ΣΚΟΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ
Βγήκε να περπατήσει και την έπνιξαν οι μυρωδιές που είχαν εγκλωβιστεί χαμηλά, κοντά στην άσφαλτο, στον αέρα της λεωφόρου και την εμπόδιζαν ν ανασάνει.
Ο ορίζοντας ήταν θολός, η θάλασσα στο βάθος άσπριζε σαν από χνώτα κι εκείνη πνιγόταν σ΄ ένα γλυκό άρωμα λουλουδιών της άνοιξης και μπουμπουκιασμένων δέντρων που χυνόταν από τις πυλωτές και τα ρείθρα των δρόμων. Συνωστίζονταν δε στους φανοστάτες και σ’ έναν στύλο της ΔΕΗ φυτεμένον λες στην άκρη του διαζώματος και ξεχώριζε από τις ανθοδέσμες που τον στόλιζαν. Ενας στύλος της ΔΕΗ πνιγμένος στις ανθοδέσμες.
Εκεί που άφησε την τελευταία του πνοή ο μικρός της γιός. Αγκαλιά με τη μηχανή του.
Ο ουρανός συνέχιζε να βρέχει σκόνη από την Αφρική, ο Απρίλης συνέχιζε το δρόμο του με τη σκληρότητα ενός ποιήματος και το Πάσχα φέτος αργούσε. Εν τω μεταξύ επιμηκύνονταν στο χρόνο το πένθος κι οι λιγωμένες μυρωδιές τόσο που νόμιζες ότι έβλεπες μπροστά σου τις σκιές των περασμένων. Πραγμάτων και ανθρώπων.