ΦΕΣΤΙΒΑΛ2008

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ – ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ 2008

Αν κριτήριο επιτυχίας ενός θεατρικού φεστιβάλ είναι η μεγάλη προσέλευση των
θεατών, οι παθιασμένες συζητήσεις, οι αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις, η μακρά
περίοδος λειτουργίας του, η πολεμική κριτική και άλλα τέτοια συναφή,
μπορούμε να πούμε ότι κι εφέτος το Φεστιβάλ επιβεβαίωσε ότι είναι ένας
ζωντανός θεσμός που εξεπλήρωσε τα παραπάνω χωρίς αμφιβολία.
Είκοσι δύο θεατρικές παραγωγές στην Αθήνα, επτά στην Επίδαυρο και δύο στην
Μικρή Επίδαυρο, βομβάρδισαν κυριολεκτικά το θεατρόφιλο κοινό, που κινδύνεψε
τελικά τόσο από overdose, όσο και από σύνδρομο στέρησης για όσες
πολυσυζητημένες παραστάσεις δεν βρήκε τελικά εισητήριο, μιας και οι δύο
σκηνές της Αθήνας ήταν διαρκώς soldout.
Η «Πειραιώς 260» και το « Σχολείο» καθιερώθηκαν ως εναλλακτικοί θεατρικοί
χώροι πειραματικού προσανατολισμού και το νεολαιίστικο κοινό συνέχισε να
γεμίζει τις παραστάσεις.
Η Επίδαυρος , υπακούοντας μάλλον στους εγχώριους συσχετισμούς
,παρουσιάστηκε φέτος πιο δειλή απ ό,τι πέρισυ στο άνοιγμά της σε ξένες
παραγωγές και έργα πέραν του αρχαίου δράματος. Από τις οχτώ παραστάσεις
μόνον μία αφορούσε σύγχρονο έργο, τις «Ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ από
το Εθνικό Θέατρο Μεγάλης Βρετανίας, και ένα μπαλέτο όπερας από την Εθνική
Οπερα του Παρισιού – Πίνα Μπάους με τον Ορφέα και Ευρυδίκη. Οι υπόλοιπες
έξι παραγωγές ήταν ελληνικές και αφορούσαν αρχαίο δράμα.
Το κοινό της Επιδαύρου έχει την ιδιομορφία του, μιας και είναι ιδιαίτερα
μαζικό και ένα μεγάλο τμήμα του σχετίζεται μ’ αυτό που λέμε θεατρικό
τουρισμό. Ετσι οι προσδοκίες διίστανται, εξ ού και οι ακοικονόμητες
αντιδράσεις σε σκηνοθετικές αντιλήψεις που ματαίωναν το εθνικό φαντασιακό
του . Είναι δε χαρακτηριστικό ότι οι ίδιες παραστάσεις που βρέθηκαν στο
μάτι του κυκλώνα, είχαν άλλη αντιμετώπιση από το κοινό της Αθήνας (π.χ.
ΒΑΤΡΑ-Χ στο θέατρο Αττικού Αλσους και ΜΗΔΕΙΑ στο Ηρώδειο).
Επίσης συνολικά από τις 31 θεατρικές παραγωγές που παρουσιάστηκαν στο
Φεστιβάλ, μόνον οι 7 ήταν ξένες και μία ελληνική έφερε ξένη σκηνοθέτιδα.
Από αυτές, το The Wooster Group και η Schaubuhne (με δύο έργα του ιδίου
σκηνοθέτη του Οστεμάιερ) αποτέλεσαν το βαρύ πυροβολικό και του περσινού
φεστιβάλ.
Η αλήθεια είναι ότι μόλις τώρα συνειδητοποιούμε κι εμείς, ότι τα ευρωπαϊκά
φεστιβάλ θεάτρου είναι κι αυτά μία μάλλον κλειστή θεατρική πιάτσα, οι δε
θίασοι που περιλαμβάνονται , ανακυκλώνονται, φέροντας και κάποια κοινά
χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα την αναγκαστική τρίωρη διάρκεια, τη
συνύπαρξη και συνδιαλλαγή τέχνης και τεχνολογίας και μια οπωσδήποτε
αποδομημένη ανάγνωση των κλασσικών έργων!!!
Η αλήθεια είναι ότι χωρίς κάποια παράσταση να έκανε συνολικά την έκπληξη,
παρακολουθήσαμε ενδιαφέρουσες εργασίες, κυρίως στους χώρους της Αθήνας.
Εκεί που υπήρξε το μεγάλο έλλειμα ήταν στη σύγχρονη ανάγνωση και σκηνοθεσία
του αρχαίου δράματος από τους εγχώριους συντελεστές
Μετά την τεράστια γκρίνια των τελευταίων χρόνων των ελλήνων σκηνοθετών,
κριτικών κλπ, για το άνοιγμα της Επιδαύρου σε ξένους θιάσους, ήρθαμε
αντιμέτωποι με την αμηχανία και την γύμνια των ιθαγενών προσεγγίσεων που
κυμάνθηκαν μεταξύ ιερής πλήξης (Φοίνισσες του Σπ. Ευαγγελάτου),
αντιαισθητικής άγνοιας του είδους (Οιδίποδες της Πατεράκη ) και
επιτιδευμένες μεταμοντέρνες (όχι χωρίς ενδιαφέρον όμως) σκηνοθεσίες
(Αγαμέμνων της Ατζελας Μπρούσκου) . Η Μήδεια του Βασίλιεφ, αντίθετα με τα
θρυλούμενα, υπήρξε θεατρικά ενδιαφέρουσα, αλλά αντανακλούσε τον θορυβώδη
ναρκισσισμό του νεογκουρού σκηνοθέτη, που χρησιμοποίησε τον Ευρυπίδη ως
«υλικό» άρνησης του ήθους και της αισθητικής της αρχαίας τραγωδίας και όχι
έναν σύγχρονο δρόμο συνάντησης μαζί της. Οσο για τους ΒΑΤΡΑ-Χους, ο θόρυβος
αποσκοπούσε περισσότερο νομίζω σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών του θεατρικού
συναφιού (νέοι σκηνοθέτες, πατριάρχες της κριτικής) για την εξουσία του
πολύτιμου χώρου, παρά για την ανίερη καλλιτεχνική αντιμετώπιση του αρχαίου
κωμωδού.
Πάντως η φτώχεια (εν προκειμένοις πνευματική ως προς την σύγχρονη σκηνική
απόδοση του αρχαίου δράματος), φέρνει γκρίνια όπως λέει και ο λαός. Αν δε
αυτή φέροντας γεροντοκορίστικα χαρακτηριστικά, συνδαυλίζει και τις
λαϊκίστικες αντιδράσεις του προαναφερόμενου τουριστικού κοινού, τότε
γίνεται επικίνδυνη γιατί θέτει στην προκρούστια λογική της κάθε νεωτερική
άποψη, ασκώντας απαράδεκτη τρομοκρατία σε όποιον θα τολμούσε κάτι
διαφορετικό από την Ροντήρια θέαση των μέσων του προηγουμένου αιώνα. Και
αυτή τη λογική που πρωτοεκφράστηκε τη δεκαετία του 1980, πληρώνουμε τώρα.

ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ ΟΛΓΑ