«ΣΚΗΝΟΒΑΤΕΣ» σε Μετάφραση-Δραματουργική Σύνθεση και Σκηνοθεσία Σταμάτη
Φασουλή από το Εθνικό Θέατρο
Ο Σταμάτης Φασουλής, θεατράνθρωπος εγνωσμένης ευφυϊας και χιούμορ, βρήκε
έναν έξυπνο τρόπο να κάνει θέατρο σε καιρό κρίσης. Κάνει μια παράσταση που
μιλάει για την κρίση του ίδιου του θεάτρου. Μάλιστα για να είναι και μέσα
στις προδιαγραφές του Φεστιβάλ Επιδαύρου, δούλεψε πάνω σε ένα αρχαιοπρεπές
θέμα.
Σε συνεργασία με την Ειρήνη Μπουντράκη μας αφηγήθηκε την άνοδο και την
πτώση του Αρχαίου Δράματος μέσα από την πολυκύμαντη ιστορία του.
Μέσα στην παρακμή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας του 2ου αι., μχ, με το θέατρο
να έχει και αυτό εκπέσει κυριολεκτικά, με τους θεατρικούς θιάσους να
πένονται λόγω έλλειψης χορηγών , τρεις θίασοι, ένας από την Αθήνα, ένας από
την Σικελία και ένας από την Φρυγία, συναντιούνται στην Επίδαυρο για να
πάρουν μέρος σε αυτοσχέδιους θεατρικούς αγώνες, στην ουσία όμως για να
επιβιώσουν.
Στο ανάμικτο θέαμα, ο Αθηναϊκός θίασος φέρνει τα «ράκη» του ένδοξου
παρελθόντος, ολίγον από αρχαίο δράμα και περισσότερο Αριστοφάνη και οι
υπόλοιποι φλύακες (φάρσα που διακωμωδούσε παλιότερα έργα), σατιρικά
δράματα, ωδές, βωμολόχους μίμους, ξυλοπόδαρους ακροβάτες και λάγνους
ανατολίτες χορευτές.
Ενας κομπέρ εξηγεί στο κοινό τα δρώμενα (ρόλος απόλυτα λειτουργικός γιατί
οι θεατές πράγματι δεν θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν το νόημα των
συμβάντων), ενώ από τη σκηνή πέρασαν σχεδόν τα πάντα.
Από την Κλυταιμνήστρα, τον Αγαμέμνονα και την Κασσάνδρα έως εταίρες που
έπαιζαν σκηνές από τους «Εταιρικούς Διαλόγους» του Λουκιανού καθώς και
λεσβιακούς έρωτες από τους «Μίμους» του Ηρώνδα. Ακούστηκαν από Ορφικοί
ύμνοι σε μουσική σύνθεση του Θοδωρή Οικονόμου, έως τσάμικο και ζεϊμπέκικο.
Και στο τέλος βάζει την Κασσάνδρα – Σοφία Φιλιππίδου ( εκρηκτική αλλά και
σε σύγχυση ρόλου), να προαναγγέλλει τα μελλούμενα, δίνοντας την αφορμή να
ξομπλιάσει ο σκηνοθέτης τις απόπειρες σύγχρονης σκηνοθετικής προσέγγισης
του αρχαίου δράματος. Ακριτα θα υποστηρίξω εγώ. Γιατί τελικά κατάφερε το
αντίθετο από το σχεδιαζόμενο. Γιατί συγκινηθήκαμε ενθυμούμενοι παραστάσεις
και σκηνοθέτες. Τον Θ. Τερζόπουλο τον Σουζούκι, τον Τσιάνο και τον Κακλέα,
το Πέτερ Στάιν, τον Στούρουα, τον Λάνγκοφ, τον Μαρμαρηνό, τον Κάρολο Κουν,
το Θέατρο Νο.
Δεν έχει κανένα νόημα να προσεγγίσει κανείς κριτικά την παράσταση από την
πλευρά κάποιας επιστημονικής ή ιστορικής συνέπειας.
Ο Φασουλής βάζει στο μίξερ την ιστορία και παράγει θέαμα. Αλλοτε πετυχαίνει
το στόχο του και άλλοτε τον χάνει. Αλλού πλατειάζει κι αλλού συγκινεί.
Αλλοτε ξεχνά για λίγο τα επιθεωρησιακά τερτίπια και άλλοτε καταφεύγει
ακριβώς σ’ αυτά για να βγάλει γέλιο. Τελικά ταυτίζεται και ο ίδιος με το
θέμα που σατιρίζει. Υποπίπτει και ο ίδιος στα προπατορικά αμαρτήματα.
Μοιάζει να θέλει να ξαναστήσει στο βάθρο του τον ηθοποιό και την θεατρική
τέχνη αυτή καθ’ εαυτή και παράλληλα να κλείσει το μάτι στη σύγχρονη
συγκυρία.
Προσωπικά βρήκα εξαίρετους όλους τους ηθοποιούς της παράστασης (Σοφία
Φιλιππίδου, Ελένη Κοκκίδου, Λαέρτη Μαλκότση, Μάκη Παπαδημητρίου Θανάση
Αλευρά κλπ).
Ξεχώρισε η Νένα Μεντή στο μονόλογο της παλιάς θεατρίνας που μπλέκει τους
ρόλους και το πρόσωπό της έχει ταυτιστεί με τη θεατρική μάσκα τόσων χρόνων,
αλλά και ο Νίκος Κουρής στην παρακμιακή απόδοση του Οιδίποδα.
ΑΘΗΝΑ 13-9-2011
ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ