ΣΥΡΑΝΟ ΝΤΕ ΜΠΕΡΖΕΡΑΚ’11

«ΣΥΡΑΝΟ ΝΤΕ ΜΠΕΡΖΕΡΑΚ» του Εντμόν Ροστάν, σε Μετάφραση Λουίζας Μητσάκου και
Σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, από το Εθνικό θέατρο

Είναι μόλις η δεύτερη φορά που ανεβαίνει αυτή η έμμετρη «ηρωική κωμωδία»
στο Εθνικό Θέατρο. Η πρώτη ήταν το 1948 , σε σκηνοθεσία Δ. Ροντήρη και με
πρωταγωνιστή τον νεαρό τότε Δημήτρη Μυράτ, χωρίς να ευτυχίσει όμως, αν
κρίνουμε από τα γραπτά της εποχής.
Το έργο που χαρακτηρίστηκε ως το καλύτερο του νεορομαντισμού, ρεύματος που
θέλησε να αντιταχθεί στον «χυδαίο» όπως λεγόταν νατουραλισμό του τέλους του
19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, διασώζεται από πολλά άλλα που
κατηγορήθηκαν ως καιροσκοπικά μιμούμενα τον ρομαντισμό, παρόλο τον
παλιομοδίτικο αριστοκρατισμό του, γιατί πέτυχε διαχρονικά να υπερασπίζεται
τον «διαφορετικό», τον «ελλειμΜατικό», τον από τη φύση αδικούμενο
άνθρωπο, απέναντι σε μια κοινωνία απαξιωτική, μια κοινωνία ουσιαστικά
ρατσιστική, που προκρίνει την «εικόνα», από την ψυχή του ανθρώπου. Που
ταυτίζει την ομορφιά με την καλλιέπεια και τον έρωτα να προτιμά ακριβώς
εκείνους που η φύση τους προίκισε με όμορφα εξωτερικά χαρακτηριστικά.
Η θεόρατη μύτη του Συρανό, θυμίζει την χαμένη ομορφιά του ονείρου σε
συνθήκες γενικευμένης ηθικής και κοινωνικής κατάπτωσης.
Φαντάζομαι πως κάπως έτσι είδε το έργο και ο σκηνοθέτης Νίκος Καραθάνος που
κρατά για τον εαυτόν του τον πληθωρικό, ηρωικό και ποιητικό ρόλο του
Συρανό, γιατί η παράστασή του δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα σκηνοθετημένο
παιδικό παραμύθι που θέλει να θυμίσει παλιές αξίες, όπως φιλία, έρωτας,
αλτρουισμός, ψυχική ομορφιά, ρώμη, γενναιότητα, προσωπική αυτοθυσία κλπ,
κλπ.
Όπως δε στα παραμύθια τα παιδιά φτιάχνουν με ευτελή υλικά μαγικούς
κόσμους, έτσι και ο Καραθάνος με την βοήθεια προφανώς της Ελλης
Παπαγεωργακοπούλου, μεταμόρφωσε στρώματα σε γόνδολες και πολεμικά αμπριά,
ακριλικές φλοράλ κουβέρτες σε βασιλικά ενδύματα, απλά πανιά και χάρτινα
σπετσάτα σε κινούμενους χώρους, τον ζαχαροπλάστη Ραγκενό σε μικροσκοπική
γκέϊσα (ένας υπέροχος Κοσμάς Φοντούκης), να πετά στους θεατές fortune
cookies, μετατρέπει τους φακούς σε πυγολαμπίδες, βάζει τους νεαρούς
Γασκόνους να τρώνε μανταρίνια και άλλα τόσα μαγικά.
Στο θεατρικό του μπουλούκι συμμετέχει και η μαμά Μαργαρίτα, μια αδύνατη
φτωχοντυμένη γυναίκα με μύτη ίδια με του γιού της, που τον ακολουθεί, τον
παραμονεύει τον προτρέπει. Εύρημα που κάτω από άλλες συνθήκες ίσως περιττό,
συμβατό όμως στο πλαίσιο ενός ντανταϊστικού αέρα που διαπνέει την
παράσταση, όπως και η εκκεντρική παρουσία του Αγγελου Παπαδημητρίου που
ακριβώς αυτή αλλάζει και τον χαρακτήρα του κακού Δούκα.
Γήινη η Ρωξάνη της Λένας Κιτσοπούλου, μακριά από την αέρινη παρουσία που
περιγράφεται στο έργο, αλλά κατά τη γνώμη μου, θαρραλέα και εν τέλει
συγκινητική.
Ενας Χρήστος Λούλης που σωματοποιεί την αφωνία του ρόλου του ( ο όμορφος
Κριστιάν) και στέκεται δίπλα στον σαρωτικό Συρανό του Νίκου Καραθάνου.
Μην ξεχνάμε ότι αυτά τα έργα πρωτίστως γράφτηκαν για τους πρωταγωνιστές
τους.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ