ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ
Είκοσι παραστάσεις με έλληνες συντελεστές πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του
Φεστιβάλ Αθηνών, αριθμός καθόλου ευκαταφρόνητος εάν σκεφτεί κανείς τα
συνολικά μεγέθη.
Οσο για το αισθητικό αποτέλεσμα, το σίγουρο είναι ότι οι νεανικές θεατρικές
ομάδες που πήραν μέρος, οι γνωστοί σκηνοθέτες αλλά και οι εγνωσμένοι
ερμηνευτές, κινήθηκαν στο γνωστό τους εκτόπισμα με περισσότερη ή λιγότερη
επιτυχία, χωρίς όμως να κάνουν την έκπληξη.
Όχι ότι δεν ήταν φροντισμένες οι παραστάσεις, ή ότι δεν είχαν κάτι να μας
πουν. Όμως οι περισσότερες (εκτός κάποιων εξαιρέσεων που θα αναφερθούμε πιο
κάτω), δεν κόμισαν κάποια νέα ιδέα που να πεις ότι το ίδιο το Φεστιβάλ
προκάλεσε, ανέδειξε και γενικά έφερε στο προσκήνιο, όπως θα περίμενε κανείς
από έναν θεσμό που ωρίμασε πλέον.
Και για να ακριβολογούμε :
Οι θεατρικοί Μονόλογοι είναι ένα δύσκολο θεατρικό είδος. Τόσο που μπορεί
κανείς να οργανώσει και αγώνες γύρω του. Πριν από λίγα χρόνια (το 2004)
μάλιστα είχε στηθεί μία ολόκληρη διοργάνωση στους χώρους του Μεταξουργείου
, βασισμένη στους Θεατρικούς Μονολόγους που ερμήνευαν οι πιο γνωστοί μας
ηθοποιοί και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία.
Αντίθετα εφέτος έδιναν την εντύπωση ότι προτιμήθηκαν για λόγους
οικονομικούς και όχι καλλιτεχνικούς.
Βεβαίως έλαμψε ο Γιάννος Περλέγκας στη Βρωμιά του Σνάιντερ. Όμως το έργο
είχε ανέβη και πάλι από τον Θεοδωρόπουλο πριν λίγα χρόνια.
Γλυκύτατη η Σοφία Σεϊρλή στη «Μεταμόρφωση της χρυσαλλίδας» της Μέλπως
Αξιώτη, αλλά εντάσσεται σε μια παράσταση «θεατρική ρουτίνας» χειμερινού
Δευτερότριτου και όχι θεατρικού φεστιβάλ. Υπήρξαν βέβαια και οι αστοχίες
του «Νάρκισσου» της Ελενας Πέγκα με μόνο ατού της τους 20 γυμνούς άνδρες
που περιστοίχιζαν έναν ανοικονόμητο Αγγελο Παπαδημητρίου, μόνο που τέτοια
πια δεν αρκούν, ούτε καν σοκάρουν.
«Φεστιβαλικών διαστάσεων» παράσταση προσπάθησε να στήσει ο Θ. Μοσχόπουλος
με την επική του «Μέδουσα», αλλά χάθηκε στο Ναυάγιο, παρά την εμφανή του
προσπάθεια να συναγωνιστεί τους ευρωπαίους αντίστοιχους συναδέλφους του.
Αντίθετα βρήκα εξ αρχής εξαιρετική την ιδέα των «Πολεοδομιών», μια ενότητα
συγκροτημένη γύρω από τη χρήση των εξωτερικών αστικών χώρων, των
πολυκατοικιών, των ταρατσών, των σωθικών της πολιτείας.
Το «Αστυ» όχι μόνο ως σκηνογραφία, αλλά ως χώρος που παράγει ο ίδιος
σχέσεις ή νοηματοδοτεί τις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν θέλω να αδικήσω τις
πρώτες προσπάθειες για μια τέτοια σχέση θεάτρου – πόλης, γιατί ελπίζω στη
συνέχεια.
Αναφέρω λοιπόν τους τολμηρούς που άνοιξαν τη συζήτηση:
Ομάδα Mag με την «Αυτοβιογραφία» του Μπέρχαρντ, παρότι η σύνδεση προέκυψε
αμήχανη.
Η ομάδα ΜΚultra με την «Εκδρομή» στο νυχτερινό αστικό τοπίο, η ομάδα
Ρrojector με τον Ανέστη Αζά να χρησιμοποιεί τη θέα της πόλης από το κτήριο
του ΟΣΕ και τις ράγες των τρένων, η ομάδα Pequod να ανοίγει πολιτικό
διάλογο για το θέμα της εργασίας σήμερα, η πολυεθνική ομάδα Vasistas με το
εφιαλτικό της χιούμορ πάνω στην έννοια της βίας, η ομάδα Nova Melancholia,
η ομάδα με το σαρκαστικό όνομα Happy end και την «ταράτσα του αυτόχειρα».
Από τέτοιες ομάδες περιμένουμε να ξεδιπλωθούν οι νέες θεατρικές ιδέες που
θα αποτυπώσουν με τον τρόπο τους το σώμα της πόλης εν κρίσει .
Σε τέτοιους τόπους εάν οδηγηθεί το Φεστιβάλ Αθηνών, θα αποφύγει τον
αισθητικό κορεσμό που κινδυνεύουν να μας προκαλέσουν οι γνωστοί πια
φεστιβαλικοί σκηνοθέτες έλληνες και ξένοι.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ