KYΡIAKH ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (15 Φεβρ)
Η παραβολή του Ασώτου Υιού ( Κατά Λουκά Ευαγγέλιο 15, 11-32)
Η παραβολή μας παρουσιάζει τη μετάνοια σαν επιστροφή του ανθρώπου από την
εξορία. Ο άσωτος γιός, πήγε σε μιαν μακρινή χώρα και κει σπατάλησε ο,τι
είχε και δεν είχε. Είναι ο μοναδικός ορισμός της ανθρώπινης κατάστασης που
θα έπρεπε ν’ αποδεχτούμε καθώς αρχίζουμε την προσέγγιση με το Θεό.
Καθώς αναλογίζομαι βρίσκω μέσα μου την επιθυμία της επιστροφής και τη
δύναμη να την πραγματοποιήσω. Αυτό και μόνο αυτό αποτελεί τη μετάνοια, για
να αποκτήσω ξανά το χαμένο σπίτι, θα σηκωθώ και θα πάω στον πατέρα μου και
θα του πω: Πατέρα αμάρτησα στον ουρανό και στη γη και δεν είμαι πλέον άξιος
να ονομαθώ γιός σου.
Ο Πέτρος, το Χρυσό Αγόρι, επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι, σ’ ένα χωριό
της ορεινής Ελλάδας, αφού έχει κατακτήσει τον κόσμο της καπιταλιστικής
μητρόπολης, της Νέας Υόρκης.
Επιστρέφει θυμωμένος, ν’ αντιμετωπίσει τον ετοιμοθάνατο πατέρα του, να
λύσουν τις διαφορές τους με το παρελθόν.
Ένα οικογενειακό μυστικό, οι συνθήκες αυτοκτονίας της μητέρας , η αίσθηση
απόρριψης από τον πατέρα , αποτελούν το εκρηκτικό μίγμα του έργου.
Ο άσωτος υιός δεν επιστρέφει προκειμένου να ζητήσει συγνώμη από τον Πατέρα,
αλλά για να τον «ξεσκεπάσει», να τον κατηγορήσει, να του επιρρίψει ευθύνες
.
Μόνον εάν εξοντωθεί ο πατέρας, ο γιός θα λυτρωθεί.
Στην πορεία όμως τα πράγματα διαφοροποιούνται. Η συνάντηση με την γιατρό
και παλιά του συμμαθήτρια Αννα (φιγούρα θελκτικά μητρική), θα διαταράξει
τις βεβαιότητές του, θα ρηγματώσει το θυμό του, έως ότου παραδεχθεί ότι το
«χρυσό αγόρι» είναι ευάλωτο και πίσω από τη μάσκα της κυνικότητας , του
αρπακτικού στελέχους της πολυεθνικής, κρύβεται ένα πληγωμένο παιδί που
ψάχνει απεγνωσμένα την γαλήνη και την αγάπη.
Πρώτα όμως πρέπει να αντιμετωπίσει τα φαντάσματά του.
Τα φαντάσματα του επιτίθενται επί σκηνής, παίρνουν υπόσταση μέσω του
ονείρου-εφιάλτη, μέσω παρανοϊκών φαντασιώσεων που θέλουν έναν Πατέρα-Κρόνο
που επιβιώνει κατασπαράσσοντας τα παιδιά του , εισπνέοντας το οξυγόνο τους,
καταλαμβάνοντας όλο τον ζωτικό τους χώρο.
Ο πατέρας-Κρόνος για να επιβεβαιώσει το μύθο του πρέπει να έχει «φάει» και
την μητέρα .
Κι ο γιός- Προμηθέας θα πληρώσει την αποδέσμευσή του από τους Θεούς και
τους κανόνες τους και θα υποστεί την τιμωρία. Ο Θεόσταλτος γύπας (αδηφάγος
πατέρας στον εφιάλτη) του τρώει το συκώτι.
Ο γιός, πρέπει να τελέσει την «πατροκτονία του» προκειμένου να ενηλικιωθεί,
αφού πρώτα αλλάξουν ρόλους και αναγκαστεί από τα πράγματα να γίνει αυτός
πατέρας του πατέρα του , ο οποίος θα πάρει τη θέση του παιδιού.
Σαν την αίθουσα των κατόπτρων, που σε αναγκάζει να δεις το είδωλο του
εαυτού σου και ν’ αναγνωρίσεις σ’ αυτόν κομμάτια άγνωστα και ίσως
δυσάρεστα.
Η ενηλικίωση όμως περνάει αναγκαστικά μέσα από την αποδοχή και την απώλεια.
Την αποδοχή του τέλους της παιδικής παντοδυναμίας, την αποδοχή ότι όλοι μας
και οι γεννήτορες δεν μπορεί παρά να είμαστε ελλειματικές προσωπικότητες,
δηλαδή άνθρωποι και την αποδοχή της απώλειας ως όρου απαράβατου για την
εσωτερική γαλήνευση και την προσωπική εξέλιξη.
Μπορεί κανείς αυτή τη διαδικασία να την ονομάσει και συγχώρεση.
Ο βιβλικός μύθος λοιπόν αντανακλάται στο έργο, παίρνοντας τη σωστή του
διάσταση μέσω της ψυχαναλυτικής προσέγγισης της αρχέγονης αντίθεσης πατέρα
– γιού, κοινωνικών κανόνων – εφηβικής επανάστασης, παιδικότητας–
ενηλικίωσης.
Ο Γιώργος Ηλιόπουλος γράφει συνήθως προσωπικές ιστορίες.
Τόσο προσωπικές που μας αφορούν όλους.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση μας καλεί ν’ ανοίξουμε το μαύρο κουτί
(υποσυνείδητο, απωθημένα) για να λύσουμε το αίνιγμα.
Σαν άλλος Οιδίποδας (πατέρας και γιός ταυτόχρονα) θα ψάξει να βρει την
αλήθεια, με την έπαρση και την αλαζονία του μακρινού κλασσικού ήρωα, μια
αλήθεια που πληγώνει και ελευθερώνει ταυτόχρονα.
Δραματουργικά ο Ηλιόπουλος ξεφλουδίζει λίγο – λίγο την πραγματικότητα,
για να οδηγήσει τους ήρωές του στην συνειδητοποίηση.
Η εισβολή της ονειρικής πραγματικότητας και της φαντασίωσης στον κατά τα
άλλα ρεαλιστικό χώρο και η σκληρή αντιπαράθεση των δύο εικόνων, αποτελεί το
θεατρικό εργαλείο διείσδυσης στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων και της πάλης
που διεξάγεται εντός τους, ενώ ταυτόχρονα μυεί τον θεατή στην ποιητικότητα
της εσωτερικής διαδικασίας.
Η επιλογή του να μας φέρει στη σκηνή ένα golden boy σε κρίση, παίρνει υπό
το φως της επικαιρότητας της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, σχεδόν
προφητικό χαρακτήρα, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και ένα σαρκαστικό σχόλιο.
Η ήρωες του Ηλιόπουλου είναι ζωντανά όντα, αναπνέουν πραγματικά,
αρρωσταίνουν, ερωτεύονται, κλαίνε και πονούν επί σκηνής, ακόμα και
πεθαίνουν, ενώ ταυτόχρονα παίρνουν το χαρακτήρα συμβόλων που κάτι
διαφορετικό σημαίνουν για τον καθένα.
«Ζήτησες να μάθεις την αλήθεια. Αντεξέ τη…»
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ
ΘΕΑΤΡΟΛΟΓΟΣ-ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΘΕΑΤΡΟΥ