ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ’11

«ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ» του Κώστα Ταχτσή, σε σκηνοθεσία και δραματουργική
επεξεργασία Σταμάτη Φασουλή και Θανάση Νιάρχου στο θέατρο «ΠΑΛΛΑΣ»

Δεν ξέρω αν ήταν αγαθή τύχη που παρακολούθησα την παράσταση φέτος, σε
επανάληψη, μετά την προ διετίας επιτυχία της στο «Εθνικό Θέατρο».
Αισθάνομαι όμως πως τώρα, κάτω από τον κάπως βαρύ, φθινοπωρινό ουρανό της
κρίσης, αλλιώς κρίνω τις πράξεις της Νίνας και κυρίως της Εκάβης.
Η ευχαρίστηση από το κολύμπι στα ρηχά νερά της νοσταλγίας μιας ασπρόμαυρης
ελλάδας και τα πρόσωπα που αχνά μας θύμιζαν κάποιες πεθαμένες γιαγιάδες και
θείες που έζησαν όχι τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα αλλά υπό τη σκιά τους, εν
ολίγοις μιας συμπαθητικής μικροαστικής ελλάδας, καταφερτζούς και ολίγον
ανέντιμης, που έβρισκε τον τρόπο να επιβιώνει έστω λάθρα της ιστορίας,
έδωσε τη θέση της σε σκέψεις βαθύτερες και αναλογίες με το σήμερα που
έξυσαν πληγές. Από αυτήν την άποψη η αντοχή του έργου στο χρόνο
επιβεβαιώνει την ίδια του την αξία όχι ως μιας ηθογραφίας εποχής, αλλά ως
μια εναλλακτική μεγάλη αφήγηση που ο ρεαλισμός της δεν εγκλωβίζεται σε
φωτογραφικά ενσταντανέ, αλλά συμπληρώνει μια ποιητική εικόνα , δανειζόμενη
από τα υλικά της αρχαίας τραγωδίας.
Το εμβληματικό αυτό μυθιστόρημα που γράφτηκε το 1962 αλλά κυκλοφόρησε
μεσούσης της χούντας αφήνοντας άναυδους τους λογοτεχνικούς κύκλους, άλλαζε
τους λογοτεχνικούς κώδικες της μυθιστορίας, έπαιρνε το μίτο από τον Στρατή
Τσίρκα και το κοινωνικοϊστορικό του μυθιστόρημα και συνέχιζε με έναν δικό
του κώδικα όπου κυρίαρχο στοιχείο του είναι η ίδια η γλώσσα.
Η λαϊκή γλώσσα με την επιτηδευμένη προφορικότητα, ήταν η ίδια φορέας ήθους,
ο αντίλαλος της κοινωνικής θέσης των ηρώων, ο ιδιόμορφος καθρέφτης της
ταξικής διαστρωμάτωσης αλλά και αντανάκλαση της ίδιας της Ελλάδας όπου μια
μεταπρατική αστική τάξη νόθευε την ενηλικίωση της χώρας.
Απ αυτήν την άποψη η «μητριαρχία» της Νίνας και κυρίως της «Εκάβης», ο
ευνουχισμός θηλυκών και αρσενικών απογόνων , η οικογενειακή βία, ξεφεύγει
από τις αυτοβιογραφικές εμμονές του συγγραφέα και τις προσωπικές του
ιδιαιτερότητες και γίνεται τρόπος ανάγνωσης του στρεβλού τρόπου ανάπτυξης
της χώρας.

Αυτό το πολυεπίπεδο έργο, αυτή τη μεγάλη αφήγηση ανέλαβε να μετατρέψει σε
δράση επί σκηνής ο Σταμάτης Φασουλής. Κατ’ αρχήν και μόνο η συνεργασία με
το Θανάση Νιάρχο αποδεικνύει την έγνοια του σκηνοθέτη να μη χαθεί το βασικό
εργαλείο του έργου. Η γλώσσα του.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η ίδια η θεατρική σκηνή κατέχει τη δική της γλώσσα
και τους δικούς της κώδικες, γνωρίζουμε εξ αρχής ότι η μεταφορά ενός
λογοτεχνικού έργου στο θέατρο αποτελεί πάντα ένα νέο έργο.
Υπ’ αυτή την έννοια ποτέ αυτή η μεταφορά δεν αντικαθιστά την ανάγνωσή του.
Πάντως ο σκηνοθέτης με την εγνωσμένη πείρα του κατάφερε να ζωντανέψει στη
σκηνή μια ολόκληρη περασμένη Ελλάδα.
Σε χρώμα υπόλευκο (σα να έχει πάρει φως το φιλμ, όπως εύστοχα είπε ο
ίδιος), οι μεγάλοι μονόλογοι της Νίνας και της Εκάβης, ανακατεύουν την
ιστορία του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, τις μεγάλες ματαιώσεις και τις
μικρές φιλοδοξίες, τη συνείδηση δηλαδή του μικροαστού, τοποθετώντας την
ψυχή των ηρώων σε ψηλά μέγαρα (της φαντασίας τους) και χαμηλοτάβανα δωμάτια
της πραγματικότητάς τους.
Μία πλειάδα καλών ηθοποιών επί τέσσερις ώρες στη σκηνή ενσάρκωσαν το όραμα
του σκηνοθέτη με πρώτη φυσικά τη Νένα Μεντή σε μια σπαρταριστή λαϊκή Εκάβη,
ασυγκράτητη, πολύπαθη και ένοχη. Αλλά και η Φιλαρέτη Κομνηνού παρά την
αρχοντική της φυσική παρουσία που μείωνε τη λαϊκότητα της μικροαστής Νίνας
στάθηκε στο ύψος της.
Αναφέρουμε ενδεικτικά τη σοβαρή παρουσία της Ολγας Δαμάνη, Τάνιας Τρίπη,
Ντόρας Σιμοπούλου, Ηρώς Μπέζου, Γιάννη Νταλιάνη, Γιάννη Στάνκογλου κλπ.