«ΠΛΑΤΟΝΟΦ» του Αντον Τσέχοφ, σε διασκευή Ντέιβιντ Χέαρ , Μετάφραση Εφης
Γιαννοπούλου και σκηνοθεσία Γιώργου Λάνθιμου, στο Εθνικό Θέατρο
Στο πρωτόλειο αυτό έργο του ο Τσέχοφ μοιάζει να δοκιμάζει την ατμόσφαιρα,
τα μοτίβα και τους χαρακτήρες που θα αναπτύξει στα επόμενα έργα του και που
τον κατέταξαν στους κλασσικούς του σύγχρονου θεάτρου. Η προεπαναστατική
επαρχιακή Ρωσία, μία μεσοαστική τάξη που πλήττει, άφραγκοι πρώην
αριστοκράτες, χρέη, ένα κτήμα που πουλιέται, αδιέξοδοι έρωτες, ένας
διανοούμενος που ταράσσει τα νερά, η αλλαγή που δεν έρχεται… Μια ατέλειωτη
αναμονή.
Βρέθηκε είκοσι χρόνια μετά το θάνατό του, άτιτλο, κάτι σαν ένα
«δοκιμαστικό» που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Ο Ντέιβιντ Χέαρ διασκεύασε και παρουσίασε το έργο στο Λονδίνο το 2001
κόβοντας και ράβοντας, αφαιρώντας πρόσωπα και διάρκεια, διασώζοντας όμως το
βασικό του στίγμα.
Ο Γιώργος Λάνθιμος αντιμετώπισε το έργο ως «βασικό υλικό» ενός κόσμου σε
αποσύνθεση και αναμονή.
Δεν αποδόμησε μόνο το λόγο , δεν διέσπασε μόνο τη σκηνική του δομή, αλλά
έσπασε τα ίδια τα σώματα των ηρώων, μάλλον σε μια προσπάθεια
«σωματοποίησης» του πόνου των προσώπων.
Ένα αναγνωρίσιμο πια ύφος του κινηματογραφιστή καλλιτέχνη που προτιμάει να
συμβολοποιεί καταστάσεις εικονοποιώντας τες, παρά αναπαράγοντας σκηνικά τις
ανθρώπινες ζωές.
Ετσι οι ήρωές του (ο οργισμένος δάσκαλος Πλατόνοφ, η αθώα σύζυγος Σάσα, ή
χήρα Αννα, η νιόπαντρη Σοφία, η φοιτήτρια Μαρία αλλά και τα άλλα πρόσωπα)
κινούνται και μιλούν σαν ανδρείκελα, σαν ξεκάρφωτες ψυχές ή άψυχα σώματα,
σ’ ένα σύγχρονο αλλά επαρχιακό ballroom, σε μια αίθουσα που έμοιαζε χώρος
άσκησης ή εκμάθησης χορού.
Κινούνται αενάως, χορεύοντας σχεδόν χαριτωμένα σαν πετρωμένοι μικροαστοί
και εκτοξεύουν τις φράσεις χωρίς συναίσθημα ή συμμετοχή. Διαπληκτίζονται ,
αγκαλιάζονται ή επιτίθενται ο ένας στον άλλον, χτυπώντας πάνω σε πλαστικά
μπαλόνια που κυοφορούν κάτω από τα ρούχα τους. Συνήθως δε αυτά σπάνε σαν τα
ξέπνοα συναισθήματά τους. Ενας χορός θανάτου από ανθρώπους τελειωμένους.
Κάπου στο τέλος διασώζονται μάλλον οι γυναίκες, ως πιο απελπισμένες και γι
αυτό πιο ζωντανές.
Στο βάθος υπάρχουν δύο αυτόματοι πωλητές αναψυκτικών και junk food, ενώ
κάτι παλιομοδίτικες Καζαμπλάνκες ρίχνουν ένα άρρωστο κίτρινο φως στη σκηνή.
Στο δάπεδο ζωγραφισμένες πατούσες οδηγούν τους ηθοποιούς στα βήματά τους.
Οι καταπληκτικοί ηθοποιοί (Μαρία Πρωτόπαππα, Αρης Σερβετάλης, Αγγελική
παπούλια, Ελενα Τοπαλίδου, Μάνος Βακούσης κλπ), εκτελούν τη χορογραφία κατά
γράμμα, μεταφέροντάς μας με το στακάτο λόγο και τις σπασμένες κινήσεις τους
αυτή τη θανατερή πλήξη μιας τάξης νεκροζώντανης, σε αναμονή του τέλους της,
εφόσον τίποτε δεν ονειρεύεται να παράξει.
Μυστηριωδώς δεν με εξέπληξε η τέτοια χρησιμοποίηση του έργου από τον
Λάνθιμο. Ούτε αισθάνθηκα να κακοποιείται ο λόγος του έργου. Κυρίως γιατί
ήταν ορατή σε μένα η αυθεντικά σπαρακτική ματιά του συγγραφέα στο σήμερα
και στη κρίση της μεσαίας τάξης. Που αποδόθηκε με απόλυτη ποιητικότητα.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ