Περιμένοντας τον Γκοντό’11

«Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμιουελ Μπέκετ, σε Μετάφραση Σουζάνας Χούλια
και Σκηνοθεσία Κωστή Καπελώνη, στο «Θέατρο Τέχνης»

Το έργο πρωτοανέβηκε στο Θέατρο Τέχνης το 1968 σε μία εμβληματική παράσταση
που γνώρισε τον μεγάλο υπαρξιστή Ιρλανδό συγγραφέα στο ελληνικό κοινό.
Γράφτηκε το 1948-1949 αμέσως μετά την λήξη του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου,
εκφράζοντας την φρίκη των ανθρώπων που έβγαιναν από το κρεματόριο αυτού του
πολέμου και πρωτοανέβηκε στο Παρίσι το 1953, όταν το πρωτοποριακό θέατρο
της εποχής, χαρακτηριζόταν από τον σουρεαλισμό του Ιονέσκο, το κλασσικό
μεγαλείο του Μπαρρώ και τον πολιτικό υπαρξισμό του Σαρτρ.
Ο «Γκοντό» αποτέλεσε μία τομή στην συνέχεια του θεατρικού φαινομένου. Καμία
ανάμνηση νατουραλιστικού θεάτρου. Μία άδεια σκηνή, ένα δέντρο, ένας δρόμος
και δύο φιγούρες που απλά περιμένουν και επιζούν. Τι και από τι; Η απάντηση
βρίσκεται στην πλευρά του θεατή και όχι του συγγραφέα.
Εύστοχα το έργο του Μπέκετ συσχετίστηκε ως αξία με την αρχαία τραγωδία.
Η μόνη διαφορά δεν είναι τίποτε άλλο από την ανυπαρξία Θεού. Στην σύγχρονη
τραγωδία ο Θεός απουσιάζει, έτσι η ύπαρξη δεν είναι παρά ένα φιάσκο, ένα
σφάλμα που γεννάει την ενοχή, το τραγικό πρόσωπο αντιπροσωπεύει την
εξιλέωση για το πρωταρχικό αμάρτημα. Το αμάρτημα ότι γεννήθηκε.
Από κει και πέρα το πρόσωπο βιώνει το άγχος της φθοράς και του αναπότρεπτου
τέλους, την υπαρξιακή μοναξιά σ΄αυτήν την πορεία, την πικρή γνώση, ότι παρά
τις επί μέρους ανταρσίες, άλλη μοίρα δεν υπάρχει από την επιστροφή στο
μηδέν.
Ολος αυτός ο κόσμος του Μπέκετ, πρόσωπα σε εκκρεμότητα, στο όριο της
αποσύνθεσης, γέννημα της φιλοσοφικής σκέψης του 20ου αιώνα, κόσμος
ανδρικέλων (με την αρχαία σημασία: ανδρί είκελα, δηλ. ομοιώματα ανθρώπων),
που τη φύση τους χαρακτηρίζει η αδυναμία να συγκατοικήσουν με την ύπαρξη,
να αποδεχτούν το παράλογο που τη χαρακτηρίζει, εγκλωβισμένα σ’ αυτόν τον
κλειστό κόσμο τους, προσπαθούν να «επιβιώσουν» , παρότι τείνουν στην
τελική τους εκμηδένιση. Μοιάζει να μας λέει ο συγγραφέας ότι αφού ο
άνθρωπος υπερφόρτωσε τη ζωή με νοήματα και σημασίες, έφτασε στο σημείο η
ζωή να μην έχει πια κανένα νόημα. Αυτή η «υπαρξιακή αγωνία» είναι και η
τραγωδία του σύγχρονου ανθρώπου.
Οχι τυχαία το σύνολο του έργου του θεωρήθηκε ως ό,τι πιο φορμαλιστικό
εμφανίσθηκε στη σκηνή του δυτικού κόσμου μετά από το αρχαίο δράμα.
Εάν όμως στην αρχαία τραγωδία τα πάθη των ανθρώπων εξιλεώνονταν μέσω της
«κάθαρσης», στον Μπέκετ η ίδια η θεατρική σκηνή, είναι το «καθαρτήριο» της
ύπαρξης.
Όπως όλα τα κλασσικά κείμενα έτσι και ο «Γκοντό» παίρνουν κάθε φορά κάτι
από την εποχή που ανεβαίνουν.
Στην σημερινή εποχή της κρίσης, της αβεβαιότητας για το μέλλον και του
μαζικού πρωτόγνωρου φόβου για εκατομμύρια ανθρώπους που είχαν επαναπαυτεί
στην ασφάλεια της ευρωπαϊκής τους ένταξης, το έργο του Μπέκετ παίρνει την
αρχική του ζοφερή χροιά .

Η σκηνοθεσία του Καπελώνη, με την επιλογή του να υπηρετηθεί το έργο μόνο
από γυναίκες ηθοποιούς και στηριγμένη στις εξαιρετικές κυρίες του θεάτρου
μας, την Κάτια Γέρου, τη Δήμητρα Χατούπη τη Μυρτώ Αλικάκη τη Λουκία
Πιστιόλα αλλά και τη μικρή Αριάδνη Καβαλιέρου, προέβαλε το άφυλο των ηρώων
δίνοντάς τους έτσι ακόμα περισσότερο τη συμβολική διάσταση.
Η παράσταση είχε ρυθμό, αποδόθηκε με την ακρίβεια μουσικού κουαρτέτου,
τονίζοντας την κωμικοτραγική μορφή της ύπαρξης, μέσω της αθωότητας των
ηρώων.
Ιδίως η Κάτια Γέρου στο ρόλο του Εστραγκόν, απέδειξε για άλλη μια φορά την
ερμηνευτική της στόφα. Επλασε έναν Εστραγκόν αθώο, ρευστό μέσα στο χρόνο,
έναν παιδικό χαδιάρη εαυτό που κομμάτι του μας διεκδικεί όλους.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ