«ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΣΚΥΛΙ» του Μισέλ Φάις, σε Σκηνοθεσία της Λίλλυς Μελεμέ, στο ΑΠΟ
ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΑΤΡΟ
Γράφτηκαν πολλά για την ματαίωση της πρεμιέρας του έργου αυτού του Φάις,
του εμπνευσμένου από την δολοφονική επίθεση με βιτριόλι κατά της
καθαρίστριας και συνδικαλίστριας Κωνσταντίνας Κούνεβα τον Δεκέμβρη του
2008, από ομάδες νεαρών που εισέβαλαν στον θεατρικό χώρο καταστρέφοντας τα
σκηνικά και καταγγέλοντας τους συντελεστές της για βεβήλωση και
εκμετάλλευση του προσώπου και της ιστορίας του.
Η άσκηση βίας εναντίον της παρουσίασης ενός έργου (οποιουδήποτε), εάν δεν
ασκείται στο πλαίσιο μιας ανεπίτρεπτης προληπτικής λογοκρισίας από κρατική
ή άλλη εξουσία (ή κοινωνική μικροεξουσία) και αποτελεί αυθόρμητη αντίδραση
μέρους του κοινού, σηματοδοτεί αν μη τι άλλο τη βιασύνη μιας παρέμβασης που
μένει όμως ανολοκλήρωτη, εφόσον αρνείται το διάλογο που αντικειμενικά
ανοίγει η τέχνη με το κοινό της, όταν η ίδια καλεί , σύμφωνα τουλάχιστον
με τον Μπρέχτ, να προσερχόμαστε στο θέατρο έτοιμοι να «μεταμορφωθούμε σε
ένα ακροατήριο καθολικά ανθρώπινο».
Όπως και νάχει όμως, το έργο ενός δημιουργού κρίνεται από το κατά πόσον
επιβεβαιώνει τον εαυτόν του με βάση τα αισθητικά κριτήρια της τέχνης που
υπηρετεί και μόνον αυτά.
Είναι πράγματι πολύ επικίνδυνο για τον συγγραφέα να μας παραδίδει ένα
κείμενο «εν θερμώ», ένα κείμενο σχεδόν αδιαμεσολάβητο που παραπέμπει κατ’
ευθείαν σ’ ένα ζωντανό, σημερινό, πάσχον πρόσωπο.
Εξ ίσου τολμηρό είναι να χρησιμοποιεί ως όχημα αυτό το πρόσωπο για να
μιλήσει για τον «άλλον», για τον «μετανάστη», για τον «ξένο» δίπλα μας, όχι
φιλάνθρωπα, αλλά χρησιμοποιώντας τον ως καθρέφτη του δικού μας ανομολόγητου
εαυτού και της παθολογίας μας.
Η Ρούσκα Ρούσεβα, «πρώην αρχαιολόγος, πρώην παντρεμένη, πρώην λυπημένη»,
γίνεται το πολυφωνικό όργανο όλων των ανθρώπων που ξέρασε το μεγάλο στόμα
της ιστορίας και μας προσεγγίζει με μόνο το αίτημα της αγάπης,
επιστρέφοντας στις πηγές της μεγάλης ουτοπίας και στον φιλόσοφό της Καρλ
Μαρξ.
Μονόλογος μιας νέας γυναίκας, πυκνός, με βιτριολικό χιούμορ, αποδωμένος από
την Αλεξία Καλτσίκη πυρετικά, σχεδόν ερωτικά, δικαίωσε τον συγγραφέα του,
που λειτούργησε αντικομφορμιστικά και προβοκατόρηκα έναντι της συντεχνίας
του.