ΜΑΪΚΛ ΚΕΝΙ «ΕΝΑ ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ»
Στη «ΜΙΚΡΗ ΠΟΡΤΑ» ΤΗΣ ΞΕΝΙΑΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ
Σε Μετάφραση Κ. Σκαλιώρα και Σκηνοθεσία Γιάννη Μόσχου
Πώς λες σ’ ένα παιδί λίγο πριν την εφηβεία ότι η γιαγιά του πέθανε; Πώς
δικαιολογείς την αφημένη ομπρέλλα της στο καθιστικό και τα γυαλιά της που
δεν αποχωριζόταν ποτέ; Πώς καλύπτεις την απουσία και πώς κάνεις υποφερτή
την απώλεια;
Πώς μιλάς τελικά για το θάνατο χωρίς να τον αναφέρεις ποτέ και κυρίως χωρίς
να πληγώσεις την παιδική χαρά;
Ο Μάικλ Κέινι βρήκε τον μαγικό τρόπο. Αυτός ο σημαντικός άγγλος θεατρικός
συγγραφέας, ο παιδαγωγός με τα 40 θεατρικά έργα για παιδιά, παραδίδει
κυρίως σε μας τους μεγάλους ένα συγκλονιστικό μάθημα.
Γιατί την απώλεια αρνούμαστε περισσότερο εμείς οι ενήλικες να τη δεχτούμε
παρά τα παιδιά. Γιατί τα παιδιά είναι έτοιμα να δεχτούν τη ζωή όπως είναι.
Δηλαδή πως στη ζωή «άλλα αλλάζουν κι άλλα μένουν ίδια» κι έτσι η ίδια
συνεχίζεται.
Ο φόβος της απώλειας με την συνακόλουθη ανάγκη μας για έλεγχο των πάντων,
«πολιτιστικό προϊόν του δυτικού μας πολιτισμού», κατατρώει εμάς
περισσότερο, αφυδατώνει την ικανότητά μας να φανταστούμε, να ονειρευτούμε,
να δοθούμε στον Αλλον, να ζήσουμε τελικά τη ζωή που μας δόθηκε ως ένα
συναρπαστικό και αναντικατάστατο ταξίδι που κάποτε θα ολοκληρωθεί για τον
καθέναν μας ατομικά, έτσι ώστε να δοθεί χώρος να κάνουν το ίδιο ταξίδι τα
επόμενα παιδιά και τα επόμενα…
Τα παιδιά λοιπόν είναι έτοιμα να δεχτούν πως η γιαγιά έφυγε με ένα τσίρκο
για να πραγματοποιήσει το μυστικό της όνειρο. Να χορεύει ακροβατώντας σ’
ένα τεντωμένο σκοινί ψηλά στους ουρανούς, φορώντας το λαμπερό της φουστάνι
και μια ροζ ομπρέλλα, χωρίς γυαλιά γιατί πια δεν τα χρειάζεται. Μια ζωή
προετοιμαζόταν γι αυτό το ταξίδι. Μια ακροβάτισσα της ζωής η γιαγιά.
Γι αυτό σας λέω πως αυτό το έργο είναι περισότερο για μεγάλους παρά για τα
παιδιά. Εμείς τόχουμε περισσότερο ανάγκη. Και νάναι καλά η Ξένια
Καλογεροπούλου που μας το θυμίζει 20 χρόνια τώρα με την Μεγάλη και τη Μικρή
της Πόρτα.
Ο συγγραφέας δόμησε αριστουργηματικά το έργο σαν μια εικονογραφημένη
αφήγηση, με τον τρόπο που μιλούν τα παιδιά και όσοι τα καταλαβαίνουν.
Δηλαδή με αφαιρέσεις, προσθέσεις, επαναλήψεις, πηδήματα στο χώρο και το
χρόνο και συμπληρώματα φαντασίας.
Απόλυτη λιτότητα , μόνο τα σημαντικά λέγονται, τα υπόλοιπα εννοούνται και
όσα από τα σημαντικά παραλείπονται , η μικρή της ιστορίας μας θα τα
επισημάνει και θ’ απαιτήσει απ’ τον παππού να λεχθούν ή να γίνουν. «Πώς να
κρυφτείς απ’ τα παιδιά, έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα» που λέει κι ο δικός
μας έφηβος Διονύσης Σαββόπουλος.
Ο Γιάννης Μόσχος σκηνοθέτησε μινιμαλιστικά το έργο , σαν ένα κουκλόσπιτο
που ανοίγει και φανερώνει ενδεικτικά τα μυστικά του και μια Αλίκη σε φυσικό
μέγεθος να περπατάει σε μια μικροσκοπική μακέττα της Χώρας των Θαυμάτων.
Οι μαγικοί φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου συμπλήρωναν τον σκηνικό χώρο
(Ελλη Παπαγεωργακοπούλου) δίνοντάς του φανταστικές διαστάσεις, χωρίς όμως
ν’ ακυρώνουν την απλή γήινη παρουσία των ηρώων με περιττές φαντασμαγορίες.
Κυρίαρχοι όμως του παιχνιδιού ήταν και παρέμειναν ως την τελευταία σκηνή οι
δύο πρωταγωνιστές.
Ο Δημήτρης Καταλειφός, απόλυτα δοσμένος στο ρόλο του παππού, ήταν ο σοφός,
γλυκός και υπομονετικός παππούς όλων μας, έτσι όπως η μνήμη τον έχει
εξειδανικεύσει ή όπως οι τυχερότεροι από εμάς τον ζήσαμε.
Η νεαρή Ιωάννα Παππά (στο ρόλο της μικρής Ελλης) μας αποζημίωσε για άλλη
μια φορά με την παρουσία της στη σκηνή, το μόνο φάρμακο – αντίδοτο στις
αναγκαστικές τηλεοπτικές φούσκες.
Η ικανότητα της Παππά να «ρέει» μέσα στο ρόλο κάθε φορά, να τον «ενδύεται»
με τόση φυσικότητα, θα πολλαπλασιάζεται όσο περισσότερο τη δοκιμάζει σε
πραγματικούς ρόλους, στο σκληρό σανίδι της σκηνής, φάτσα στο θεατή.
ΑΘΗΝΑ 19-5-04
ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ