ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ
Το βασικό ζήτημα που απασχόλησε την κριτική σχετικά με το Φεστιβάλ
Επιδαύρου ήταν αναμφισβήτητα το άνοιγμα του χώρου του αρχαίου θεάτρου στην
Οπερα (με το αφιέρωμα στην Κάλλας), στα νεοκλασσικά κείμενα (Ρακίνας) και
στον Μπέκετ.
Παράλληλα τόσο η δραματική προσέγγιση του Στάιν στην «Ηλέκτρα», όσο και η
νεωτεριστική(;) «Ορέστεια» των Γερμανών, σε μια προβοκατόρικη προσπάθεια
εξορκισμού του Αουσβιτς, προκάλεσαν τις επαναλαμβανόμενες επί εικοσαετία
γνωστές συζητήσεις περί «κλασσικού» και νομιμοποίησης του κάθε φορά
εκφερόμενου ως «μοντέρνου».
Όμως αν τα παραπάνω δείχνουν τουλάχιστον μια κινητικότητα στη σκέψη
και την αισθητική ,η μεγάλη απογοήτευση ήλθε από τις ελληνικές παραστάσεις
που ουδέν είχαν να προτείνουν.
Πάντως το αρχαίο θέατρο ως χώρος, επιβάλει στους θιάσους να
αναμετρηθούν μαζί του. Καθορίζει εν μέρει και την αισθητική της παράστασης,
Η περίφημη ακουστική του, ήταν πάντα ένα σημείο αναφοράς και το μέγεθός του
ακολουθούσε το μέγεθος των αρχαιτυπικών συμβόλων του. Ετσι δεν είναι
παράξενο ότι όλοι οι ξένοι θίασοι, άλλοι καλυμμένα και άλλοι εντάσσοντας τη
μικροφωνική εγκατάσταση στην ίδια την σκηνοθετική προσέγγιση,
προσπάθησαν να ξεπεράσουν το στοίχημα και όχι να το κερδίσουν.
Ετσι το δίλλημα δεν είναι αν το θέατρο επιτρέπεται να φιλοξενήσει
άλλα είδη θεάτρου πέραν της αρχαίας τραγωδίας, αλλά εάν οι συγκεκριμένες
παραστάσεις λαμβάνουν υπόψη τους και αποδέχονται την αναμέτρηση γεγονός που
δεν συνέβη.
Θεωρώ ότι ο Μαυρίκιος έκανε μια εμπνευσμένη διασκευή του Ρακίνα και
ότι είχε ενδιαφέρον μία φωνή από τον συμπαντικό κόσμο του Μπέκετ να
σέρνεται έρημη στις αρχαίες πέτρες, παρόλες τις απώλειες του μικρόκοσμου
της Γουίνι που δεν έφταναν αναγκαστικά στις κορυφές του κοίλου.
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ
8-10-07