ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ
«Περί της εννοίας του προσώπου του υιού του Θεού», του Ρομέο Καστελούτσι
Στη σκηνή δεσπόζει μια υπερμεγέθης αναπαραγωγή του έργου του Αντονέλο ντε
Μεσίνα «Ο Σωτήρας του κόσμου». Ενας ασπρόμαυρος Χριστός, λίγο θλιμμένος
χωρίς τα αναγεννησιακά χρώματα της εποχής του ζωγράφου.
Μπροστά μας το εσωτερικό ενός μοντέρνου διαμερίσματος με κατάλευκα έπιπλα,
μοκέτα κλπ . Διαμέρισμα ενός τεχνοκράτη. Σ’ αυτό το χώρο επί 35 λεπτά ένας
γέρος που πάσχει από ακράτεια, εκκενώνει διαρκώς, λερώνοντας τα πάντα με τα
περιττώματά του. Ο γιός του άλλοτε με υπομονή και τρυφερότητα, άλλοτε
διαμαρτυρόμενος, καθαρίζει ξανά και ξανά τον πατέρα του, που στο τέλος ως
αυτοτιμωρία ή εκδίκηση, πασαλείβεται όλος, αδειάζοντας επάνω του ένα
μπιτόνι με περιττώματα. Κατόπιν οδεύει προς το πρόσωπο του Χριστού και
χάνεται.
Ο διάλογος μεταξύ τους είναι υποτυπώδης, ο πατέρας απολογείται ζητώντας
συγνώμη για την κατάστασή του, ο γιός τον καθησυχάζει. Ο ίδιος στο τέλος θα
προσεγγίσει την εικόνα και θα φιλήσει τα χείλη του Χριστού.
Η σκηνή μετατρέπεται ξαφνικά σε πεδίο μάχης. Δεκάχρονα παιδιά εισβάλλουν
και από τις σχολικές τους τσάντες αρχίζουν να βγάζουν και να πετούν
χειροβομβίδες στην απεικόνιση του Χριστού. Κρότοι από εκρήξεις δημιουργούν
πολεμική ατμόσφαιρα η οποία ολοκληρώνεται όταν η μεμβράνη με το πρόσωπο του
Ιησού κομματιάζεται από άγνωστους εισβολείς ή αυτούς που βίαια επιθυμούν να
οικειοποιηθούν το πρόσωπό του, μαγαρίζοντάς το με περιττώματα που τρέχουν
πια ως δάκρυα, ενώ από κάτω μισοφέγγει η φράση «δεν είσαι ο ποιμένας μου»
με το «δεν» να τρεμουλιάζει.
Γίνεται φανερό από την παραπάνω περιγραφή πως ο ζωγράφος-σκηνοθέτης
Καστελούτσι κατόρθωσε να φτιάξει επί σκηνής και πάλι εικόνες δυνατές ,
εικόνες που σοκάρουν και δεν αφήνουν κανέναν αδιάφορο. Αν αυτό επιθυμούσε
πράγματι το κατάφερε. Η αηδία από τις επαναλαμβανόμενες σκηνές όπου ο
εξευτελισμός της φθοράς του ανθρώπινου σώματος αποτυπωνόταν με την ακράτεια
του γέρου πατέρα, εναλλασσόταν με την τρυφερότητα του γιού που ως αρσενική
«Πιετά» του αγκάλιαζε τα πόδια και ολοκληρωνόταν με τη σκηνή βανδαλισμών
και βίας.
Ο σκηνοθέτης φυσικά δεν μπορεί να αποκρύψει τις θεολογικές υπαρξιακές του
ανησυχίες . Η καθολική θρησκευτική του παιδεία, του δημιουργεί ενοχές και
ματαιώσεις από την απουσία του «Θεού» στην σύγχρονη και υπό κατάρρευση
εποχή μας. Η ίδια αυτή ενοχή εκφράζεται και στην αντιμετώπιση του φυσικού
ανθρώπινου σώματος που οι ανεξέλεγκτες εκκρίσεις του μολύνουν το πρόσωπο
“Εκείνου”. O θρησκευτικός δυισμός «σώματος και ψυχής», «ύλης» και
«πνεύματος», καταδυναστεύει ακόμα τους ανθρώπους της «Χριστιανικής Δύσης»
και μάλιστα στην πιο σκληροδομημένη εκδοχή του «Καθολικισμού».
Αυτή η οργισμένη παιδική αμηχανία που εκφράστηκε δυναμικά με την εισβολή
των παιδιών, υπονοεί την αμηχανία του ίδιου του καλλιτέχνη απέναντι στη
διατάραξη της ισορροπίας του κόσμου, όπως τη βιώνουμε την πρώτη δεκαετία
του καινούργιου αιώνα και που όπως φαίνεται ακόμα η τέχνη δεν έχει
αφομοιώσει.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ