ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΚΟΥΚΛΑΣ’10

ΕΡΡΙΚΟΥ ΙΨΕΝ «Το Σπίτι της Κούκλας», σε μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ και
Σκηνοθεσία Κωστή Καπελώνη, στο Studio Μαυρομιχάλη

Η «Νόρα» ή «Ένα Κουκλόσπιτο για τη Νόρα», ή «Το Σπίτι της Κούκλας» είναι το
έργο που οι συντηρητικοί θεματοφύλακες της οικογενειακής ηθικής απέρριπταν
μετά βδελυγμίας στα τέλη του 19ου αιώνα που πρωτοπαρουσιάστηκε, το έργο που
οι πρωταγωνίστριες του θεάτρου στο πρωτοποριακό Παρίσι αρνήθηκαν να παίξουν
τον ομώνυμο ρόλο γιατί θα έκανε κακό στην καριέρα τους.
Τι ήταν αυτό που διέβλεπαν και φοβόντουσαν όλοι αυτοί, όταν δέχονταν
ευχαρίστως ποιητική αδεία τα έργα που είχαν ως κεντρικό στόρι την
ερωτευμένη γυναίκα που εγκαταλείπει την οικογένειά τους εξ αιτίας ενός
σφοδρού έρωτα;
Ηταν το γεγονός, ότι για πρώτη φορά μία γυναίκα αφήνει την οικογένειά της
γιατί αισθάνεται ανίκανη να ανταποκριθεί στους ρόλους της.
Είναι η πρώτη φορά που μια γυναίκα ανοίγει την πόρτα του σπιτιού της και
δραπετεύει από τον ασφαλή οικογενειακό κόσμο, έχοντας κατακτήσει, μαχητική
διαυγή συνείδηση, διεκδικώντας το δικαίωμά της να υπάρξει επί ίσοις όροις.
Ενδεικτικό της μεγάλης απήχησης του έργου είναι και η παραφιλολογία που
αναπτύχθηκε και η οποία θέλει τον Ιψεν να αποφασίζει τελικά ότι η Νόρα
έπρεπε να εγκαταλείψει το σπίτι της, όταν η γυναίκα του Σουζάνα του έθεσε
ωμά το δίλλημα: Η θα φύγει η Νόρα ή εγώ από το σπίτι…
Ο Ιψεν θέτει το κοινωνικό ζήτημα των ρόλων των δύο φύλων, με έναν
εξωφρενικά για την εποχή του πρωτοποριακό τρόπο. Και κυρίως γιατί θέτει το
ζήτημα εντός του συγκεκριμένου κοινωνικοπολιτικού πλαισίου, εφόσον
φωτογραφίζει το γάμο και τις σχέσεις του ζεύγους, με φόντο τις γενικότερες
εμπορευματικές σχέσεις συναλλαγής της μεσαίας τάξης και σε συνάφεια με
αυτές. Εκεί έγκειται και η ανθεκτικότητα του έργου ακόμα και στις σύγχρονες
συνθήκες, εφόσον αποτελεί ακόμα έναν ιδανικό καθρέφτη για την αντανάκλαση
θεσμών και δομών, σχέσεων εξάρτησης και απαλλοτρίωσης της προσωπικότητας σε
συνθήκες γενικότερης κρίσης του θεσμού.
Στο περιθώριο δε της εικόνας, αντιστικτικά με την εξεγερμένη Νόρα,
παρουσιάζει και την εκδοχή της συμπαραστατικής θυσιαζόμενης γυναίκας, που
δρα λειτουργικά και αναδημιουργικά στο πλαίσιο των αστικών δομών. Τα
ερωτήματα που θέτει ο συγγραφέας πολλαπλασιάζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο,
πλουταίνοντας τη συζήτηση.
Δεν νομίζω όμως πως στην συγκεκριμένη περίπτωση ο σκηνοθέτης προσπάθησε να
χρησιμοποιήσει το έργο με τρόπο που να φωτίζονται οι σύγχρονες
συγκρούσεις.
Όταν δε τα τελευταία χρόνια έχουμε δει το Dollhouse των Mabou Mines και την
«Νόρα» του Τόμας Οστερμάγιερ , αναμένει κανείς πολύ περισσότερα από μια
απλή καλή ανάγνωση του έργου.
Στην συγκεκριμένη προσπάθεια ξεχώρισε η μουσική του Βασίλη Μπαμπούνη που
έδωσε έναν τόνο μυστηρίου στην εξέλιξη του έργου, η κλοουνίστικη εμφάνιση
του Χέλμερ και του Γιατρού Ρανκ στο δεύτερο μέρος και ιδιαίτερα η παρουσία
του έμπειρου Βασίλη Βλάχου που ερμήνευσε ιδανικά την μετεξέλιξη του
Κρόγκσταντ από άτεγκτο τοκογλύφο σε εσωτερικά σπαρασσόμενο και ηττημένο
άνθρωπο που μπορεί να αλλάζει.