ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ 2009

ΟΙ ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ 2009

Η οικονομική κρίση περιόρισε φέτος τις δραστηριότητες του Φεστιβάλ Αθηνών
αλλά συγχρόνως μάλλον ώθησε κάποιους καλλιτέχνες να λειτουργήσουν πέρα από
έναν εξεζητημένο φορμαλισμό που είχε αναπτυχθεί τις τελευταίες δεκαετίες.
Μήπως έχουμε λοιπόν να κάνουμε με μια επιστροφή του πολιτικού θεάτρου λόγω
ακριβώς των επιπτώσεων στους ανθρώπους της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης;
Εχουμε έναν «σύγχρονο Μπρεχτ» σαν κι εκείνον που θεατροποίησε την κρίση
του μεσοπολέμου, χρησιμοποιώντας λαϊκούς κώδικες και ιστορίες για να ωθήσει
το κοινό να αποστασιοποιηθεί από το οικείο και το αυτονόητο, προκειμένου
να αμφισβητήσει την κυρίαρχη κοινωνική τάξη;
Θα είμασταν υπέρμετρα αισιόδοξοι έως αφελείς να το πιστεύαμε.
Όμως διαπιστώσαμε ότι υπάρχουν καλλιτεχνικές δυνάμεις που δημιουργούν
ακόμα και κόντρα στις «σιωπηλές κοινωνικές πλειοψηφίες» που ψηφίζουν την
ακροδεξιά.
Και πιο συγκεκριμένα:
Φέτος παρουσιάστηκαν από την 1η Ιουνίου έως και τις 13 Ιουλίου είκοσι
θεατρικές παραστάσεις στους χώρους της Πειραιώς 260, στο Σχολείον (της
Πειραιώς), στο Θέατρο του Ιδρύματος «Ελληνικός Κόσμος» και στο Ηρώδειο,
από τις οποίες εννέα ελληνικές.
Δυστυχώς για μας τα καλά νέα που προαναφέραμε, ήρθαν κυρίως από το
εξωτερικό.
Ο Γκυ Κασσίερς σκηνοθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου
Toneelhuis της Αμβέρσας, λίκνου της ακροδεξιάς, τόλμησε να «αντιπαραθέσει»
την πόλη με το θίασό της, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο θεατρικό έργο
«Μεφίστο για πάντα», που παρήγγειλε στον συγγραφέα Τομ Λανουά.
Ο Λανουά διασκεύασε το γνωστό έργο του Κλάους Μαν , κράτησε το βασικό
μύθο αλλά τον αποσύνδεσε από την συγκεκριμένη τόσο βολική ιστορική περίοδο
του ναζισμού. Το έργο του μας μιλάει για το σήμερα, για την απειλητική
μετατόπιση όλης της κοινωνίας προς τα δεξιά, για έναν φασισμό που αργά αλλά
σταθερά εγκαθίσταται με την ανοχή όλων μας, όταν για παράδειγμα
ισοπεδώνονται καταυλισμοί προσφύγων κι εμείς κάνουμε πως δεν
καταλαβαίνουμε.
Ο Κριστόφ Μαρτάλερ και η Αννα Βίμπροκ μας παρουσίασαν ένα μουσικοθεατρικό
κολλάζ, τη «Μόνιμη αποικία»,.
Με μια σχετικά στριφνή είναι η αλήθεια φόρμα, όπου ο αυτοσχεδιασμός
σαρκάζει το κοινότοπο, η παράσταση χλεύαζε κυριολεκτικά την πλήρη
ενσωμάτωση της μεσαίας τάξης στον καταναλωτισμό, την καθιστούσε συνένοχη
στο παιγνίδι των Τραπεζών, θύτες και θύματα συνάμα, εφόσον οι πολίτες έχουν
αποδεχθεί ηθικά και πολιτισμικά το ιδεολόγημα του νεοφιλελευθερισμού «αν
δεν πάρω τα μπόνους μου και την αποζημίωσή μου, θα καταρρεύσουν όλα»!!!
Οι σκηνοθέτες Γιόχαν Σίμονς και Πωλ Κουκ παλιοί συνιδρυτές του διάσημου
ολλανδικού θιάσου HOllANDIA, μας παρουσίασαν στο Ηρώδειο μια μουσική
ανάγνωση του έργου του Χόρβατ «Καζιμίρ και Καρολίνα», γραμμένο μέσα στην
κρίση του μεσοπολέμου.
Σ’ ένα σκηνικό πολυεπίπεδο, με σκαλωσιές, νέον και την λαμπερή επιγραφή
ENJOY , ως χαραμάδα ελπίδας ή ειρωνικό σχόλιο για μια κοινωνία που
κυριαρχεί η δύναμη του ισχυρότερου και η ηθική εξαχρείωση των καπιταλιστών,
και ένα ολοκαίργιο αυτοκίνητο στο έμπα της σκηνής να χαρακτηρίζει την
καταναλωτική κρίση, το έργο αναζητούσε κραυγάζοντας ένα θέατρο των άδειων
χώρων και των εγκαταλειμένων κτηρίων και όχι την αρχαιοπρέπεια και τον
κομφορμισμό του Ηρωδείου.
Στο «Μπορίς Γκοντουνόφ» του Ισπανικού θεάτρου “La Fura dels Baus», οι
καλλιτέχνες με αφορμή και δραματουργικό σημείο εκκίνησης την κατάληψη του
θεάτρου «Ντούμπροβκα» της Μόσχας το 2002 από Τσετσένους τρομοκράτες,
ενέταξαν την ίδια την πλατεία στο θεατρικό δρώμενο, μετατρέποντας τους
θεατές ομήρους και το ίδιο το θέατρο σε μια διευρυμένη σκηνή, όπου θεατές –
ηθοποιοί καλούνται να βιώσουν την εμπειρία της τρομοκρατικής βίας.
Χρησιμοποιώντας την τεχνική του δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ και σε
παραλληλισμό με το έργο του Πούσκιν, προσπάθησαν να αναδείξουν ότι η βία
ακυρώνει οποιαδήποτε απαλευθερωτική ιδέα, αν και δεν απέφυγαν την άσκοπη
σκηνική φλυαρία και τις μανιχαϊστικές αντιλήψεις περί καλού και κακού.
Να σημειώσουμε ακόμα τους «Αρουραίους» του Χάουπτμαν από το Γερμανικό
Θέατρο του Βερολίνου, όπου ο σκηνοθέτης Μίκαελ Ταλχαϊμερ έβαλε τους φτωχούς
αλλά και τους μικροαστούς του έργου, να παίζουν σκυφτοί, στο ενδιάμεσο μιας
εγκάρσιας τομής που έσκιζε την σκηνή.

Από τις ελληνικές συμμετοχές δεν ήρθε ούτε ξάφνιασμα, ούτε ανατροπή.
Το αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου είχε μάλλον
διεκπεραιωτικό χαρακτήρα, χωρίς να μειώνουμε την αξία των μονολόγων από την
Τέταρτη διάσταση (Ρούλα Πατεράκη, Ακύλλας Καραζήσης, Καρυοφυλλιά
Καραμπέτη).
Ενδιαφέρον είχαν «Οι Εμποροι» του Ζοέλ Πομμερά από την Πειραματική Σκηνή
Τέχνης. Ο Πομμερά αμφισβητώντας την πραγματικότητα των Μέσων Μαζικής
Ενημέρωσης, μας αναγκάζει να βγούμε από το ρόλο του τηλεθεατή της ζωής μας,
προβάλλοντας την εκδοχή ενός πραγματικού εφιάλτη .

Η ομάδα blitz μας ξάφνιασε ευχάριστα με την «Κατερίνη» της, ένα νεανικό,
φρέσκο dramatherapy, που μας ενσωμάτωσε στα δρώμενα σε μια προσπάθεια όχι
μόνο έκφρασης συναισθημάτων αλλά και βίωσής τους.
Το Φεστιβάλ τέλειωσε και έπαιξε το ρόλο του στο να έρθουμε σε επαφή με τα
ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα.
Παραμένει όμως ανοιχτό το θέμα ενός θεάτρου που καθόλη τη διάρκεια του
έτους θα προσπαθεί να προσελκύσει το λαϊκό κοινό και όχι μόνο τις
θεατρόφιλες μειοψηφίες, σε παραστάσεις υψηλού επιπέδου, αλλά αυτό είναι ένα
καθαρά πολιτικό ζήτημα που δεν μπορεί να αναλυθεί στο πλαίσιο του παρόντος
άρθρου.

03-08-2009
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ