήσεις – Eκτυπώσεις – Μέηλ- Free WIFI, κατάστημα περουκών και ένα sex shop, πρόσφεραν πολλές προοπτικές και ένα καφενείο με το ωραιότερο κεφαλοτύρι σαγανάκι της στοάς που εξ αιτίας του μοσχομύριζαν τα υπόγεια και οι σκάλες μετά τις 12 το μεσημέρι όταν άρχιζαν οι παραγγελίες για ουζάκια ή τσίπουρα.
Όλο κάτι συναντήσεις και συζητήσεις λάμβαναν χώρα μεταξύ των γειτονικών γραφείων και συγκατοίκων, συνοδεία ούζου και τσίπουρου κι ένα τρατζίστορ του 70 κι αυτό στα λαϊκά.
Της άρεσαν της Σόνιας τα λαϊκά. Αν κάτι της άρεσε σ’ αυτήν τη χώρα ήταν τα τραγούδια της και οι παλιές ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες.
Στο υπόγειο οι τουαλέτες για εξυπηρέτηση των πελατών μόνον, με νιπτήρες και βρύσες με τρεχούμενο νερό (η Σόνια είχε αναλάβει να καθαρίζει και αυτές, με έξτρα αμοιβή ) και μισογκρεμίδια από παλιά μαγαζιά. Οι ξεθωριασμένες ταμπέλες έδειχναν ένα στίγμα ανάπτυξης σε όρια γειτονιάς του 60. Μια υπόγεια γειτονιά με Κουρείον, Μαντάρονται κάλτσαι – νάυλον, Σφραγίδαι, Ηλεκτρικαί συσκευαί – όλα με δόσεις και διάφορα γράμματα να αιωρούνται ξεγραμμένα από το χρόνο.
Στο κέντρο, ψηλά, ένα αίθριο έστελνε λερωμένο φως μέσα από τα τζαμάκια , άλλα θρυμματισμένα, άλλα απλώς βρώμικα και διέκρινες την γυριστή κουπαστή της σκάλας να φτάνει ως τον ουρανό.
-Μπαμπά κοίτα…Φτάνεις στον ουρανό και από τις σκάλες.
-Και πότε ήρθες στην Ελλάδα Σόνια; Μέσα στη δεκαετία του 90; Με τους πρώτους;
-Όχι, όχι. Το 2004 με τους Ολυμπιακούς…Πάνω από 20 χρόνια είμαι εδώ.
-Πώς ήρθες; Περπατώντας; Κολυμπώντας πέρασες τον Έβρο;
Οι ερωτήσεις των δικηγόρων της έφερναν αμηχανία. Απαντούσε όσο μπορούσε κοφτά και αόριστα.
-΄Εχεις πρόβλημα με τα χαρτιά σου; Θέλεις να το αναλάβω;
-Όχι, όχι, εντάξει. Εγώ εντάξει.
Μήπως θέλεις Ι.Κ.Α; Γιατί αν είναι έτσι…
-Όχι, όχι βάνω μόνη μου…
Με τίποτα δεν έδειχναν καθαρά αυτά τα γραφεία.΄Ο,τι και να τους έκανες, έμενε αυτό το πολυκαιρίσιο γάριασμα στους τοίχους και τα ξύλινα, ξεφλουδισμένα κουφώματα.
Να μη μιλήσουμε δε για τα πατώματα με τα παλιά μαυρισμένα μωσαϊκά ή τις σκοροφαγωμένες μοκέτες, κάποτε μάλλον γκρι, και τις στάμπες από χυμένους καφέδες.
Παρ’ όλα αυτά έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε. ΄Εφτανε πάντα με το πράσινο σακ βουαγιάζ το αγορασμένο από τα φτηνά της Αθηνάς, έβγαζε τα χρειώδη, φορούσε τις μαύρες γαλότσες της κι έπλενε και γυάλιζε τις επιφάνειες και τα τζάμια, έβαζε μικρά λουλουδάκια σε ποτήρια, ξεσκόνιζε τις βιβλιοθήκες και τους φωριαμούς με τους φακέλους (πόσοι πεθαμένοι θα βρίσκονται εδώ , σκεφτόταν, καθώς τίναζε από τη χαρτούρα μικρές νεκρές κατσαριδούλες που είχαν πέσει θύματα της βουλιμίας τους) αρωμάτιζε με αποσμητικό χώρου και άνοιγε πόρτες και παράθυρα να φύγει η τσιγαρίλα.
΄Εξι μήνες τώρα και οι πελάτες της ήταν ενθουσιασμένοι. Της είχαν δώσει κλειδιά , να έρχεται και τα Σαββατοκύριακα αν τη βόλευε.
Άναυδοι είχαν μείνει την πρώτη φορά που βρήκαν τα λουλουδάκια στα ποτήρια, ή μια φέτα κέικ που είχε φτιάξει η Σόνια με συνταγή από τη χώρα της. Μύγδαλα, σταφίδες και πιπερόριζα.
Μετά περίμεναν τις μικρές εκπλήξεις της Σόνιας σαν παιδιά τις καραμέλες από τα χέρια της μάνας τους. Πράγμα σπάνιο δηλαδή.
Την επόμενη μέρα, Φλεβάρης ήταν και είχε Βοριά στην Αθήνα, παραμονή του Ψυχοσάββατου, η Σόνια πέρασε από ένα ανθοπωλείο και αγόρασε μαργαρίτες, μετά από το μικρό μπακάλικο για όσα απαιτούσαν τα κόλλυβα, και τέλος γύρισε σπίτι της να αναπιάσει το προζύμι για τα πρόσφορα.
Έβρασε το στάρι και το ανακάτεψε με λίγη καστανή και άσπρη ζάχαρη, μύγδαλα καβουρντισμένα, μαύρες σταφίδες, τριμμένη φρυγανιά, σπόρους ροδιού και μαϊντανό. Ετσι τά φτιαχνε η μάνα της , έτσι κι αυτή.
Έβαλε τη μισή ποσότητα σε έναν δίσκο, τα πατίκωσε με ζάχαρη άχνη και με τις υπόλοιπες σταφίδες σχημάτισε ένα μαύρο σταυρό. Στις γωνίες του έβαλε μικρές τουφίτσες μαϊντανό και από ένα σπυρί ροδιού.
΄Εβγαλε ένα μικρό σημειωματάριο και έκοψε μια σελίδα όπου, αφού σχημάτισε στην κορυφή έναν μικρό σταυρό, έγραψε τα ονόματα των πεθαμένων της.
Το υπόλοιπο στάρι το ανακάτωσε με τα ίδια υλικά και γέμισε δέκα σακουλάκια μνημοσύνου.
Εκοψε άλλες δέκα σελίδες και έγραψε ανορθόγραφα και κάπως τρεμουλιαστά «Ζόη σε λώγγου σας».
Εν τω μεταξύ φούσκωσαν τα δύο πρόσφορα και τα στάμπωσε με την ξύλινη σφραγίδα της μάνας της με το σταυρό και το ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ, προτού τα βάλει στο φούρνο.
Όταν καλοψήθηκαν τα έβγαλε και τα τύλιξε ικανοποιημένη σε άσπρες πετσέτες. Ένα πρόσφορο για τους πεθαμένους κι ένα για τους ζωντανούς μονολόγησε.
Άναψε το καντήλι της μάνας της για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια. Το καντήλι που φώτιζε φωτογραφίες των πεθαμένων της και μια εικόνα της Παναγίας βρεφοκρατούσας, παλιά και κάπως μαυρισμένη από τον καπνό των κεριών και του καντηλιού.
Κοιμήθηκε ήσυχα, χωρίς όνειρα, χωρίς περισπασμούς, μόνο ένα ήρεμο γαλαζοπράσινο φως σα να συνόδευε την αναπνοή της.
Πόσα χρόνια είχε να κοιμηθεί τόσο ήρεμα; Πέντε. Ναι, πέντε, από τότε…
Ξύπνησε χαράματα, έκανε ένα ζεστό πλούσιο μπάνιο, λούστηκε, ντύθηκε με ρούχα καθαρά , πήρε το λεωφορείο της γραμμής και πήγε σε μια εκκλησία του κέντρου της πόλης , κοντά στην πλατεία Βάθη(ς).
΄Αφησε τα πρόσφορα και την πιατέλα με τα κόλλυβα, έβαλε ένα κεράκι στο κέντρο του σταυρού και παρακάλεσε τον εφημέριο να κοινωνήσει πρώτη γιατί έπρεπε να πάει στη δουλειά.
Έκανε το σταυρό της, προσευχήθηκε , κοινώνησε κι έφυγε.
Το κτίριο της Παναγή Τσαλδάρη δεν είχε ακόμα αποκτήσει την πρωινή του κίνηση. Τα μαγαζιά ήταν κλειστά, όπως και τα περισσότερα γραφεία που δεν θα άνοιγαν πριν τις 9.
Η Σόνια παρότι είχε ήδη καθαρίσει γι αυτή τη βδομάδα τα γραφεία, ανέβηκε στους ορόφους των πελατών της και άφησε από ένα σακουλάκι κόλλυβα, εκτός από το γραφείο των ντεντέκτιβ που άφησε δύο, το σημείωμα με το «Ζόη σε λώγγου σας» κι έβαλε από μια μαργαρίτα σε κάθε ποτήρι.
«Flores para los Muertos» ψέλλισε η Σόνια και δάκρυσε.
Μετά κατέβηκε με το ασανσέρ στις υπόγειες τουαλέτες, παρέμεινε εκεί κανα δεκάλεπτο και ανέβηκε στο ισόγειο από τις σκάλες, ξεκλείδωσε τη σιδεριά που έκλεινε τη στοά , βγήκε, ξανακλείδωσε και αποχώρησε, κοιτώντας με ένα πλατύ χαμόγελο τον ουρανό που ήταν συννεφιασμένος, αλλά ξάνοιγε τόπους, τόπους.
Το βράδυ της ίδιας μέρας, η Ελένη Λάμπρου, συνταξιούχος εφοριακός, διαζευγμένη εδώ και χρόνια από έναν σύζυγο χαμένο κυριολεκτικά, βγήκε στη βεράντα του διαμερίσματός της, του πέμπτου ορόφου της πολυκατοικίας επί της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, στο ύψος του γηπέδου του Παναθηναϊκού, σχεδόν δίπλα από την Ασφάλεια Αττικής. Είχε αναμμένη την τηλεόραση στη διαπασών, πράγμα σπάνιο γι αυτήν και περίμενε τις ειδήσεις.
Κοιτούσε εδώ και ώρα τ αστέρια μην τυχόν και πέσει κανένα χωρίς να το προλάβει. Στο τραπέζι μέσα στη σαμπανιέρα, πάγωνε ένα ακριβό αφρώδες κρασί.
Η ίδια ήταν ντυμένη με τα καλά της και για πρώτη φορά εδώ και χρόνια όχι στα μαύρα.
Φορούσε μπορντό σύνολο με διαφάνεια στη μπλούζα, λευκές πέρλες στο λαιμό με ασορτί σκουλαρίκια και μια μαύρη μοχιέρ εσάρπα που την τύλιγε από τους ώμους. Μακιγιαρισμένη ελαφρά με το ροζέ κραγιόν της, θα έλεγε κανείς πως ήταν μια όμορφη, ώριμη γυναίκα. Εκείνο που ξεχώριζε ήταν τα καλοχτενισμένα σε χαμηλό κότσο σινιόν γκρίζα της μαλλιά και τα όμορφα φρεσκοβαμμένα περλέ-ροζέ νύχια.
Ξαφνικά άκουσε τον εκφωνητή να λέει «διακόπτουμε το πρόγραμμά μας για μια έκτακτη είδηση: Νεκροί βρέθηκαν σήμερα το απόγευμα ο ντεντέκτιβ Στυλιανός ή Στελλάκης Χατζηπέτρος και ο αστυνομικός Σωτήρης Λεούσης ο οποίος είχε προ πενταετίας απασχολήσει τη δικαιοσύνη με τον ανεξήγητο θάνατο της συντρόφου του Ανθής Πετρούτσου. Η υπόθεση εκκρεμεί στον Άρειο Πάγο εφόσον ο εισαγγελέας έχει ασκήσει αναίρεση στην αθωωτική λόγω αμφιβολιών απόφαση του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών που είχε ανατρέψει την καταδικαστική απόφαση του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου που τον είχε καταδικάσει ισόβια, σε πρώτο βαθμό.
Ο θάνατος επήλθε μάλλον από δηλητηρίαση από κόλλυβα. Τα ίδια βέβαια είχαν καταναλώσει και άλλοι οχτώ, εργοδότες όλοι μιας Σόνιας Ντέτσεβα που είχαν ως καθαρίστρια, αλλά αυτοί δεν έπαθαν τίποτα.
Οι αρχές την ψάχνουν, όμως τα ίχνη της έχουν εξαφανιστεί.
Στις τουαλέτες του υπογείου του κτηρίου επί της Παναγή Τσαλδάρη, όπου εντοπίστηκαν τα θύματα, οι αρχές βρήκαν μία μαύρη περούκα, ένα ζευγάρι χοντρά γυαλιά, ένα ζευγάρι γαλότσες και δύο ζευγάρια γάντια, ένα μάλλινο με κομμένα τα ακροδάχτυλα και ένα ζευγάρι πλαστικά. Όλα βρίσκονταν μέσα σε μια γούρνα γεμάτη νερό, χλώριο και άκουαφόρτε.
Οι έρευνες προσανατολίζονται περισσότερο στο περίεργο παρελθόν του Σωτήρη Λεούση, ο οποίος βρίσκεται σε διαθεσιμότητα από την Υπηρεσία του, αφού ο Στυλιανός Χατζηπέτρος δε είχε απασχολήσει ποτέ τις αρχές, παρά το επάγγελμά του. Μάλλον αυτός αποτέλεσε παράπλευρη απώλεια.
Νεότερα σε λίγο».
Εκείνη την ώρα η Ελένη Λάμπρου άνοιξε με πάταγο το κρασί, γέμισε το ποτήρι της και κοίταξε τον ουρανό που απόψε είχε στείλει τους νεκρούς νωρίς για ύπνο και κανένα αστέρι δεν της έκανε τη χάρη να εμφανιστεί.
Άναψε τότε αυτή τσιγάρο, τράβηξε μια γερή ρουφηξιά, κοίταξε με λατρεία τη φωτογραφία της όμορφης κόρης της, της Ανθούλας της που στόλιζε το τραπέζι και φώναξε προς τ άστρα:
«Δεν πειράζει μπαμπά , όταν αναλαμβάνουν οι μητέρες μπορείτε να κοιμάστε ήσυχοι».
Εκείνη τη στιγμή νόμισε ότι διέκρινε ένα μικρό αστεράκι να πέφτει, σα δάκρυ.
Υ.Γ. Flores para los muertos : «Λουλούδια για τους πεθαμένους» φράση από το «Λεωφορείο ο Ποθος» του Τ. Ουίλιαμς
ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ
ΑΘΗΝΑ 16-01-2026