ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗ

«Ἔστιν οὖν τραγωδία»…

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ ΤΟΥ ΑΙΣΧΥΛΟΥ, από το ΔΗΠΕΘΕ ΠΑΤΡΑΣ, σε Σκηνοθεσία
Σταύρου Τσακίρη

Ο «Προμηθέας Δεσμώτης» είναι το μόνο σωζόμενο δράμα μιας τριλογίας
(«Προμήθεια») που έχει ως θέμα της τη σύγκρουση ανάμεσα στον Δία και στον
Προμηθέα για την τύχη του ανθρώπινου γένους, που ο Ζεύς έχει αποφασίσει να
καταστρέψει. Ο Τιτάνας Προμηθέας εδώ παρουσιάζεται ως ο μόνος φίλος και
προστάτης των ανθρώπων.
Αρχετυπική μορφή κατά της τυραννίας, ο Προμηθέας, ο Τιτάνας που έκλεψε τη
φωτιά από τους θεούς για να την χαρίσει στους ανθρώπους, διαπράττοντας την
υπέρτατη ύβρη, ήτοι την αμφισβήτηση της εξουσίας του Δία και την ανατροπή
της κοσμικής τάξης, αφού αθάνατος ο ίδιος παίρνει το μέρος των θνητών,
τιμωρείται σκληρότατα από τον Δία. Αλυσοδένεται από έναν απρόθυμο Ηφαιστο
σ’ έναν βράχο στον Καύκασο, τον βράχο της τιμωρίας του.
Αρνείται τη συναλλαγή με τον Δία, ήτοι την αποκάλυψη του μυστικού που θα
αποκάλυπτε το από ποιόν κινδυνεύει, και δέχεται τον αφανισμό του.

Αυτό το κοσμικό δράμα διηγούνταν η αισχυλική τριλογία της «Προμήθειας» που,
όπως γράφεται χωρίς να επιβεβαιώνεται ούτε η σειρά τους, ούτε η χρονολόγησή
τους, διασώθηκε μόνο ένα μέρος της, ο «Προμηθέας Δεσμώτης». Το μέρος που
αφορά τη ρήξη του Προμηθέα με τον Δία. Τα υπόλοιπα, είχαν ως θέμα τη
συμφιλίωση του Τιτάνα με την Αρχή του κόσμου.
Η λύση που έδινε στο δράμα ο Αισχύλος, ήταν η ειρηνική επανάσταση, όμως
αυτή χάθηκε στα ερείπια του αρχαίου κόσμου.
Το στοίχημα για την δραματική αναπαράσταση του έργου, είναι να δοθεί μέσα
από την ακινησία, η διαρκής πυρετική, εσωτερική κίνηση του καθηλωμένου
πρωταγωνιστή, με γύρω του τον κύκλιο χορό.
Στον «Προμηθέα δεσμώτη», που διδάχθηκε περί το 470 π.Χ., τα πρόσωπα του
έργου ανήκουν στον θεϊκό κύκλο, ουδείς θνητός παίρνει μέρος, γι αυτό και η
ύβρις, η αμαρτία του Προμηθέα πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί διαφορετικά από την
ύβρη που διαπράττουν οι θνητοί.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Αισχύλος εξετάζει την διασάλευση της τάξης και
της εξουσίας, κι ίσως μεταφέρει τις προσωπικές του πεποιθήσεις για το θεϊκό
στοιχείο, την έννοια του δικαίου, το ηθικό πλαίσιο, στο πνεύμα των νέων
θεσμών της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.
Την παράσταση του Σταύρου Τσακίρη παρακολούθησα στο Αρχαίο Ωδείο της
Πάτρας, χώρο που προσωπικά με γοητεύει μιας και εκεί ήρθα σε επαφή για
πρώτη φορά με το Αρχαίο Δράμα.
Ηταν προς το τέλος της δεκαετίας του 1970, όταν μαθήτρια ούσα, άφησα το
διάβασμα για τις προαγωγικές εξετάσεις της επομένης, Ιούνιος ήταν και
δίναμε θρησκευτικά και ανηφόρισα για το Ωδείο, όπου ο μεγάλος Μάνος
Κατράκης, θεόρατος στα μάτια μου, έπαιζε τον «Προμηθέα Δεσμώτη».
Εκεί δεμένος σαν άλλος Χριστός, στο σταυρό ή το βράχο του μαρτυρίου,
βασανιζόμενος για τη σωτηρία του Ανθρώπου, το σώμα – μουσικό όργανο του
Μάνου Κατράκη με καθήλωσε. Δεν θα ξεχάσω το λιπόσαρκο κορμί απ όπου έβγαινε
η σπηλαιώδης φωνή, όχι από το στόμα λες, αλλά από βαθειά, το στομάχι και το
στέρνο, τα οποία είχαν μετουσιωθεί σε τύμπανα που πάλλονταν.
Αυτή η εικόνα του στατικού ήρωα που όλη του η κίνηση προέρχεται από το
πάθος του λόγου του, σφηνώθηκε στο μυαλό μου, σαν την τέλεια «μίμηση
πράξεως σπουδαίας», επηρεασμένη προφανώς και από την γυμνασιακή
αριστοτελική εκπαίδευση.
Εκτοτε παρακολούθησα αρκετές «κλασσικές», όπως εκείνη του Προμηθέα – Κώστα
Καζάκου, που με τον όγκο και την εμπειρία του έδινε υπόσταση στον ήρωα, ή
«μετανεωτερικές» προσεγγίσεις με τελευταία την «αντιηρωική» παράσταση του
Εκτωρα Λυγίζου το 2014, ο οποίος χρησιμοποίησε το έργο ως υλικό μαθητείας
από σχολιαρόπαιδα που προσπαθούν στο σήμερα να προσεγγίσουν το «μύθο του
Προμηθέα», με μάλλον απρόσφορο τρόπο.
Ο Σταύρος Τσακίρης, όπως δήλωσε ονειρεύτηκε έναν «Προμηθέα» που να βγαίνει
από τους δρόμους της πόλης, έναν σημερινό μαχόμενο άνθρωπο. « Στην
παράστασή µας, λέει ο Σκηνοθέτης, (ο Προμηθέας) χάνεται µέσα στους
ανθρώπους. Ίσως να ζει ακόµη δεσµώτης µέσα στις µεγάλες πόλεις».
Η παράσταση κίνησε το ενδιαφέρον κοινού και κριτικών εξ αρχής, λόγω της
ρηξικέλευθης απόφασης του σκηνοθέτη να αναθέσει την ερμηνεία του βασικού
ρόλου σε μία γυναίκα και μάλιστα σε μία ηθοποιό ελληνικής καταγωγής αλλά
ξενόγλωσσης την Κάθριν Χάντερ.
Η Χάντερ αποτελεί μια «σχολή» από μόνη της. Μικροσκοπική, με πρόσωπο αδρό,
γοητεύεται να ερμηνεύει ανδρικούς ρόλους.
Με καταγωγή από τις Οινούσσες, μεγαλωμένη στην Αγγλία, με σπουδές στη
Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης του Λονδίνου και κορυφαίες συνεργασίες
με σκηνοθέτες όπως ο Πίτερ Μπρουκ και θεατρικούς οργανισμούς όπως η Royal
Shakespeare Company, το Globe Theater και η Complicite, έχει ερμηνεύσει τον
Βασιλιά Ληρ, τον Ριχάρδο Γ, τον Πουκ στο «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας», τον
Συρανό ντε Μπερζεράκ και πρόσφατα τον Τίμωνα τον Αθηναίο. Διθυραμβικές
κριτικές απέσπασε για την ερμηνεία της στην παράσταση «Ο πίθηκος του
Κάφκα», βασισμένη στην «Αναφορά σε μια ακαδημία» του γνωστού συγγραφέα,
στην οποία υποδύθηκε τον πίθηκο. Η ικανότητά της να αλλάζει μορφές είναι
θρυλική: ενσάρκωσε δεκατρείς διαφορετικούς ρόλους στο έργο «The Skriker»
της Κάριλ Τσέρτσιλ, χωρίς το κοινό να αντιληφθεί ότι πίσω από κάθε έναν
κρυβόταν η ίδια ηθοποιός. Θεωρείται εκπρόσωπος του σωματικού θεάτρου και
είναι μοναδική στην ενσάρκωση ανδρικών ρόλων.
Η παράσταση ουσιαστικά στήθηκε γύρω από αυτήν, προσδίδοντας σωματική
κίνηση στον «στάσιμα αλυσοδεμένο» «Προμηθέα.
Βρίσκεται δεμένη με βαριές, αλλά μακριές αλυσίδες, στη βάση ενός
κατακόκκινου οβελίσκου, ψηλού σα να στοχεύει τον ουρανό.
Η εικόνα της Χαντερ είναι καταλυτική. Μοιάζει με «ζώο παγιδευμένο» που
τριγυρνάει κροταλίζοντας τις αλυσίδες, υπερκόσμιο άφυλο ον, θυμωμένο κι
ασυγκράτητο.
Εκφέρει τον δύσκολο, αρχαιοπρεπή κατά Δημητριάδη –λόγο, προσπαθώντας να
ξεπεράσει την μη οικεία γλώσσα, με τον ίδιο αγχώδη τρόπο της εγκλωβισμένης
της κίνησης, μεταφέροντας ανάμεικτα συναισθήματα στο κοινό.
Και σ’ αυτό το σημείο εγείρονται και τα βασικά ερωτήματα.
Αυτή η μορφή του Προμηθέα, η αταίριαστη για Τιτάνα, αυτή η αγχωμένη, «από-
ανθρωποποιημένη» εικόνα και εκφορά του λόγου, πόση σχέση έχουν με τον
«μαχόμενο Ανθρωπο», τον Προμηθέα των πόλεων, που ναζητεί να ενσαρκώσει
σκηνικά ο σκηνοθέτης;
Θεωρώ πως οι Τσακίρης γοητεύτηκε από την αντισυμβατική φιγούρα της Χάντερ
– που πράγματι επιτελεί έναν άθλο και μόνον στη μάχη της με τον αισχύλιο
λόγο – με αποτέλεσμα να δεσμευτεί υπέρμετρα από την εικόνα της, χωρίς αυτό
να συνάδει με τα υπόλοιπα σκηνικά ευρήματα.
Ο Σκηνοθέτης χρησιμοποίησε πολλαπλούς «συμβολισμούς» και έστησε πολύχρωμες
εικόνες, που κάποιες τουλάχιστον αυτές καθ’ εαυτές θα μπορούσαν να είναι
λειτουργικές στο πλαίσιο ανάδειξης του μύθου. Όμως επειδή εναλλάσσονταν
πολλές και διαφορετικές σκηνικές αναγνώσεις, ήχοι, μουσικές και εικόνες,
αφήνονταν κυριολεκτικά στον αέρα, δημιουργώντας αμηχανία στο θεατή, όσο κι
αν μερικές από αυτές ήταν ενδιαφέρουσες.
Και εξηγούμαι:
Αρχίζοντας το έργο, ακούμε ακατάληπτα λόγια σε αρχαία , μάλλον άγνωστη
γλώσσα, που τουλάχιστον μας εισάγουν σε ερμητικές αναγνώσεις του κόσμου.
Το έργο προλογίζει ο Νικήτας Τσακίρογλου, που μας εμφανίστηκε ως μύστης, ή
Δάσκαλος σε μαθητές φιλοσοφίας ή μυστικής θρησκείας και μνημονεύει
διαρκώς τις απαρχές του κόσμου ή την άγνωστη παιδική ηλικία της
ανθρωπότητας. Παίζει το ρόλο του Κορυφαίου, με τον τρόπο που ο καλός
ηθοποιός γνωρίζει από την δική του συμμετοχή στην αρχαία τραγωδία,
ενημερώνοντάς μας για την εξέλιξη της υπόθεσης αν και αποτελεί
δραματουργικό εφεύρημα του σκηνοθέτη.
Οι μουσικές επιλογές δημιουργούν μια επική κινηματογραφική ατμόσφαιρα, που
παραπέμπουν σε φιλμ κοσμικής καταστροφής και εν μέσω όλων αυτών, σε μια
απομίμηση κυκλικού θεάτρου εν θεάτρω, μια γυάλινη αμφιθεατρική κατασκευή

ερμηνεύει με αμεσότητα και σαφήνεια, παρά τις δυσκολίες της γλώσσας. 
Δωρική στην έκφραση προσώπου, αλλά ταραχώδης στην κίνηση σώματος, θυμίζει
σύγχρονο αιχμάλωτο πολέμου σε δεσμά υπεράνω των δυνάμεών του.

Η μετάφραση, σε αρχαϊζουσα νεοελληνική γλώσσα, έγινε ειδικά για την
παράσταση από τον πολυγραφότατο και περιζήτητο Δημήτρη Δημητριάδη,
φιλόλογο, συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή.
Η μετάφραση του Δημητριάδη έχει κρατήσει κατ’ αναλογία από το πρωτότυπο, τη
βαριά  Αισχύλια γλώσσα που ο Αριστοφάνης στους Βατράχους την ονομάζει
«επαχθή ρήματα»,  με την αφθονία των νέων λέξεων, τα σύνθετα και τις
τολμηρές μεταφορές. Ωραίος λόγος, αταίριαστη όμως σαν μετάφραση

Ένας πύρινος οβελίσκος στη μέση της σκηνής, μια βάση, θαρρείς, εκτόξευσης
φωτιάς στο σύμπαν αλλά και βράχος μαρτυρίου του Προμηθέα μπροστά από μια
αρθρωτή κλίμακα, η οποία λειτουργεί ως γήινος τόπος, ως θάλασσα, ως
ουρανός, φωτισμένη με τέτοιον τρόπο , ώστε να χαρίζει εικαστικές εικόνες
και να εξυπηρετεί τη δράση. Την εξαιρετική σκηνική εγκατάσταση υπογράφει ο
διεθνούς φήμης Έλληνας γλύπτης Κώστα Βαρώτσος. Τα κοστούμια και οι μάσκες
είναι του πολύπειρου Γιάννη Μετζικώφ. Την ευθύνη για την κίνηση έχει ο
Ιταλός Marcello  Magni, εκ των συνιδρυτών του διεθνώς γνωστού θιάσου
Complicite. 

Στις κερκίδες αυτού του χώρου της «ανθρώπινης θεώρησης» πέφτει ξαφνικά ένα
κουκούλι-πρόπλασμα του μύθου, από το οποίο αργότερα θα εμφανιστεί μια
μικρόσωμος ηθοποιός, η Χάντερ. Θα έχει «προλογίσει» ο Αφηγητής του Νικήτα
Τσακίρογλου, δραματουργικό πλάσμα του σκηνοθέτη που παίρνει τη θέση κυρίως
του Κορυφαίου και επαναλαμβάνει σαν λάιτ μοτίφ τη μνήμη της άγνωρης ηλικίας
της ανθρωπότητας, της προ-λογική εποχής της.
Επειτα στις θέσεις του «αμφιθεάτρου» καταφτάνουν «φοιτητές», μέλη του
Χορού, που κρατούν στα χέρια τους κάποιες μεγάλες βίβλους. Και από τα
μεγάφωνα ακούγονται υπόκωφα ακατάληπτα σκοτεινά λόγια κάποιας αρχαίας
τελετουργ
Φανερά λοιπόν αυτό που βλέπουμε είναι ένας «θίασος» μυστών, κάτι που στη
δική μας πραγματικότητα σημαίνει μια μυστική οργάνωση η οποία αναπαριστά το
Μυστήριο ενός δικού του «ζώντος λόγου». Θυμίζω ότι η πολλαπλότητα της
παρουσίας είναι βασικό σημείο της σκηνοθεσίας του Τσακίρηίας.

 
Συντελεστές

Που της έδωσαν την αποφασιστικότητα να υποδυθεί σε ηλικία 37 ετών τον
βασιλιά Ληρ
–η πρώτη Βρετανίδα που το έκανε– ή την κεντρική ηρωίδα στην «Επίσκεψη της
γηραιάς κυρίας», ρόλο για τον οποίο της απονεμήθηκε το βραβείο Λόρενς
Ολίβιε.

Διθυραμβικές κριτικές απέσπασε για την ερμηνεία της στην παράσταση «Ο
πίθηκος του Κάφκα», βασισμένη στην «Αναφορά σε μια ακαδημία» του γνωστού
συγγραφέα, στην οποία υποδύθηκε τον πίθηκο. Πιο πρόσφατοι ρόλοι της ήταν ο
Σιρανό ντε Μπερζεράκ και ο Τίμων ο Αθηναίος. Η ικανότητά της να αλλάζει
μορφές είναι θρυλική: ενσάρκωσε δεκατρείς διαφορετικούς ρόλους στο έργο
«The Skriker» της Κάριλ Τσέρτσιλ, χωρίς το κοινό να αντιληφθεί ότι πίσω από
κάθε έναν κρυβόταν η ίδια ηθοποιός. Θεωρείται εκπρόσωπος του σωματικού
θεάτρου και είναι μοναδική στην ενσάρκωση ανδρικών ρόλων. Γι’ αυτό και δεν
αποτέλεσε έκπληξη το ότι αποδέχτηκε την πρόταση του σκηνοθέτη Σταύρου
Τσακίρη να υποδυθεί τον Προμηθέα στην παράσταση «Προμηθέας Δεσμώτης» του
Αισχύλου, που θα ανέβει στην Επίδαυρο στις 9 και 10 Αυγούστου.

Η Κάθριν Χάντερ ή, αλλιώς, Κατερίνα Χατζηπατέρα γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη,
όπου είχαν μεταναστεύσει ο Χιώτης πατέρας της και η Πειραιώτισσα μητέρα
της, και μεγάλωσε στο Λονδίνο, όπου μετακόμισε η οικογένειά της όταν η ίδια
ήταν σχεδόν δύο ετών. Οι ελληνικές ρίζες της παρέμειναν ισχυρές. Έμαθε
ελληνικά από τους γονείς της και είχε δάσκαλο στο