«ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΟΚ, μια ιστορία του Σταθμού Λαρίσης», του Σταύρου
Τσιώλη, σε σκηνοθεσία Κώστα Καπελώνη, στο «Θέατρο Τέχνης»
Η επίθεση των χούλιγκανς του Ολυμπιακού στο Θέατρο Τέχνης λίγο πριν την
πρεμιέρα του έργου του Τσιώλη, απετέλεσε ένα επιπλέον κίνητρο για να
παρακολουθήσω την παράσταση, πέραν του γνωστού γεγονότος ότι ο δημιουργός
της ταινίας «Παρακαλώ γυναίκες μην κλαίτε», είναι ούτως ή άλλως αγαπημένος
των γυναικών.
Πηγαίνοντας στο θέατρο, με βασάνιζε το ερώτημα εάν είχε κάποια σχέση το
περιεχόμενο του έργου με την ενστικτώδη και ακατέργαστη και εν πολλοίς
καταδικαστέα συμπεριφορά των οπαδών του Ολυμπιακού, ή και μόνο η αναφορά
του τίτλου στον ΠΑΟΚ (όπως ισχυρίζονταν οι δημοσιογράφοι και λοιποί
δημοσιολογούντες, ακόμα και συντελεστές του έργου) είχε προκαλέσει την
μήνιν των ανωτέρω «υπερευαίσθητων» οπαδών.
Το έργο αναφέρεται στην ιστορική κάθοδο 2.500 οπαδών του ΠΑΟΚ
σιδηροδρομικώς στην Αθήνα, τον Απρίλιο του 1999 για τον αγώνα της ομάδας με
τον Ολυμπιακό, στον οποίο αγώνα είχε νικήσει ο Ολυμπιακός με πέναλτι την
τελευταία στιγμή.
Αυτό το κλίμα αναπαριστά το έργο και η παράσταση, φυσικά μέσα από το
τρυφερό βλέμμα του Τσιώλη που στοχεύει στον ψυχισμό του οπαδού, στη
διερεύνηση των δεσμών που αναπτύσσονται, στο γιατί και το πώς, στο ψυχικό
υπόστρωμα και τις βαθύτερες ανάγκες του.
Δύο νεαρά κορίτσια λοιπόν (Μυρτώ Αλικάκη, Ειρήνη Στρατηγοπούλου), οπαδοί
της ομάδας, αντί να είναι στο γήπεδο, κάθονται σ’ ένα παγκάκι του σταθμού
Λαρίσης περιμένοντας να συναντήσουν έναν γνωστό ποπ σταρ ονόματι Σάκη.
Δύο νεαρά κορίτσια που το έχουν σκάσει από κάποια κλινική αποτοξίνωσης, με
παρελθόν οικογενειακής κακοποίησης, περιμένουν να συναντήσουν την αγάπη,
ξορκίζουν τη μοναξιά τους εντασσόμενα στη δική τους ομάδα και περιμένουν τα
δικά τους παιδιά για να αισθανθούν ασφαλή, δυνατά να αντιμετωπίσουν τον
εχθρό. Εχθρός είναι ο κόσμος, η κοινωνία, το «έξω», ο άλλος. Επειδή όμως
όλα αυτά είναι απέραντα , πιο εύκολα καθρεφτίζονται και σωματοποιούνται στο
πρόσωπο της «άλλης ομάδας».
Από το ίδιο ψυχρό και αφιλόξενο μέρος θα περάσει κι ένας τρελαμένος Αεκτζής
(Αργύρης Μπακιρτζής) που βρήκε τον εαυτόν του στους δρόμους της πόλης μετά
το θάνατο της γυναίκας του, μία ώριμη μεσοαστή (Λουκία Πιστιόλα) που πάει
να συναντήσει τον εραστή της, πρώην αρραβωνιαστικό της αδελφής της κι ένας
φαντάρος.
Αυτό το κλίμα μοναξιάς, φόβου ζωής και καθημερινής βίας, διερευνά το έργο
και νομίζω πως αυτό ακριβώς ξόρκιζαν κι οι χουλιγκάνοι που επέδραμαν πριν
λίγο καιρό. Δεν έσπαγαν τα καθίσματα, έσπαγαν τον καθρέφτη που αντανακλούσε
το θλιβερό πρόσωπό τους.
Μα την αλήθεια λοιπόν, για πρώτη φορά ένιωσα πως το θέατρο είχε εισέλθει
κανονικά μέσα στη ζωή. Αν δεν μας αρέσει αυτή η ζωή ας την αλλάξουμε, αλλά
μην κλαψουρίζουμε σαν μυξοπαρθένες για παραβίαση ιερών αδύτων, όταν
αρνούμαστε να κατανοήσουμε το ίδιο το πρόσωπο της βίας.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ