ΦΕΣΤΙΒΑΛ06

TO TIMHMA ΤΗΣ ΤΟΛΜΗΣ ΤΟΥ ΦΕΤΙΝΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ – ΑΘΗΝΩΝ

Κανείς δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει ότι το φετινό Φεστβάλ Αθηνών καταγράφηκε
ως το πιο ενδιαφέρον των τελευταίων χρόνων, πέρα φυσικά από τις συνήθεις
ελληνικού τύπου μεμψιμοιρίες περί «υποτίμησης του Ηρωδείου» κλπ.
Τη συζήτηση πυροδότησαν κάποιες «αιρετικές» σκηνοθεσίες κλασσικών κειμένων
που επανέφεραν στο προσκήνιο την παλιά συζήτηση (τουλάχιστον από την
δεκαετία του 1980) περί νομιμοποίησης της ελεύθερης καλλιτεχνικής
προσέγγισής τους.
Βέβαια η παραπάνω διατύπωση υπό κανονικές συνθήκες θα εθεωρείτο σκέτη
ταυτολογία, εφόσον τέχνη δίχως απόλυτη ελευθερία έκφρασης δεν νοείται
(τουλάχιστον ως ιδανικό της αίτημα).
Επίσης είναι σίγουρο ότι τα κείμενα δεν κινδυνεύουν και οι κοινόχρηστοι
μύθοι τους επιβεβαιώνουν απλά ότι έχουν ενσωματωθεί στον πολιτισμό της
ανθρωπότητας. Εκείνο που ενίοτε κινδυνεύει είναι το κοινό. Από τι; Από την
απόλυτη πλήξη και το χασμουρητό στο οποίο το υποβάλουν κυρίως ευυπόληπτοι
θίασοι.
Και για να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα, το μόνο που ενδιαφέρει είναι εάν μία
άποψη δικαιώνεται αισθητικά ή όχι. Η «δίκη προθέσεων» στην καλλιτεχνική
δημιουργία οδηγεί έστω και άθελά μας στην άσκηση μιας ιδιότυπης ιδεολογικής
τρομοκρατίας (κυρίως μέσω του τύπου) που ακυρώνει εν τη γεννέσει τους, τις
υγείς καλλιτεχνικές ανησυχίες και προτάσεις.
Μ’ αυτές τις σκέψεις θεωρώ συγκλονιστική τη σύλληψη του Thomas Ostermeier
(της Σαουμπίνε) για μια «Νόρα» του καιρού μας που σκοτώνει το ματαιωμένο
σύζυγο (νομίζω ότι πολύ θα άρεσε στον ίδιο τον Ιψεν), ενώ απέτυχε στην
ψυχαναλυτική εκδοχή του «Ονειρου Καλοκαιριάτικης Νύχτας» , κυρίως γιατί
υπερέβαλε ναρκισσευόμενος από τα ίδια του τα ευρήματα.
Ηταν όντως σοκαριστική η παράσταση «To you the Birdie” του The Wooster
Group, όχι γιατί δεν υπηρετούσε την πρωτότυπη «Φαίδρα» (ποιόν άλλωστε
αφορά σήμερα η ηθικολογία του Ρακίνα), αλλά γιατί στηριγμένη στο μύθο αυτού
του έργου, μίλησε για τις σημερινές ανθρώπινες σχέσεις (ερωτικές, εξουσίας,
κλπ) τις απρόσωπες, τις διαμεσολαβημένες από την εικονική πραγματικότητα
και την τεχνολογία, για την απόλυτη ρομποτοποίηση του ανθρώπινου ψυχισμού
και όλα αυτά με εκπληκτικά καλλιτεχνικά μέσα.
Ηταν συγκινητικές οι «Ικέτιδες» του Μιχαήλ Μαρμαρινού και του Paul Koek
(στην Επίδαυρο) και μόνον από την διάθεση αναζήτησης κοινών τόπων του
Ευρυπείδιου κειμένου με το σήμερα , έξω από αυτόν τον ιδιότυπο «ροντηρικό
φορμαλισμό» που έχει επιβληθεί στην Ελλάδα ως μέτρο νομιμότητας των
σκηνοθετικών προσεγγίσεων της αρχαίας τραγωδίας!!!
Ακόμα και οι «Πέρσες» του Τερζόπουλου κλυδωνίστηκαν από την μανιέρα του
ίδιου του σκηνοθέτη και εγγενή ερμηνευτικά προβλήματα και όχι από την
ιδέα του να χρησιμοποιήσει τούρκους καλλιτέχνες και την τουρκική γλώσσα,
όπως κατηγορήθηκε.
Τα κλασσικά κείμενα τελικά κινδυνεύουν από τους διαπρύσιους υποστηρικτές
τους.

ΑΘΗΝΑ 8-9-06
ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ