65 ΧΡΟΝΙΑ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ – ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ
Μια μικρή ιστορική αναδρομή του σοβαρότερου πολιτιστικού θεσμού της
μεταπολεμικής Ελλάδας
Μέσα στο περίεργο φετινό καλοκαίρι της μετα Covid εποχής, ή και εν μέσω
αυτής (δεν έχουν αποφασίσει ακόμα οι επιστήμονες να την ορίσουν επακριβώς),
οι πολιτιστικές και καλλιτεχνικές δράσεις ήταν και συνεχίζουν να είναι τα
πρώτα θύματα.
Φυσικά εν μέσω αυτής της κατάστασης δεν θα μπορούσε να μην πληγεί το
Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου.
Μειωμένες οι καλλιτεχνικές παραγωγές, ανενεργοί οι χώροι της Πειραιώς 160,
μετρημένες στα δάκτυλα οι παρουσιάσεις στο Ηρώδειο και την Επίδαυρο (τόσο
το κλασσικό θέατρο όσο και η σκηνή της Μικρής Επιδαύρου).
Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο το Εθνικό Θέατρο θα εμφανισθεί με δύο
παραγωγές, τους «Πέρσες» του Αισχύλου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη (24-26
Ιουλίου) και «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Οδυσσέα
Παπασπηλιόπουλου (31 Ιουλίου – 1-2 Αυγούστου) και το Κρατικό Θέατρο Βορείου
Ελλάδος με τους «Ορνιθες» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Γιάννης Ρήγας (7-9
Αυγούστου).
Το Ελληνικό Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου το οποίο αποτελεί μετεξέλιξη
του Φεστιβάλ Αθηνών ξεκίνησε το 1955. Διεξάγεται κάθε χρόνο στην Αθήνα και
την Επίδαυρο της Πελοποννήσου, κυρίως, στα θέατρα Ηρώδου του Αττικού,
Λυκαβηττού και το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Οι εκδηλώσεις του
περιλαμβάνουν θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, παραγωγές αρχαίας κωμωδίας
και τραγωδίας, εικαστικές εκθέσεις κ.α. Έχει έντονο διεθνή χαρακτήρα και
συνήθως διεξάγεται κατά τους θερινούς μήνες έως και τις αρχές
Σεπτεμβρίου. Το Φεστιβάλ είναι σημαντικότατος θεσμός καθόσον βοηθά στην
προαγωγή του Ελληνικού πολιτισμού, ενώ μέσω της εξωστρέφειας που διαθέτει,
ενισχύει τη διαλεκτική σχέση στην καλλιτεχνική δημιουργία.
Στο πλαίσιο της πολιτιστικής και τουριστικής πολιτικής της
Κυβερνήσεως Παπάγου (1955), ο τότε Υπουργός Προεδρίας και μετέπειτα
Πρωθυπουργός, Γεώργιος Ράλλης, ανέλαβε να διοργανώσει μια σειρά εκδηλώσεων,
μετακαλώντας στην Ελλάδα σημαντικές προσωπικότητες της Τέχνης.
Η ιδέα του Γεωργίου Ράλλη, στην αρχική της σύλληψη, ήταν να οργανωθεί ένα
Φεστιβάλ στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, όπως είχε καθιερωθεί από το 1936 η
“Εβδομάς Αρχαίου Δράματος”, αλλά και με μουσικό προσανατολισμό. Πρώτος
καλλιτεχνικός διευθυντής του ήταν ο μετακληθής Ντίνος Γιαννόπουλος,
σκηνοθέτης στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης, που οργάνωσε με απόλυτη
ελευθερία το Φεστιβάλ.
Στην πρώτη διοργάνωση, διάρκειας σαράντα ημερών, ξεχώρισαν οι παραστάσεις
των Αλέξη Μινωτή – Κατίνας Παξινού και η συναυλία της Φιλαρμονικής
Ορχήστρας της Νέας Υόρκης υπό τη διεύθυνση του Δημήτρη Μητρόπουλου.
Από το Φεβρουάριο του 1956, υπουργός Προεδρίας Κυβερνήσεως ανέλαβε
ο Κωνσταντίνος Τσάτσος που συνέδεσε το όνομά του με το Φεστιβάλ έως τις
εκλογές του 1961.
“Το Φεστιβάλ Αθηνών, το οποίον εγκαινιάζεται σήμερον με τους λαμπροτέρους
οιωνούς και έχει συγκεντρώσει ζωηρότατον το ενδιαφέρον του ελληνικού και
του διεθνούς κοινού, αποτελεί την μεγαλυτέραν καλλιτεχνικήν και τουριστικήν
προσπάθειαν που εσημειώθη ποτέ εις την χώραν μας”, δήλωνε τη μέρα της
έναρξης του Φεστιβάλ (24.8.1955) ο εμπνευστής του Γεώργιος Ράλλης.
Κάποιες από τις Σημαντικές Στιγμές στην πορεία του Φεστιβάλ
Η παρουσίαση για πρώτη φορά, αποσπασμάτων από τους «36 ελληνικούς χορούς»
του Ν. Σκαλκώτα υπό τη διεύθυνση του Δημητρίου Μητρόπουλου(1955).
Η παρουσίαση των Ορνίθων του Αριστοφάνη από τον Κάρολο Κουν (Θέατρο Τέχνης
-1959), που τελικώς αποσύρθηκαν.
Η εμφάνιση του ιερέα με καλυμμαύχι ορθοδόξου παπά σε μια σκηνή θυσίας ήταν
η σκηνή που πυροδότησε την αγανάκτηση μερίδας του κοινού. Ο Μάριος
Πλωρίτης, από τα αντιπολιτευόμενα τότε «Νέα», πρότεινε την αφαίρεση της
σκηνής, ενώ ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, Υπουργός Προεδρίας που αποφάσισε τη μη
επανάληψη της παράστασης, γελοιογραφείτο έκτοτε από τον Φωκίωνα Δημητριάδη,
συνοδευόμενος από μια κότα.
Η παράσταση, σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι, επιδοκιμάστηκε από το διεθνή τύπο
και βραβεύθηκε.
Η ερμηνεία της Μαρίας Κάλλας στη Νόρμα του Βιντσέντσο Μπελλίνι (1960) και
τη Μήδεια του Λουίτζι Κερουμπίνι (1961). Η αμοιβή της Μαρίας Κάλλας
παραχωρήθηκε για τη δημιουργία των ομώνυμων υποτροφιών. Κατά την πρώτη
παρουσία της στο Φεστιβάλ (1957), είχε κατηγορηθεί για υπερβολικές
απαιτήσεις στο πλαίσιο της πολιτικής τακτικής της τότε αντιπολίτευσης, αλλά
δέχθηκε και απρεπή σχόλια για την προσωπική της ζωή από τους αρθρογράφους
των Νέων και του Βήματος.
Η «Ζιζέλ» με τον Ρούντολφ Νουρέγιεφ και παρτενέρ την Μαργκό Φοντέιν (1963).
Η παράσταση της «Ηλέκτρας» του Σοφοκλή, από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία
του μετέπειτα ιδρύτη του «Αμφι-θεάτρου» και ακαδημαϊκού, Σπύρου Α.
Ευαγγελάτου. Η παράσταση αυτή θεωρείται πως αναζωογόνησε τόσο την παράδοση
του Εθνικού Θεάτρου όσο και το θεσμό του Φεστιβάλ. Στην ίδια παράσταση
συνεργάζονται για πρώτη φορά οι Γιώργος Πάτσας (σκηνικά) και Κώστας
Γεωργουσόπουλος (μετάφραση)(1972).
Η Ορέστεια του Αισχύλου σε σκηνοθεσία Πήτερ Χολ, με το Εθνικό Θέατρο της
Αγγλίας, που ήταν και η πρώτα φορά όπου ξένος σκηνοθέτης παρουσίαζε
παράσταση στην Επίδαυρο (1982).
Βασικοί άξονες του φεστιβαλικού προγραμματισμού υπήρξαν αρχικά οι μεγάλες
ορχήστρες, καθώς και η προσπάθεια αναβίωσης και σύγχρονης ερμηνείας του
θεατρικού ρεπερτορίου της κλασικής αρχαιότητας, ενώ από τον δεύτερο χρόνο
ήδη προστέθηκε και ο χορός. Στην περιοχή της μουσικής, χάρη και στην
καταλυτική παρουσία του Μητρόπουλου, μετακαλούνται μεγάλα συγκροτήματα και
σημαντικοί σολίστες, ενώ γίνεται και προσπάθεια ανάδειξης σημαντικών
Ελλήνων δημιουργών (όπως ο Σκαλκώτας, ορισμένους από τους Χορούς του οποίου
παρουσίασε ο Μητρόπουλος στην πρώτη εκείνη ελληνική εμφάνισή του). Στο
θέατρο, η επίσης καταλυτική παρουσία του Δημήτρη Ροντήρη εδραιώνει μια
στερεότυπη απόδοση του αρχαίου κειμένου, σε αντιστοιχία με το νεοκλασικό
πρότυπο.
Μια εικοσαετία περίπου νωρίτερα ο Ροντήρης, με το Εθνικό Θέατρο, είχε
εγκαινιάσει και το θέατρο της Επιδαύρου. Το πρώτο έργο που παρουσιάστηκε
εκεί μετά την αρχαιότητα, το 1938, ήταν η Ηλέκτρα του Σοφοκλή, σε μετάφραση
Ι. Γρυπάρη, με την Κατίνα Παξινού στον ομώνυμο ρόλο. Το έργο παίχτηκε στην
αρχαία ορχήστρα του «ωραιότερου θεάτρου του κόσμου» χωρίς σκηνικά και
–ελλείψει ηλεκτροδότησης– χωρίς φωτισμούς, με το φυσικό φως του
απογεύματος. Τη διοργάνωση της ιστορικής αυτής παράστασης είχε αναλάβει η
Περιηγητική Λέσχη, με στόχο την καθιέρωση στη συνέχεια ετήσιας «σαιζόν
Επιδαύρου», όμως ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος και ο Εμφύλιος ανέστειλαν τα
φιλόδοξα σχέδια. Έτσι, τα Επιδαύρια έμελλε να ξεκινήσουν ουσιαστικά το
1954, με τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη, πάλι σε σκηνοθεσία Δ. Ροντήρη, και η
επίσημη έναρξή τους να συμπέσει με την εκκίνηση του Φεστιβάλ Αθηνών το
1955, με τον Αλέξη Μινωτή να σκηνοθετεί την Εκάβη. Η μετέπειτα παράλληλη
πορεία –μέχρι την οργανωτική συνένωση– των δύο θεσμών και η συνομιλία τους
με το ιστορικό και κοινωνικό γίγνεσθαι αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ευκρίνεια
στο πεδίο του αρχαίου δράματος.