«ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ»
Από το Χοροθέατρο «ΠΛΕΥΣΙΣ»
Σε Σκηνοθεσία – Σκηνικά Αντώνη Κουτρουμπή
«…η τυφλότητα, που αναμφισβήτητα είναι φοβερή συμφορά, θα μπορούσε
πάντως να γίνει σχετικά ανεκτή αν το θύμα μιας τέτοιας δυστυχίας έχει
διατηρήσει μια ικανοποιητική ανάμνηση όχι μονάχα των χρωμάτων αλλά και των
σχημάτων, των πεδίων, των επιφανειών, των περιγραμμάτων, δεδομένου βέβαια
ότι η τυφλότητα αυτή δεν είναι εγγενής».
Στην αλληγορική ιστορία του Ζοζέ Σαραμάγκου «Περί τυφλότητος»
παρακολουθούμε την αντίδραση μιας ολόκληρης κοινωνίας στην διάδοση της
γενικευμένης τυφλότητας. Μια τυφλή ξαφνικά κοινωνία, αποκαλύπτει όλο το
τοπίο των ανθρώπινων συμπεριφορών και σχέσεων που τη διέπουν. Παράλληλα ο
χρόνος, η συνειδητή ματιά, η κατανόηση, η ανάμνηση, παίρνουν άλλο νόημα,
μας αποκαλύπτονται σε άλλο βάθος.
Τελειώνοντας το βιβλίο ο συγγραφέας καταλήγει: «Νομίζω ότι δεν τυφλωθήκαμε,
νομίζω ότι είμαστε τυφλοί, Τυφλοί που βλέπουν, Τυφλοί που δεν βλέπουν κι ας
βλέπουν».
Εμπνευσμένη η ομάδα «Πλεύσις» από το έργο του νομπελίστα συγγραφέα
πλησιάζει τα ίδια θέματα και την ίδια προβληματική με μία άλλη αλληγορία.
Τα σώματα ξαφνικά αλλάζουν στάση. Ο νόμος της βαρύτητας ανατρέπεται κι αυτά
αιωρούνται, χάνουν την επαφή με τη γη και η πραγματικότητα προβάλλει
ανεστραμμένη δίχως τα δεδομένα μεγέθη της. Ξαφνικά οι ανθρώπινες στάσεις
γίνονται απροκάλυπτες. Ο έρωτας, η βία, η ανθρώπινη φροντίδα, η
τρυφερότητα, η κριτική, η κτητικότητα, η εκδίκηση, ειδωμένα από άλλη στάση,
παίρνουν και άλλο νόημα. Παίρνουν ένα χαρακτήρα σπαραχτικό.
Αυτό που με γοητεύει αφάνταστα στην τέχνη του χοροθεάτρου είναι που
πρωταγωνιστεί απόλυτα το σώμα στην αναπαράσταση. Το σώμα έχει μνήμη δική
του, βαθύτερη από κείνην του λόγου. Το σώμα είναι αναγκαστικά ειλικρινές
γιατί δεν ακολουθεί καμμία εκλογικευμένη θεωρία. Οι εγγραφές σ’ αυτό είναι
μόνιμες. Και το μόνο σίγουρο είναι ότι κάποια στιγμή θ’ ανακληθούν
απρόσκλητες, ακόμα κι εκδικητικές. Ετσι η λειτουργία της ανάμνησης και η
αναπαράστασή της επί σκηνής μέσω των χορευτών , γίνεται αυτόματα, δίχως
διαμεσολάβηση.
Η ομάδα «Πλεύσις» μας έχει δώσει πολλά αξιόλογα δείγματα μιας θεατρικής
δουλειάς που στηρίζεται ολοκληρωτικά στην εκφραστικότητα του σώματος.
Το σημαντικότερο που πετυχαίνει είναι εκείνη η «χειροποίητη μαγεία» που δεν
έχει ανάγκη από τεχνικά εφέ και πολύπλοκους μηχανισμούς στην υπηρεσία της
ψευδαίσθησης. Κι επειδή αποδεικνύεται συνεχώς πως το «μέσο είναι το μήνυμα»
, εδώ πρόκειται για αυθαιντική μαγεία.
Ο καλλιτέχνης – μάγος (σχεδόν με την αρχαία του σημασία) πυροβολεί το χρόνο
επί σκηνής, πυροβολώντας κάτι μπαλάκια που πετάγονται ταχυδακτυλουρχικά από
μία πρωτόγονη μαγική μηχανή και τα μπαλάκια μεταμορφώνονται σε ρολόγια, που
μετρούν το χρόνο χτυπώντας ρυθμικά, ζυγιάζοντας το απόβαρο του χρόνου σε
μια ζυγαριά.
Eκτελείται ο χρόνος; Όχι, μόνον αγαπώντας τον, μπορείς να δώσεις νόημα στο
πέρασμά του.
Το θέαμα που σταδιακά συσσώρευε άγχος στο θεατή, ολοκληρώθηκε μ’ένα
ξέσπασμα γέλιου, που αποδραματοποίησε τα δρώμενα και εκτόνωσε την ένταση.
Οι χορευτές – ηθοποιοί της ομάδας (Ολγα Γερογιαννάκη, Γιώργος Βρόντος,
Θένια Κουτρουμπή, Μαρία Σκίκου, Κων/νος Μιχαήλ, Ελευθερία Λάρδα, Αντώνης
Κουτρουμπής) τον σωματοποίησαν, καθώς και τα συναισθήματα των ανθρώπινων
πλασμάτων που μοίρα τους είναι να αιωρούνται αιώνια.
Η σύνθεση για πιάνο, χειροποίητη κι αυτή (Αντα Πίτσιου) καθώς επίσης και η
σύνθεση ηλεκτρονικής μουσικής (Μηνάς Εμμανουήλ), παρά την αντίφαση του
όρου.
Αυτά όμως που συμπλήρωναν τη μαγεία, ήταν τα κοστούμια της Μαρίας
Καταροπούλου, ζωντανά αφ’ εαυτού τους, τόσο που νόμιζες ότι από στιγμή σε
στιγμή θα πετάξουν και θα παίζουν μόνα τους.
ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ
ΑΘΗΝΑ 21-4-04