ΦΑΟΥΣΤ’14

«ΦΑΟΥΣΤ» του Γκαίτε, σε Μετάφραση Πέτρου Μάρκαρη και Σκηνοθεσία Μιχαήλ
Μαρμαρινού, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών

Σε μια μεγάλη τετράωρη παράσταση – σχόλιο πάνω στο Φάουστ του Γκαίτε, ο
Μιχαήλ Μαρμαρινός θέλησε, όχι να θεατροποιήσει τις μνημιακές μορφές του
έργου -τον Φάουστ, τον Μεφιστοφελή, τη Μαργαρίτα- και να φέρει επί σκηνής
τις μεγάλες μεταφυσικές, υπαρξιακές και φιλοσοφικές διατυπώσεις του
μεγαλειώδους έργου ( αυτό το θεμέλιο της δυτικής σκέψης και κουλτούρας),
αλλά μάλλον να ξαναθέσει επί τάπητος τα ίδια τα ερωτήματα, με τις σκηνικές
μορφές της μετανεωτερικότητας.
Όπως άλλωστε γράφει και ο ίδιος, θέλησε να αντιμετωπίσει το έργο ως «ένα
διαρκές άσπρο κείμενο» στο οποίο κάθε εποχή επαναδιατυπώνει ή εξετάζει τη
θεολογική θεώρηση του καλού και του κακού, τη διάσταση του «λόγου» και της
«πράξης», όχι πια ως μια νεοκαντιανή προσέγγιση αλλά από την πλευρά της
σύγχρονης υπαρξιακής αίσθησης του χάους. Η μελαγχολία της ύπαρξης και των
αρχαίων διλλημάτων. Ενας καθρέφτης της ουσίας της ατομικότητας και
επανεξέτασης της ίδιας της κουλτούρας της ύπαρξης και των επιλογών μας.
Ετσι το πρόσωπο του Μεφιστοφελή διασπάται σε έξι πρόσωπα, όχι ως
διαφορετικές εκδοχές, αλλά ως «χωρίς όψη», ο Φάουστ δεν αποτελεί μια
δυναμική προσωπικότητα αλλά ένα άτολμο, αμήχανο, χαοτικό πρόσωπο ρευστό που
ψάχνει έναν χαμένο εαυτό.
Στο έργο παρεμβάλλονται πολλές διακειμενικές αναφορές και προσωπικές
αφηγήσεις, ακόμα και ντοκουμέντα από το αστυνομικό δελτίο του 18ου αι., που
αφορά σε μια πραγματική Μαργαρίτα που σκοτώνει το νεογέννητο παιδί της, οι
ηθοποιοί στέκονται γύρω από ένα τραπέζι και τρέχουν να εκφωνήσουν το ρόλο
τους κάθε φορά, έξοχη η μουσική του Καμαρωτού, πάμπολλες εικόνες και ιδέες,
(μας έμεινε η Θεοδώρα Τζήμου ως εσταυρωμένος), καταιγισμός συμβόλων,
υπομνήσεις που δεν προλάβαινες να επεξεργαστείς αλλά και ένας Ακύλλας
Καραζήσης που πάλευε εξαιρετικά με τους δαίμονες και τα φαντάσματα της
ύπαρξης, καθώς και μια νεαρή Δάφνη Ιωακειμίδου – Πατακιά (Μαργαρίτα) που
μας μετέφερε το ρίγος της διακορευμένης αθωότητας.
Εάν ο σκηνοθέτης δεν γοητευόταν τόσο από την πληθώρα των ιδεών του, ώστε να
θολώνει το τοπίο, προκρίνοντας έναν ναρκισσιστικό «σκηνοθετισμό», η
παράσταση θα μπορούσε να αποτελέσει πηγή διανοητικής άσκησης για έναν
φυσικά υποψιασμένο θεατή.