Ερρίκου Ιψεν «ΡΟΣΜΕΡΣΧΟΛΜ» , σε Μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ και Σκηνοθεσία
Κωστή Καπελώνη, από το θίασο «Συνθήκη» στο θέατρο «ΑΛΕΚΤΟΝ»
Στα τέλη του 19ου αιώνα ο ώριμος Ερρίκος Ιψεν, απογοητευμένος από την
πολιτική αλλά και ηθική κατάσταση της χώρας του της Νορβηγίας παρουσιάζει
το «Ρόσμερσχολμ», ένα έργο στο πλαίσιο του «θεάτρου Ιδεών» και με το οποίο
θέτει και πάλι υπό τον τύπο των ήλων το θέμα της ατομικής συνείδησης και
των όρων που την διαμορφώνουν.
Με διαλεκτικά υλικά και τους όρους της τέχνης, προσπαθεί να διερευνήσει
εκείνο το κατά τον Φρόυντ «μαύρο κουτί» που ονομάστηκε υποσυνείδητο σε
σχέση και σε σύγκρουση με το συνειδητό, πολύ πριν από τον πατέρα της
ψυχανάλυσης. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στο «Ρόσμερσχολμ» ο Ιψεν διαγράφει
τους όρους κάτω από τους οποίους «μπορείς να είσαι ο εαυτός σου». Και
καταλήγει ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν αντιμετωπίσεις και συγκρουστείς
με την αντανάκλαση του κόσμου μέσα σου, με την κυρίαρχη ιδεολογία, ήτοι με
αυτό που ονόμαζε ο Μαρξ ως ψευδή συνείδηση.
Εν τέλει ο Ιψεν παρεμβαίνοντας στον διάλογο για το «είναι και το
γίγνεσθαι», μοιάζει να δέχεται τον ορισμό του Λοκ που υποστήριζε πως είναι
η υλική πραγματικότητα που καθορίζει την ίδια μας τη συνείδηση, ήτοι την
αντίληψη του κόσμου μέσα μας.
Αυτήν την επώδυνη πορεία (εν μέσω ενός καταθλιπτικού κοινωνικοπολιτικού
τοπίου) ακολουθούν στην συνάντησή τους η μυστηριώδης γοητευτική ή και
δαιμονική Ρεβέκκα και ο αριστοκράτης πάστορας Ρόσμερ . Το πιο ενδιαφέρον
όμως είναι πως η εσωτερική τους νίκη, ήτοι η κατάκτηση της αυτογνωσίας
τους, γίνεται μέσα από την ταυτόχρονη ήττα τους, από την παραίτηση του
εαυτού τους, που οδηγεί σε μία εθελούσια έξοδο από την ίδια τη ζωή .
Ο Καπελώνης δοκιμάζει να αφήσει σχεδόν αμεσολάβητο το κείμενο να
λειτουργήσει στο θεατή, σκηνοθετώντας λιτά το έργο. Κρατά μια αναφορά σε
κοστούμια εποχής, ενώ αδειάζει ουσιαστικά το σκηνικό χώρο . Προσωπικά θεωρώ
πως στην σημερινή συγκυρία και μετά από μια εικοσαετία επιτυχημένων ή όχι
παραστάσεων αποδόμησης των κλασσικών κειμένων, η «συνολική αφήγηση» και η
αναδόμηση του νοήματος αποτελεί αίτημα των καιρών. Σ΄αυτήν την περίπτωση
όμως οι ερμηνείες των ηθοποιών καθίστανται κυρίαρχες και είναι οι μόνες που
δικαιώνουν ή όχι την σκηνοθεσία. Στην προκειμένη περίπτωση όμως η Ρεβέκκα
της Δέσποινας Πόγκα πόρρω απείχε από την πολύπλοκη, γοητευτική και
δαιμονική ηρωίδα του Ιψεν, ενώ ο Αντώνης Παμπαούνης έπλασε έναν απλώς
συμπαθητικό Γιοχάννες Ρόσμερ.
Αντίθετα ο Βασίλης Βλάχος απέδωσε με μέτρο τη περίεργη ιδιοσυγκρασία του
Κρολλ, δίνοντάς του εξαιρετική υπόσταση, ενώ ο Σπύρος Μπιμπίλας απογείωσε
τον δάσκαλο Μπρέντελ.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ