Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη

«Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη» του Θανάση Βαλτινού, σε Σκηνοθεσία και
Ερμηνεία του Αντώνη Αντωνίου , από τη «Θεατρική Σκηνή»

Το έργο πρωτοδημοσιεύεται το 1964, ενώ σε βιβλίο θα κυκλοφορήσει το 1972.
Ο Ανδρέας Κορδοπάτης, πρόσωπο υπαρκτό από τη Δάρα Μαντινείας ,αφηγείται την
ιστορία του, μιλάει για τις περιπέτειές του όταν εν έτει 1903 αποφάσισε να
μεταναστεύσει στην Αμερική, ακολουθώντας τη μοίρα χιλιάδων μεταναστών από
την Ελλάδα και ιδίως την Πελοπόννησο.
Με μια υποδειγματική λαϊκή αφήγηση, ο ήρωας θα εξιστορήσει τα δεινά της
λαθρομετανάστευσης , αλλά και τον ασίγαστο πόθο του να φτάσει στη νέα γη
της επαγγελίας.
Μέσα από αυτήν την προσωπική ιστορία, ο συγγραφέας κατορθώνει να
σκιαγραφήσει μια ολόκληρη εποχή, με την Ελλάδα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας
μετά τον αποτυχημένο πόλεμο του 1897, αλλά κυρίως να μας μεταφέρει το ήθος
των λαϊκών ανθρώπων, τις ρίζες που τους κρατούσαν όρθιους και τις έβρισκαν
ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες. Πολύ περισσότερο αναδύεται ένας
φυσικός δυναμισμός που τους παρείχε την αναγκαία αυτοπεποίθηση να μην
υπολογίζουν τα εμπόδια ακόμα και το φόβο του άγνωστου και να ρίχνονται σε
ταξίδια , όπου το απρόοπτο γινόταν μέρος της περιπέτειας.
Το έργο σωστά θεωρείται ορόσημο για το συγγραφέα του, μια σύνθεση που
μαγεύει με την αμεσότητα της προφορικής διήγησης, σύνθεση με στέρεη
ραχοκοκαλιά, σφιχτή δομή και ενιαία ταυτότητα.
Ο Θανάσης Βαλτινός συνέχισε και με το ύστερο το έργο του να διερευνά
ουσιαστικά την ιστορία μέσω της μυθοπλασίας. Τα «Στοιχεία της δεκαετίας του
’60» (1989) και η «Ορθοκωστά» (1994) καθώς και ένας δεύτερος «Αντρέας
Κορδοπάτης» (2000) κινούνται σ’ αυτήν την κατεύθυνση, αν και πλέον σταδιακά
κυρίως από την «Ορθοκωστά» και μετά ο συγγραφέας απομακρύνεται από το
αυθεντικό κοινωνικό και προσωπικό ψηφιδωτό που προσπαθούσε να αναγνώσει την
ιστορία μέσα από το λαϊκό βίωμα και παρεμβαίνει ο ίδιος που πλέον
αντιμετωπίζει το παρελθόν ως ρευστή ύλη που η υποκειμενικότητα μπορεί να
προσδίδει κάθε φορά και άλλη μορφή. Μ’ αυτόν τον τρόπο απομακρύνεται από
μία συνεκτική ιστορική ανάγνωση υιοθετώντας την ιστορική μεταμυθοπλασία.
Πάντως ο καλός ηθοποιός Αντώνης Αντωνίου ήρθε αντιμέτωπος με έναν
ολοζώντανο Ανδρέα Κορδοπάτη, τον αναγνώρισε και τον ερμήνευσε με τη
δωρικότητα των παλιών παραμυθάδων, ξεπερνώντας τα προβλήματα που ούτως ή
άλλως θέτει η σκηνική απόδοση ενός λογοτεχνικού αναγνώσματος.
Κουβαλώντας τις βαλίτσες των ταξιδιών του προς τον «άγνωστο» παράδεισο,
διηγείται την ιστορία όχι μόνον του έλληνα λαθρομετανάστη, αλλά και του
απανταχού και άχρονου μετανάστη, που θέλαμε ως τώρα να ξεχνάμε την
ανθρώπινη οντότητά του, μέσα στον βίαιο και πλαστό οικονομικό εκσυγχρονισμό
μας της τελευταίας εικοσαετίας.
Δεν είναι τυχαίο νομίζω ότι την τρέχουσα θεατρική σαιζόν όλο και
επανέρχεται το θέμα της μετανάστευσης.
Νέοι καιροί, νέα ήθη.
Σ’ αυτό όμως θα επανέλθουμε.